ΤΟ BLOG
06/12/2020 08:56 EET | Updated 06/12/2020 08:56 EET

Αναμνήσεις από τη Χώρα των Ηττημένων - Νοέμβριος

Σε κατάσταση πολιορκίας

Eurokinissi
.

Τραυματισμένο κορμί, τραυματισμένος ο τόπος,/ τραυματισμένος ο καιρός….έγραφε ο Γ. Σεφέρης τον Νοέμβριο του 1949, μέσα στη φωτιά του εμφυλίου κι ίσως να επαναλάμβανε και σήμερα τους ίδιους στίχους, για έναν άλλο σύγχρονο κι ακήρυχτο πόλεμο, πιο καθοριστικό και μοιραίο.

Νοέμβριος 2020. Ήδη από τις πρώτες μέρες, φάνηκε τι θα επακολουθήσει. Ξεκινήσαμε με την αγωνία του αποτελέσματος των αμερικανικών εκλογών και με τους εμπειρογνώμονες- αναλυτές να εξηγούν με κάθε λεπτομέρεια τις διαφορές των μεσοδυτικών πολιτειών και των μεγάλων αστικών κέντρων, τον τρόπο που ψήφισαν στη Νεμπράσκα ή το Τέξας και τη σημασία της καταμέτρησης της επιστολικής ψήφου από πολιτεία σε πολιτεία. Τόσοι οι εκλέκτορες, τόσα τα προγνωστικά και πάει λέγοντας. Λες και έχουμε κατανοήσει σε τέτοιο βαθμό τον ελληνικό εκλογικό νόμο -ο οποίος μάλιστα αλλάζει κατά το δοκούν κι ανάλογα με τις επιδιώξεις της εκάστοτε κυβέρνησης- οπότε θα ήταν λογικά εύκολο να παρακολουθήσουμε και τα τεκταινόμενα στις ΗΠΑ. Και αφού ξεμπερδέψαμε και με αυτό, σπεύσαμε να χαιρετήσουμε την εκλογή του νέου δημοκρατικού προέδρου ελπίζοντας (έως ότου διαψευσθούμε και πάλι), στην αμερικανική βοήθεια με τη λογική του σλόγκαν «καλώς ήρθε το δολάριο» σε ότι αφορά τα ελληνοτουρκικά και όχι μόνο, αφήνοντας πίσω μας τα διχαστικά συνθήματα, την πόλωση και τον λαϊκισμό και προχωρώντας, με ξεκάθαρα συμπεράσματα, στις επόμενες ειδήσεις προς κατανάλωση κι όχι απαραίτητα κατανόηση. Μαζί με αυτά όμως αφήσαμε και μια σειρά αντικειμενικών χαρακτηριστικών της κλονισμένης πλέον υπερδύναμης, όπως λόγου χάρη την εκπαιδευτική πραγματικότητα δημόσια και ιδιωτική. Εκεί όπου τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα θυμίζουν χώρους αξιοπρεπούς και απρόσκοπτης διακίνησης ιδεών και όχι μάντρα ή χωματερή οικοδομικών υλικών και μάλιστα παράνομη. 

