Αντεγκληματική πολιτική και ασφάλεια του πολίτη

Η αντεγκληματική πολιτική μας αφορά πραγματικά όλους: συνάπτεται άμεσα με την έκταση των ελευθεριών μας και την ποιότητα της ζωής μας.
|
Steve Allen via Getty Images

Ι. Η ραγδαία ανάπτυξη των πόλεων κατά τη διάρκεια του προηγούμενου αιώνα, σε πολλές περιπτώσεις κατά τρόπο ανεξέλεγκτο και χωρίς προγραμματισμό και ως αποτέλεσμα πληθώρας παραγόντων που συναποτελούν την διαδικασία της αστικοποίησης, συνοδεύτηκε από την ανάπτυξη μιας συστημικής θεωρίας για την λειτουργία της πόλης, τμήμα της οποίας αποτελεί και η ανάδειξη του εγκλήματος ως σημαντικού ζητήματος προς αντιμετώπιση.

To πρόβλημα της εγκληματικότητας και της βίας σε αστικό περιβάλλον αποτελεί πλέον ένα από τα σπουδαιότερα ζητήματα της διεθνούς επιστημονικής agenda. Θέματα που σχετίζονται με το έγκλημα, την πρόληψη και την αντιμετώπιση του εγγράφονται ολοένα και περισσότερο στην ημερήσια διάταξη του πολιτικού λόγου και διαλόγου. Στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης παραμένει μεταξύ άλλων και η αναζήτηση των στρατηγικών και των μεθόδων για την πρόληψη και την μείωση της εγκληματικότητας.

ΙΙ. Η αντεγκληματική πολιτική μας αφορά πραγματικά όλους: συνάπτεται άμεσα με την έκταση των ελευθεριών μας και την ποιότητα της ζωής μας. Απαιτεί, αφενός, την ενδυνάμωση των θεσμών πρόληψης κυρίως σε κοινοτικό επίπεδο και, αφετέρου, την διαχείριση του κοινωνικού και πολιτισμικού πλαισίου της κρίσης που δημιουργεί το εγκληματικό φαινόμενο με τον πλέον συστηματικό και πρόσφορο τρόπο.

Ο κατευθυντήριος προσανατολισμός μας οφείλει να έχει ως πρότυπο ένα κράτος πρόνοιας με επαρκείς πόρους και υπηρεσίες για το κοινωνικό σύνολο, το οποίο θα στηρίζεται στην ανθεκτική βάση ενός μακροπρόθεσμου σχεδιασμού κοινωνικής πολιτικής και δικαιοσύνης και μιας αποτελεσματικής ανάπτυξης των υπηρεσιών πρόληψης, στον συντονισμό όλων των αρμόδιων φορέων και υπηρεσιών και, τέλος, στην ουσιαστική εφαρμογή των νομοθετικών ρυθμίσεων κοινωνικής προληπτικής πολιτικής, οι οποίες δυστυχώς πολύ συχνά «μένουν στα συρτάρια» των αρμοδίων υπουργείων: προσανατολισμός δηλαδή της αντεγκληματικής μας πολιτικής προς μια αντίδραση περισσότερο προνοιακή και υποστηρικτική προς το πρόβλημα του εγκληματικού φαινομένου και λιγότερο κατασταλτική.

IΙΙ. Η λειτουργία της παιδαγωγικής της πρόληψης στο πλαίσιο της ανάπτυξης των πολύπλοκων κοινωνικών σχέσεων και στην παραγωγή της ανθρώπινης ζωής, προϋποθέτει την ανάπτυξη ενός ορθολογικού κοινωνικού σχεδιασμού σε επίπεδο πόλης και την ένταξη των δράσεων πρόληψης της εγκληματικότητας από τους ίδιους του πολίτες και την τοπική κοινωνία, ως τμήμα της ευρύτερης κοινωνικής εκπαίδευσής τους.

Η συμμετοχή δε της τοπικής κοινωνίας στην χάραξη και εφαρμογή εγκληματοπροληπτικών δράσεων καθίσταται ιδιαίτερα κρίσιμη στα λεγόμενα «εγκλήματα της καθημερινότητας».

