Ελληνοτουρκικά: Από τον φόβο των συγκρούσεων στους κινδύνους των συνομιλιών

Η αυξανόμενη τουρκική αυτοπεποίθηση και η αναζήτησης ρόλου υπερδυνάμεως είναι πολύ πιθανό να μας οδηγήσουν σε συγκρουσιακές καταστάσεις στο μέλλον
via Associated Press

Στα τέλη του 2022 προβαίναμε στις καθιερωμένες εκτιμήσεις για το επόμενο έτος, εστιάζοντας στις συνέπειες και αλληλοεπιδράσεις των εκλογικών αναμετρήσεων στις 3 πρωτεύουσες (Αθήνα, Λευκωσία, Άγκυρα). Θεωρούσαμε ότι η διαφαινόμενη δημοσκοπική αποδυνάμωση του Προέδρου Ερντογάν θα τον ωθούσε σε εξωτερικούς τυχοδιωκτισμούς σε μια προσπάθεια επανεκλογής του στην Προεδρία της Τουρκικής Δημοκρατίας. Σε αυτό το πλαίσιο εκτιμούσαμε ως αρκετά πιθανή μια προσχεδιασμένη στρατιωτική κλιμάκωση ή αντίστοιχη προβοκάτσια, σε βάρος του Ελληνισμού και συνιστούσαμε αυξημένη επαγρύπνηση, ειδικά στο μεσοδιάστημα μεταξύ των δύο πιθανών εκλογικών αναμετρήσεων στην Αθήνα.

Το απρόβλεπτο όμως συμβάν του φονικού σεισμού στη Νοτιανατολική Τουρκία το Φεβρουάριο του 2023, φαίνεται ότι έδωσε στην Άγκυρα την αφορμή για μια πράγματι εντυπωσιακή μείωση των προκλήσεων και εμπρηστικών δηλώσεων σε βάρος της χώρας μας. Αυτή η νέα πραγματικότητα συνοδεύθηκε και από επίσημες δηλώσεις επιθυμίας εγκαθίδρυσης κλίματος εμπιστοσύνης με σκοπό την υπέρβαση των διαφορών (πολλαπλών πάντα κατά τις τουρκικές θέσεις). Χρησιμοποίησα τη λέξη «αφορμή» καθώς εκτιμώ ότι η Άγκυρα -προ του σεισμού- είχε διαπιστώσει ότι η υπερβολική ένταση που δημιούργησε τα τελευταία χρόνια στην Ανατολική Μεσόγειο, μάλλον δεν είχε προωθήσει τις επιδιώξεις της. Επιπρόσθετα, η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία αύξησε το κόστος τουρκικών τυχοδιωκτικών ενεργειών υπό το φόβο αποσταθεροποίησης της Ατλαντικής Συμμαχίας στην περιοχή αλλά παράλληλα κατέστησαν την επαναπροσέγγιση της στη Δύση πολλαπλώς επιθυμητή.

Η ελληνική κυβέρνηση ανταποκρίθηκε θετικά στις παραπάνω κινήσεις της Τουρκίας και είναι αναμφισβήτητο γεγονός η μείωση των εντάσεων στο Αιγαίο. Ουδείς τρέφει την ψευδαίσθηση ότι εισερχόμεθα σε μια περίοδο οριστικού αποκλεισμού της πιθανότητας στρατιωτικών ενεργειών ή ότι δρομολογείται η υπέρβαση των προβλημάτων μας καθώς η Άγκυρα παραμένει σταθερή στις απερίγραπτες διεκδικήσεις της.

Εκτιμώ ότι η θετική ανταπόκριση της ελληνικής κυβέρνησης ήταν αναγκαία, σκόπιμη, και αναπόφευκτη παρά τις όποιες -δικαιολογημένες μερικώς- αιτιάσεις που εκδηλώθηκαν. Οι αιτιάσεις αυτές αναφέρονται σε μια ενδεχόμενη αυτοπαγίδευση μας σε ολισθηρές ατραπούς ανεπίτρεπτων διαπραγματεύσεων (υπό οποιαδήποτε ονομασία) που υπό το βάρος εξωτερικών πιέσεων θα οδηγήσουν στην απεμπόληση ορισμένων κυριαρχικών μας δικαιωμάτων. Για παράδειγμα, στην περίπτωση της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, έχει δυστυχώς αποδειχθεί, ότι σταδιακά απομακρυνθήκαμε από τις αρχικές μας θέσεις χωρίς κανένα ουσιαστικό αντάλλαγμα εκ μέρους της Άγκυρας και με μοναδικό αποτέλεσμα την αποδυνάμωση της διαπραγματευτικής μας ισχύος. Είναι λογικό λοιπόν να δημιουργούνται ανάλογοι συνειρμοί και για την παρούσα διαδικασία επαναπροσέγγισης.