Αφήσαμε τα πανεπιστήμια της χώρας από όπου άλλωστε έχουν αποφοιτήσει και οι περισσότεροι από τους νεοσσούς της «Αριστεράς και της προόδου» από τη μια μεριά, και φυσικά οι ευγενείς απόγονοι κληρονομικό δικαίω, των «αρίστων» από την άλλη, εκείνη της υποτιθέμενης συντήρησης. Γεγονός προς θεού άσχετο με τη μάλλον υποτονική αντίδραση των πρώτων, στην αποτρόπαια εικόνα του πρύτανη του οικονομικού πανεπιστημίου να βανδαλίζεται και να κακοποιείται από τους αναίσχυντους τραμπούκους του κόκκινου αναρχοφασισμού…Σχετικότατο όμως με τη διαχρονική στάση της πολιτείας, της συγκλήτου αλλά και της ευρύτερης ακαδημαϊκής κοινότητας, που αρνούνται να δουν κατάματα την πικρή αλλά μοναδική αλήθεια και να καταδικάσουν έμπρακτα παρόμοια φαινόμενα, ξεκάθαρα και ειλικρινά, χωρίς ιδεοληψίες και περιστροφές. Αντίθετα, η καθυστερημένη και φοβική προσπάθεια να υπάρξει ένας έστω στοιχειώδης έλεγχος των όσων εισέρχονται στις πανεπιστημιακές σχολές, συνάντησε τη μήνη εκείνων-φοιτητών και διδασκάλων- που καλείται να προστατέψει. Για μια ακόμη φορά ανακαλύπτουμε μαζί με την πυρίτιδα και τα αυτονόητα. Για μια ακόμη φορά εξαπολύονται μύδροι και οργισμένες ανακοινώσεις, χωρίς σοβαρή αντιπρόταση και επιχειρηματολογία. Διότι τίποτα δεν πρέπει να ενοχλήσει τον «βαθύ ύπνο» μιας χαμένης γενιάς, που βαυκαλίζεται ότι θα φέρει την ανατροπή και την επανάσταση περιφερόμενη από τα γνωστά στέκια των διανοούμενων του σαββατοκύριακου πέριξ των Εξαρχείων, μέχρι την τσιμεντοστρωμένη Ακρόπολη. Ένας ολόκληρος κόσμος που δήθεν φρίττει προσποιούμενος πως γνωρίζει τι είναι ακριβώς αυτό που ακτινοβολεί χιλιάδες χρόνια στο θεόπεμπτο πεδίο του Ιερού Βράχου, (χωρίς να χρειάζεται διόλου τον ψυχρό φωτισμό του ευαγούς ιδρύματος Ωνάση). Διότι επίσης τίποτα δεν μπορεί να μεταβάλει τον τρόπο που αντιμετωπίζεται ο πολιτισμός από όσους υποτίθεται εμπλέκονται στην προαγωγή και ανάδειξή του. Χωρίς όραμα και σύγχρονη προοπτική, απελευθερωμένη από την μικρόπνοη αρχαιοπρέπεια και το πάλαι ποτέ λαμπρό παρελθόν. Ο πολιτισμός από ανάγκη ζωτική, κατάντησε επιλεκτική πολυτέλεια! Λείπει η αίσθηση ευθύνης, σοβαρότητας κι αποφασιστικότητας που όμως πηγάζουν από βαθιά γνώση και σκληρή δουλειά κι όχι πολιτικολογίες και ημιμάθεια. Τρανό αρχιτεκτονικό παράδειγμα μιας άχρωμης και υποτονικής ονείρωξης και όχι ενός δυνατού ονείρου, το υπό κατασκευή νέο κτήριο της εθνικής πινακοθήκης…

Έτσι το νέο lockdown, (ελληνιστί «απαγορευτικό», κατά Μπαμπινιώτη) ξεκίνησε από τα πολύπαθα θέατρα, τους κινηματογράφους, τα μουσεία, τις λίγες δηλαδή και πανταχόθεν βαλλόμενες, μικρές εστίες πολιτισμού.

Βεβαίως. Από εκεί θα αρχίσουμε για να νικηθεί η επιδημία. Από τα βολικά και τα εύκολα.(Μπορεί βέβαια αυτή τη φορά να μην κατάφερε να βρει στο τηλέφωνο τον πρωθυπουργό ο γνωστός ταλαντούχος ηθοποιός και σκηνοθέτης, ώστε να δοθεί έστω μια παράταση ολίγων ημερών, στη ψυχορραγούσα εδώ και καιρό πολιτιστική πραγματικότητα που ακόμα και τώρα συνεχίζει αμέριμνη να ομφαλοσκοπεί κι να αυτοδοξάζεται). Όμως ούτε αυτός ο νέος «ήπιος» εγκλεισμός, ήταν αρκετός. Γρήγορα περάσαμε στην επόμενη φάση του σχεδίου, ενώ ταυτόχρονα καθιερώνεται όλο και περισσότερο η τηλεργασία με όρους ψηφιακού δουλεμπόριου, νομιμοποιούνται οι «ευέλικτες μορφές απασχολήσεις» και επιτρέπεται η λειτουργία επιχειρήσεων με γελοίες προφάσεις και παραθυράκια στην διάτρητη νομοθεσία.