Η μικρο-εγκληματικότητα αυτή, η οποία χαρακτηρίζεται από υψηλή θεατότητα και μεγάλο βαθμό απαίτησης της κοινωνίας για δίωξη και τιμώρηση, συνδέεται άρρηκτα και με τη δυνατότητα αυτορρύθμισης προβληματικών καταστάσεων σε επίπεδο συνοικίας και γειτονιάς, την αστυνόμευση, την λειτουργία των κοινωνικών υπηρεσιών, τον ενσωματικό ρόλο του σχολείου και, τέλος, την ύπαρξη (ή το έλλειμμα) του κράτους πρόνοιας.

ΙV. Το πεδίο συνάντησης της αντεγκληματικής πολιτικής με την εγκληματολογική έρευνα αποτελεί το χώρο όπου ο Εγκληματολόγος οφείλει να συμβάλλει αποφασιστικά στην χάραξη μιας ορθολογικής πολιτικής πρόληψης του εγκλήματος.

Η προσέγγιση της εγκληματολογικής επιστήμης στα προβλήματα της εποχής μας που δημιουργεί η εγκληματικότητα θα πρέπει να έχει ένα συνθετικό, ολιστικό χαρακτήρα και να επιδιώκει τη μελέτη του πολυσύνθετου εγκληματικού φαινομένου από όλες τις πλευρές του, με αξιοποίηση όλων των θεωρητικών προσεγγίσεων και με προσεκτικό έλεγχο των εγκληματολογικών εκείνων προτάσεων που παρέχουν εγγυήσεις για μείωση της εγκληματικότητας.

Η ανάγνωση του εγκληματικού φαινομένου δεν μπορεί να είναι μονοπαραγοντική, μονοδιάστατη και μονοσήμαντη, αλλά αντίθετα ανάγνωση και ερμηνεία διαλεκτική, η οποία αναδεικνύει και εν τέλει επιβεβαιώνει την πολυπλοκότητα ως απαραίτητο στοιχείο των διαδικασιών που το προκαλούν.

Ως εκ τούτου και η πολιτική μας για την αντιμετώπισή του, η αντεγκληματική πολιτική, οφείλει να κινείται ταυτοχρόνως σε διαφορετικά επίπεδα και προς διαφορετικές κατευθύνσεις, μη χειραγωγήσιμες και ανθεκτικές σε μεθοδεύσεις, λαμβάνοντας υπ’ όψη το εγκληματολογικό κεκτημένο: αυτό που έχει σημασία όχι μόνον στην μελέτη και ανάγνωση του εγκληματικού φαινομένου αλλά και στην μετέπειτα αντιμετώπισή του είναι ακριβώς ό,τι συμβαίνει πριν αυτό κάνει την εμφάνιση του.

Η έννοια της πρόληψης του εγκλήματος είναι συνεπώς έννοια πολυεδρική και πολυσήμαντη, η αντιμετώπισή του εγκληματικού φαινομένου απαιτεί τον σχεδιασμό μιας σύνθετης συμμετοχικής πολιτικής στρατηγικής και οι εγκληματολογικές διερευνήσεις για την αντιμετώπιση του εγκλήματος συνδέονται άμεσα και οργανικά με την ίδια την καθημερινότητα μας.

V. Η παροχή υψηλού επιπέδου προστασίας στους πολίτες με την πρόληψη και την καταπολέμηση της εγκληματικότητας, ενισχύει το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών. Για την αντιμετώπιση δε της κοινής, της καθημερινής εγκληματικότητας, θα πρέπει να προκρίνεται η λήψη μέτρων αντεγκληματικής πολιτικής σε τοπικό, κοινοτικό επίπεδο, ενώ σε επίπεδο αστυνόμευσης η αστυνομία θα πρέπει να συνεργάζεται στενά με τους πολίτες και συλλογικότητες της πόλης με ορατή την παρουσία της στους δρόμους της πόλης.

Καθοριστικής σημασίας για την επιτυχή πρόληψη του εγκλήματος αποτελεί η επιτυχής υλοποίηση συμβάσεων για την τοπική ασφάλεια (τοπικά σχέδια αντεγκληματικής πολιτικής) και η ουσιαστική λειτουργία τοπικών συμβουλίων πρόληψης της εγκληματικότητας με στόχο την ανάληψη δράσεων αντεγκληματικής πολιτικής κοινωνικού χαρακτήρα σε τοπική κλίμακα, με μακροπρόθεσμη στόχευση και μακροχρόνια αποτελεσματικότητα.

***

Χαράλαμπος Μ. Καραγιαννίδης

Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω, MA, PhD and PostDoc in Criminology