Εδώ βέβαια εμφανίζεται για άλλη μια φορά η παραδοξότητα και συνάμα ελληνική έλλειψη αυτοπεποίθησης που εκδηλώνεται αφενός με τη δικαιολογημένη ανησυχία στρατιωτικής σύγκρουσης ενώ παράλληλα εκφράζονται φοβίες για την πορεία μιας πιθανής διαδικασίας προσέγγισης. Αυτή η αμφιταλάντευση με παράλληλα φοβικά σύνδρομα, μας κατατρέχει δεκαετίες και φοβάμαι ότι θα ενταθεί το ερχόμενο έτος πυροδοτώντας μάλιστα και πολιτικές αντιπαραθέσεις.

Η λελογισμένη και ρεαλιστική με επιχειρήματα, αντιπολιτευτική κριτική στη διαδικασία προσέγγισης των δύο χωρών είναι χρήσιμη και παραγωγική, σε εσωτερικό και διεθνές επίπεδο, αλλά προϋποθέτει ένα επίπεδο ειλικρινούς επαφής των κομμάτων εξουσίας και αποδοχής ορισμένων βασικών κατευθυντηρίων γραμμών ενεργειών στα εθνικά θέματα. Έχει αποδειχθεί ότι το σύνολο των ελληνικών κομμάτων, όταν αναλαμβάνουν την διακυβέρνηση της χώρας, εγκαταλείπουν τυχόν ακραίες τοποθετήσεις τους και υιοθετούν την επί δεκαετίες προσεκτική πολιτική αποφυγής ενεργειών που θα προκαλέσουν ελληνοτουρκική ένταση.

Η πολιτική αυτή που έχει κατηγορηθεί από άτολμη μέχρι και κατευναστική, έχει αποτρέψει μια στρατιωτική σύγκρουση, αλλά έχει αποδεχθεί -περισσότερο ή λιγότερο φανερά- «εκπτώσεις» σε θέματα κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων μας. Αυτό αποτελεί μια πικρή και ανομολόγητη αλήθεια χωρίς να μπορούμε μετά βεβαιότητος να απαντήσουμε αν αυτή η προκριθείσα πολιτική -από όλα τα κυβερνώντα και συγκυβερνώντα κόμματα- υπήρξε μακροχρόνια ωφέλιμη για τον Ελληνισμό ή όχι.

Αναμφίβολα το ζητούμενο δεν είναι μια σύγκρουση υψηλού ρίσκου με αβέβαια αποτελέσματα και ακόμη πιο αβέβαια κέρδη. Η αυτοσυγκράτηση όμως αυτή, δίνει σημαντικά πλεονεκτήματα στον αντίπαλο που είναι έτοιμος να αποδεχθεί την ανάληψη μεγαλύτερου ρίσκου και μέχρι ενός σημείου τον εξωθεί επιλεκτικά σε προκλητικές ενέργειες. Παράλληλα, λαμβανόμενη ως δεδομένη από τον αντίπαλο, δημιουργεί συνθήκες σύγκρουσης.

Κάτω υπό αυτές τις συνθήκες οικοδομείται -επί δεκαετίες- η έννοια της ελληνικής αποτροπής που προϋποθέτει συνέπεια και συνέχεια, επαρκή μέσα, εκπαιδευμένο προσωπικό, αποφασιστική ηγεσία και λαϊκή αποδοχή. Ευελπιστούμε ότι η κυβέρνηση θα προσέλθει στις προαναγγελθείσες επαφές με την Τουρκία, με πολύ περίσκεψη, μεθοδική προετοιμασία και ενίσχυση όλων των αποτρεπτικών παραγόντων.

Επιπρόσθετα πλανάται η ανησυχία ότι η κυβέρνηση αποδεχόμενη τη δημιουργία ενός «θετικού κλίματος» με την Τουρκία έχει ενδεχομένως αναλάβει ή πρόκειται να αναλάβει ορισμένες (λογικά αμοιβαίες) δεσμεύσεις με ότι αυτό συνεπάγεται για την επίτευξη ορισμένων εθνικών στόχων και ενάσκηση δικαιωμάτων. Θα αποτελούσε δηλαδή μεγάλη έκπληξη αν η Αθήνα κινούνταν το επόμενο διάστημα στην προαναγγελθείσα κατεύθυνση ενάσκησης αναφαίρετων κυριαρχικών δικαιωμάτων και αναφέρομαι κυρίως στη συνέχιση της τμηματικής επέκτασης του εύρους των χωρικών υδάτων μας. Ανάλογες αμοιβαίες δεσμεύσεις, που κατέληξαν να είναι επί της ουσίας μονομερείς σε βάρος μας, ελήφθησαν και στο παρελθόν στο πλαίσιο ενός συνδυασμού καλής θέλησης, εξωτερικών πιέσεων αλλά και φοβίας ανάληψης του απαραίτητου ρίσκου μάλλον με αρνητικά αποτελέσματα.