Πριν αλέκτωρ λαλήσει λοιπόν, ο πρωθυπουργός έχοντας απέναντί του τον «Σωτήρη», όπως ακούσαμε να αποκαλεί τον καθηγητή Τσίοδρα, ανακοίνωσε σε σχετικό διάγγελμα προς τον ελληνικό λαό, δεύτερο γενικό lockdown υποτίθεται τριών εβδομάδων, (που εξαρχής περιμέναμε ότι θα διαρκούσε παραπάνω). Μηνύματα, βεβαιώσεις μετακίνησης, αναστολές εργασίας και απολύσεις, λιανεμπόριο σε παράκρουση, οικονομία σε απόλυτη κρίση και τηλεκπαίδευση μετ’ εμποδίων και τους έρμους μαθητές επί ώρες στημένους μπροστά σε οθόνες, χωρίς να υποψιάζονται τι τους επιφυλάσσει το μέλλον. Εφιάλτης σε επανάληψη. Όλη η χώρα, αίφνης απέκτησε εκείνο το τρισκατάρατο χρώμα, που χρόνια τώρα προσπαθούμε να αποφύγουμε για το Αιγαίο μας: ένα κατατονικό γκρι, στάχτη από τα αποκαΐδια μιας ολόκληρης εποχής, αιθάλη αποπνιχτική των οραμάτων και των αγώνων μας. Ένα στην πραγματικότητα μη-χρώμα, που κάλυψε ακόμη και το μικρό νησί της Αστυπάλαιας, το οποίο επιλέχθηκε από γνωστή γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία, προκειμένου λέει να μετατραπεί στο πρώτο «πράσινο, ενεργειακά καθαρό νησί», κλέβοντας έστω κι έτσι τον πατροπαράδοτο τίτλο από τη μεγαλόνησο, την ιδιαίτερη πατρίδα του υπουργού ενέργειας και περιβάλλοντος, ο οποίος ειρίσθω εν παρόδω εν μέσω πανδημίας και γενικευμένης κρίσης σκέφτηκε να νομοθετήσει ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο ανακύκλωσης. 

Θα πρέπει προφανώς να θεώρησε αμελητέα την επιβάρυνση των ιθαγενών ψηφοφόρων οι οποίοι άλλωστε ευημερούν και διάγουν βίο τρυφηλό και ανέμελο, με ένα επιπλέον δημοτικό τέλος, που το περιέγραψε γλαφυρά με τρεις λέξεις: «πληρώνω όσο πετάω»…προκειμένου να «πείσει» τους πολίτες να ανακυκλώνουν. Και γιατί όχι παρακαλώ; Το ίδιο δεν συμβαίνει στη Ζυρίχη ή το Στρασβούργο;

Εκτός τόπου και χρόνου εξαγγελίες, νόμοι και διατάξεις, μάλλον εμπνευσμένες σε χαλαρούς περιπάτους στις όχθες του Τάμεση ή του Σηκουάνα και κατόπιν γραμμένες στα μέτρα της μίζερης εγχώριας πραγματικότητας σε πολυτελή γραφεία συμβουλευτικών εταιρειών κάπου στη Βαλαωρίτου, από τεχνοκράτες που όταν βαριούνται τις Winchester πολυθρόνες και τα πούρα Monterey, τρέχουν για μια παρτίδα σκουός( ελλ./τοιχοσφαίρισης που θα έλεγε κι ο καθηγητής μας…).

