ΤΟ BLOG
17/11/2018 08:18 EET | Updated 17/11/2018 08:23 EET

Αρχοντορεμπέτικο. Μια ιστορία, μια εποχή

Youtube - trahiotis

Τη δεκαετία του ’40 υπήρχε ένα χάσμα ανάμεσα στο λαό και την απαγορευμένη μουσική. Στα «μπουζούκια» τις εποχής εμφανιζόταν ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Στελλάκης Περπινιάδης, η Στέλλα Χασκίλ, και η Σωτηρία Μπέλλου. Για να αλλάξουν όμως τα πράγματα χρειαζόταν μία αφορμή, που δεν άργησε να έρθει σε μορφή επιθεώρησης το 1948 με τίτλο «Άνθρωποι Άνθρωποι» και το σπουδαίο τραγούδι «το τραμ το τελευταίο». Αυτό ήταν η αφορμή για ένα νέο είδος τραγουδιού «Το αρχοντορεμπέτικο». «Ντράγκα ντρούν το καμπανάκι λοιπόν, ντραγκα ντρουν μες το βραδάκι, ντραγκα ντρουν τι κρίμα που ΄ναι, να σαι τόσο φτωχαδάκι». Το τραμ το τελευταίο έγινε μεγάλο «σουξέ» από την πρώτη μέρα κυκλοφορίας του και ηχογραφήθηκε από τον Τώνη Μαρούδα. 

Τα αρχοντορεμπέτικα παιδιά της επιθεώρησης πήραν αμέσως τη θέση που τους άξιζε στα γλέντια των αστών. Δημιούργησαν τραγούδια για όσους ζούσαν ακόμα στις γειτονιές και γλεντούσαν σε ταβέρνες. Τα τραγούδια ήταν επηρεασμένα από την ελαφρά μουσική, αφού οι κεντρικοί άξονες τις δημιουργίας τους ήταν οι συνθέτες: Γιώργος Μουζάκης, Ιωσήφ Ριτσιαρδής, Μιχάλης Σουγιούλ, Γιάννης Βέλλας , Τάκης Μωράκης. Οι στιχουργοί τους αντιστοίχως ήταν θεατρικοί συγγραφείς όπως ο Αλέκος Σακελλάριος, ο Γιώργος Τζαβέλλας, ο Χρήστος και ο Γιώργος Γιαννακόπουλος.

YouTube

Δυο χρόνια αργότερα τον Ιούνιο του ’50 η Σοφία Βέμπο κάνει τα εγκαίνια του νέου της θέατρου στην «Οδό Καρόλου» πρώην σινεμά «Ερμής» με την επιθεώρηση «Βίρα τις άγκυρες» όπου τραγουδούσε η ίδια φυσικά την περίφημη «Ταμπακιέρα». Το επόμενο καλοκαίρι ανεβάζει την επιθεώρηση «Έχετε γεια βρυσούλες» και η Βέμπο παρουσιάζει μια ακόμα επιτυχία το «Χαράμι» σε στίχους του Μίμη Τραϊφόρου και μουσική του Μιχάλη Σουγιούλ. 

Στην ίδια παράσταση ένα ακόμα τραγουδάκι βγαίνει προς τα μπρος από ένα αποτυχημένο νούμερο, με τίτλο «Βρε Μανώλη Τραμπαρίφα βάλε τη διπλή ταρίφα». Η δύναμη του τραγουδιού ήταν τέτοια που θα έδινε τον τίτλο του στην επιθεώρηση του επόμενου χειμώνα. Εκεί συμβαίνει ένα σπουδαίο γεγονός η ιέρεια του Ελληνικού τραγουδιού Καίτη Μπελίντα παρουσιάζει το καλύτερο ίσως αρχοντορεμπέτκο «Το μονοπάτι» των Μουζάκη-Γιαννακόπουλου. 

Το συγκεκριμένο αρχοντορεμπέτικο το τραγουδούσε η Μαρίκα Νίνου μαζί με την «Ταμπακιέρα» και το «Μια ζωή την έχουμε». Το «Μια ζωή την έχουμε» μάλιστα πρωτοακούστηκε από τον Μανώλη Χιώτη στην ταινία του Τζαβέλα «Το σοφεράκι» πριν χαρίσει τον τίτλο του στην ομώνυμη ταινία.

Όμως τα πράγματα είχαν αρχίσει να μπερεδεύονται σιγά σίγα. Το αρχοντορεμπέτικο ήταν στις δόξες του ενώ τα ρεμπέτικα έφτασαν στο φινάλε τους και σύντομα θα γίνονταν τα γνωστά μας «λαϊκά».

Ο Μανώλης Χιώτης έγραφε αρχοντορεμπέτικα όπως το «Σκότωσε με» ενώ οι στιχουργοί υπερέβαλαν στη μαγκιά των αυθεντικών λαϊκών τύπων. Σχεδόν όλοι οι ερμηνευτές του ελαφρού τραγουδιού όπως ο Νίκος Γούναρης, ο Μαρούδας, η Βέμπο, η Λένα Πάμελα πήραν μάγκικο ύφος και άρχισαν να τραγουδούν τον «Καφέ», τον «Καραντερβίση», το «Αδύνατον να κοιμηθώ και η ώρα είναι τρεισήμισι». Το 1953 μάλιστα η Σπεράτζα Βρανά η «βασίλισσα» της μαγκιάς, έδωσε το στίγμα της στην «Ωραία Αθήνα» του Μίμη Τραιφόρου όπου τραγούδησε τη « Βαλίτσα» ενώ απ’ την άλλη η Ρένα Βλαχοπούλου έλεγε το 1954 στο θέατρο «Βέμπο» το «Κάνε μου τέτοια».