Ένα είναι σίγουρο, η Τουρκία δεν θα αργήσει να βολιδοσκοπήσει τις αντοχές-ανοχές της ελληνικής κυβέρνησης καταφεύγοντας στη γνωστή της τακτική των οριακών αμφισβητήσεων και παραβιάσεων των συμφωνηθέντων χρησιμοποιώντας τις αναπόφευκτες «γκρι» περιοχές δηλώσεων και διακηρύξεων. Ο κακόπιστος συνομιλητής πάντα «εντοπίζει» σημεία που θεωρεί ότι τεκμηριώνουν τις απόψεις του ενώ η Άγκυρα έχει χρησιμοποιήσει με επιδεξιότητα τον επικαλούμενο «law warfare».

Προσωπικά δεν διατηρώ αισιοδοξία για μια ειλικρινή προσέγγιση για επίλυση των προβλημάτων μας καθώς οι τουρκικές διεκδικήσεις υπερβαίνουν πλέον κάθε όριο, όχι μόνο αμοιβαίου συμβιβασμού αλλά ακόμη και αποδεκτής συζήτησης-διαπραγμάτευσης. Οι υπερβολικές αυτές διεκδικήσεις δεν αποτελούν πλέον μέρος της γνωστής μεθοδολογίας διαπραγματεύσεων με την παράθεση υπερβολικών απαιτήσεων ώστε να υπάρξει χώρος αναδίπλωσης. Οι τουρκικές διεκδικήσεις αποτελούν πλέον μέρος της τουρκικής φαντασίωσης για τον πλήρη έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου (και όχι μόνο) και απειροελάχιστες και μόνο συμβολικού περιεχομένου υποχωρήσεις μπορεί να προσφερθούν εκ μέρους της.

Εκφράζω δηλαδή την πλήρη απαισιοδοξία μου για την εξεύρεση αμοιβαία αποδεκτών λύσεων στα προβλήματα που μας ταλανίζουν με την Τουρκία προσδοκώντας όμως τη συνέχιση του ειρηνικού κλίματος για τον ερχόμενο χρόνο. Συνάμα, εκτιμώ ότι η στρατιωτική κλιμάκωση αλλά και σύγκρουση, είναι αρκετά πιθανές τα ερχόμενα χρόνια λόγω της αβυσσαλέας διαφοράς θέσεων και συμφερόντων και της αυξανόμενης τουρκικής αυτοπεποίθησης και αναζήτησης ρόλου υπερδυνάμεως. Οποιαδήποτε «ανάπαυλα» οφείλουμε να τη θεωρούμε προσωρινή (μακάρι να διαψευστούμε) και να τη χρησιμοποιήσουμε για τη διερεύνηση των προθέσεων του αντιπάλου, για την εξασφάλιση μιας καλής έξωθεν μαρτυρίας αλλά κυρίως για την ενδυνάμωση όλων των παραγόντων της ισχύος μας και της θέσεως μας.

Διαφαίνεται ότι το 2024 θα είναι ήρεμο στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, ας όψονται και οι αμερικανικές προεδρικές εκλογές και ο ρωσικοουκρανικός πόλεμος, αλλά το πιθανολογούμενο αδιέξοδο θα πυροδοτήσει την επιστροφή σε ακόμη πιο συγκρουσιακές καταστάσεις.

Ευκταία λοιπόν η αξιοποίηση κάθε χρονικού διαστήματος για ενίσχυση της ισχύος μας έναντι της Τουρκίας και αποφυγή τυχόν ολισθημάτων στις διμερείς μας επαφές. Κορωνίδα όμως της πολιτικής μας πρέπει να είναι η εθνική ενότητα και η χάραξη ευρείας αποδοχής, μακροχρόνιας, σταθερής και συνεπούς στρατηγικής και η αταλάντευτη εφαρμογή της με έμφαση στο χειρότερο αλλά αρκετά ρεαλιστικό σενάριο και μακράν ουτοπικών επιδιώξεων.

Δημοφιλή