Ποιος ξέρει άραγε για ποιον λόγο αυτή η βιασύνη και η ύποπτη πρεμούρα για τη διάσωση του πλανήτη από τα επίχειρα του καταναλωτισμού και την προαγωγή της οικολογικής συνείδησης των δύσμοιρων πολιτών. Όχι πως η διαχείριση και η ανακύκλωση των απορριμμάτων θα μπορούσε να ανοίξει-αν δεν το έχει ήδη κάνει- την όρεξη των παμφάγων επενδυτικών τρωκτικών, όπως το έχει ήδη καταφέρει με τα δημόσια έργα…Σωτήρες, σωτήρες παντού…

Παντού και το γκρι. Από την Ακρόπολη, στη Θεσσαλονίκη κι από εκεί στο Αιγαίο. Φαιά, κουρελιασμένα και τα πανό στη σκουριασμένη πόρτα του Πολυτεχνείου, που τρίζει ανατριχιαστικά στον άνεμο ή τραντάζεται από τις μολότοφ των κουκουλοφόρων που «ξεδίνουν» κάθε 17 Νοέμβρη, επιβάλλοντας και δικαιολογώντας την παρουσία τους. Φέτος όμως όχι. Απαγόρευση και μάλιστα σε όλη την επικράτεια (!) συναθροίσεων άρα και της καθιερωμένης πορείας από το Πολυτεχνείο στην πρεσβεία των Η.Π.Α. Και όπως ήταν αναμενόμενο ξέσπασε πολιτική θύελλα, προεχόμενη μάλιστα από την κομψή βίλα του προέδρου του ΜΕΡΑ25 στην Αίγινα, έως και τις παρυφές του αγωνιστικού Ψυχικού. «Χούντα», «κυβέρνηση συνταγματαρχών», «αυταρχισμός» και άλλα ηχηρά παρόμοια. Πυρ ομαδόν κατά της κυβερνητικής απόφασης. 

Ο αδιέξοδος εμφύλιος που τόσο γλαφυρά περιέγραψε πιο πάνω ο ποιητής- κι όχι ο κύριος διπλωμάτης- Γ. Σεφέρης, συνεχίζεται. Τελικά, με το Κ.Κ.Ε να πρωτοστατεί, η πορεία πραγματοποιήθηκε και μάλιστα με τα γνωστά μέτρα να τηρούνται κι όλα καλά. Το χρέος μας το κάναμε και φέτος. Και ήσυχα- ήσυχα επιστρέψαμε στις έρημες γειτονιές, κλειστήκαμε στα σπίτια, ικανοποιημένοι και με συνείδηση καθαρή.

Τακτοποιήσαμε τις οφειλές μας με το παρελθόν και το αίμα τόσων και τόσων αθώων, διπλώσαμε προσεχτικά σημαίες και πανό δίπλα στις λαδομπογιές και στις σακούλες με τα καλοκαιρινά ρούχα και κάτσαμε μπροστά στις τηλεοράσεις με το τηλεκοντρόλ ανά χείρας και τους λογαριασμούς των κοινοχρήστων υπό μάλης. Ως την επόμενη «μαζική» κινητοποίηση, ως τον επόμενο «δίκαιο» αγώνα.

Δίκαιοι και άξιοι κι εμείς, «επίγονοι» της ιστορίας, της δημοκρατίας, της ελευθερίας. Όμως το παρελθόν δεν αγοράζεται δε μπορεί πια νʼ αγοραστεί/ Η κάθε σπασμένη φωλιά η κάθε σβησμένη λέξη.[…] Όμως το αίμα Εκείνων δεν απαγχονίζεται/ Δεν υποπτεύονται πώς ολοένα τους κυκλώνει/ Δεν υποπτεύονται τι ξεπουλήθηκε—για να δολοφονούν. (Μ. Αναγνωστάκης, Οι Επίγονοι, 1962).