Η Σπεράτζα Βρανά είχε πει για το ’48 τα εξής:

«Τη φαντασμαγορία τη βλέπουμε τα τελευταία χρόνια, αν υποτεθεί ότι λέγονται κέντρα τα σημερινά μεγάλα μαγαζιά. Τα λαϊκά κέντρα τότε τα έλεγαν «σκυλάδικα» , ενώ δεν έχουν καμία σχέση με τα σημερινά. Απλά ήταν πιο δεύτερα μαγαζιά με λαϊκό πρόγραμμα. Και του Τσιτσάνη έτσι χαρακτηριζόταν. Πολύ αργότερα άρχισαν τα πράγματα να αλλάζουν. Κάποια στιγμή θυμάμαι είχαμε πάει στα «μπουζούκια του Μπουράγα» έτσι λεγόταν το μαγαζί, ήταν κάπου στο Περιστέρι. Εκεί τα τραπεζάκια ήταν τσίγκινα και σου έφερναν ένα ποτό, ότι να ναι….. και αυτό γιατί το ουίσκι δεν το ξέραμε μέχρι τότε. Στην αρχή βγαίνει μία γυναίκα και χορεύει ένα καταπληκτικό ζεϊμπέκικο και μετά βγαίνει η Σωτηρία Μπέλλου να τραγουδήσει. Εκεί ο κόσμος έσπαγε τα ποτήρια όχι τα πιάτα γιατί δεν ήταν ακόμα τις μόδας…. Γινόταν ένας χαμός και όλοι ήθελαν να χορέψουν την ώρα που τραγούδαγε η Μπέλλου. Αυτά ήταν τότε τα μπουζούκια….». Σιγά σιγά άλλαξαν τα πράγματα συνεχίζει η Σπεράτζα Βρανα. «Το μπουζούκι μπήκε στα καλά κέντρα. O Χιώτης και η Μαίρη Λίντα ήταν οι πρώτοι που μπήκαν εκει. Εγώ τους πρωτοείδα στην «Αρζεντίνα» την καλοκαιρινή, κάπου στη Γλυφάδα. Όταν είχε γυρίσει ο Χιώτης από την Αμερική, η Λίντα είχε ήδη επιστρέψει και μπήκαν μαζί σε ένα μεγάλο κέντρο της εποχής το «Σεραφίνο» κάπου στην «Ποσειδώνος».

Το 1949 ο Μάνος Χατζιδάκις στην περίφημη διάλεξη του στο θέατρο «Μουσούρη» όπου συνεργαζόταν το «Θέατρο τέχνης» του Καρόλου Κουν, μπροστά σε ένα έκπληκτο κοινό παρουσίασε πρώτος τους ρεμπέτες και είπε μεταξύ άλλον:

«Γιατί θα είναι ανόητο να νομίζουμε ότι ο χασάπικος μπορεί να αντικαταστήσει το ταγκό. Οι λαϊκοί τούτοι ρυθμοί έχουν κάτι περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται για να καλυφθούν οι βραδινές μας διασκεδαστικές ώρες, άσχετα αν ο χαρακτήρας επιβάλλεται και επικρατεί στις λαϊκές τάξεις. Το να θελήσει κανείς να αγνοήσει την πραγματικότητα και μάλιστα του τόπου του, το μόνο που κάνει είναι κακό του κεφαλιού του. Τα χρόνια μας είναι δύσκολα και το λαϊκό τραγούδι, που δεν φτιάχνεται από ανθρώπους της φούγκας και του κοντραπούντο ώστε να νοιάζεται για εξυγιάνσεις και πρόχειρα φτιασιδώματα, τραγουδάει την αλήθεια και μόνο την αλήθεια».

Ο ίδιος ο Χατζιδάκις «έριξε την Αυλαία» και έφερε σιγά σιγά τη νέα εποχή. Αυτό έγινε το 1955 μέσα από τη μουσική του, για δυο ταινίες τη «Στέλλα» του Μιχάλη Κακογιάννη και το «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο» του Αλέκου Σακελλάριου.

Στο δεύτερο έργο μάλιστα με στίχους του ίδιου του Σακελλάριου στο τραγούδι «Γαρίφαλο στ’ αυτί» και το « Είμαι άντρας και το κέφι μου θα κάνω» ο Χατζιδάκις αλλάζει εντελώς τα ως τότε δεδομένα. Το 1958 ο Μανώλης Σουγιούλ φεύγει από τη ζωή ενώ στον ορίζοντα εμφανίζεται ο Μίκης Θεοδωράκης και τα αρχοντορεμπέτικα περνούν στο περιθώριο. Ξεχνιούνται ως είδος, η εποχή έχει αλλάξει. Ο Χρήστος Τσαγανέας θα είχε περισσότερους λόγους να φωνάξει «Άνθρωποι, Άνθρωποι» αλλά δεν τον άκουγε πια κάνεις.