Και τα χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια, που σιγά σιγά από τα μέσα του μήνα άρχισαν να φωτίζουν παράταιρα κι αδικαιολόγητα τα ξαφνιασμένα μπαλκόνια, τα περσινά στολίδια που βγήκαν και πάλι από τις σκονισμένες κούτες μαζί με τα μουδιασμένα έλατα που κατεβάσαμε από το πατάρι, οι ευχές για τις πρώτες μεγάλες ονομαστικές γιορτές, προανάκρουσμα του εορταστικού οργίου του Δεκεμβρίου, όλα φέτος δεν έχουν χρώμα, γεύση και οσμή. Τα καλύπτει όλα μια γκρι σαρκοβόρα μούχλα. Και είναι αυτό το πιο σοβαρό και ύπουλο από τα συμπτώματα αυτής της ίωσης του φόβου, της ήττας, της κατάρρευσης. Ο κόσμος πράγματι δεν τελειώνει με πάταγο, με ιαχές και βιβλικά σαλπίσματα της αποκάλυψης, αλλά με έναν βουβό λυγμό*, για την αλήθεια που δεν πρόλαβε να ειπωθεί, για την ιδέα που προδόθηκε από τους φανατικότερους υποστηρικτές της… Μένει μόνο μια τελευταία ελπίδα. Και όχι, δεν προέρχεται από τα πολυαναμενόμενα εμβόλια,(θυμάστε την αγωνία για την έγκριση των μνημονιακών δόσεων οικονομικής βοήθειας; Τώρα θα τη διαδεχθεί το αμφίβολο έλεος των ιαματικών δόσεων κάποιων θαυματουργών εμβολίων, που θα είναι απαραίτητα πλέον για να ταξιδέψεις, να προσληφθείς, να σπουδάσεις, να δεις μια θεατρική παράσταση). Ελπίδα κατεψυγμένη, πανάκεια κίβδηλη, δημιούργημα των φαρμακευτικών κολοσσών, οι οποίες ως γνωστόν αν εξαιρέσουμε τα του βεβαρυμμένου παρελθόντος τους, χαρακτηρίζονται κατά τα άλλα από ευγενείς και άδολες προθέσεις… Δεν είναι από εκεί που περιμένουμε το φως. Αλλοίμονο.

Η «Πόλη» θα πέσει, κι οι στρατιές των αθώων θα συντριβούν. Τα έθνη θα εκλείψουν ή θα υποταχθούν, μαζί με γλώσσες, γένη και φυλές. Θα επικρατήσει το έρεβος των πιο σκοτεινών ενστίκτων, η μοναξιά της μη-ύπαρξης και το ζοφερό φάσμα της ολοκληρωτικής ανυπαρξίας. Δεν θα μας μένει τίποτα άλλο από την άνευ όρων παράδοση ή την τελευταία Έξοδο κι ας μην έχουμε πουθενά πια να πάμε, κάπου να καταφύγουμε, καμιά γη της επαγγελίας να αναζητήσουμε, παρά μόνο την απόρθητη (προς το παρών) συνείδησή μας.

Μέσα μας, ας ψάξουμε, όχι για τα χίλια φώτα, αλλά για το ένα «Φως»**, για το ένα αστέρι το ζωντανό, ανάμεσα στα τόσα πεθαμένα, που πέφτουν φωτίζοντας στιγμιαία των ουρανό, μήπως και προλάβουμε να κάνουμε μια ευχή.

Ας διασώσουμε ό,τι έχει απομείνει ακόμη από τον «Ελεύθερο Άνθρωπο» να αντιστέκεται στη λήθη και την υποταγή. Ό,τι θα γλιτώσει την ύπαρξή μας από τη σκιά της ανάμνησης μιας κάποιας παγκόσμιας χώρας των πολιορκημένων, που αναπόφευκτά θα ηττηθούν. Κι ας είναι κάθε επανάσταση καταδικασμένη να μετατραπεί σε καθεστώς και κάθε αντίσταση προορισμένη, να καταλήξει σε αδιέξοδο.

 

*Αναφορά στο ποίημα «Κούφιοι άνθρωποι» του T.S.Eliot: «Αυτός είναι ο τρόπος που τελειώνει ο κόσμος
Όχι μ’ ένα πάταγο αλλά μ′ ένα λυγμό».

**Γ.Βερίτης, «ήταν φώτα, χίλια φώτα, μα δεν ήτανε φως...»