Ας ξανασυστηθούμε: Με αφορμή τον πόλεμο στην Ουκρανία

Διευκρινίσεις ως προς την εν Ελλάδι επιστημονική προσέγγιση της διεθνούς πολιτικής.
|
.
.
Eurokinissi

Η πόλωση στη δημόσια συζήτηση, μετά την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, ανέδειξε χρόνιες παθογένειες όσον αφορά κυρίως το γεγονός ότι δεν έχουμε μάθει να συζητούμε. Η ευκολία, άλλωστε, με τον οποία εκστομίζονται χαρακτηρισμοί και σπιλώνονται υπολήψεις είναι άνευ προηγουμένου στην εποχή του διαδικτύου.

Σε προηγούμενο κείμενο του γράφοντος διατυπώθηκαν ορισμένες σκέψεις σχετικά με το πρόβλημα του ελληνικού δημόσιου διαλόγου, προεκτεινόμενο προφανώς στην πραγματικότητα ευρύτερα του δυτικού κόσμου.

Εντός του παρόντος θα επιχειρηθεί να δοθούν ορισμένες εξαιρετικά συνοπτικές διευκρινίσεις ως προς την εν Ελλάδι επιστημονική προσέγγιση της διεθνούς πολιτικής, καθότι η αίσθηση ότι ορισμένα πράγματα έχουν παρεξηγηθεί, είναι μάλλον διάχυτη.

Εν αρχή είναι ο… Κονδύλης! Με ενάργεια είχε επισημάνει ότι το κύριο διακύβευμα είναι η εξαγωγή ενός κοινού παρονομαστή επί διαφορετικών ιστορικών περιπτώσεων. Όταν καταφέρεις να εξάγεις ενιαία συμπεράσματα από τη συμπεριφορά των δρώντων, μελετώντας διαφορετικά ιστορικά γεγονότα, τότε έχει επιτύχει το μέγιστο, ήτοι τη δημιουργία θεωρίας.

Η θεωρία εδράζεται στη διατύπωση αιτιωδών σχέσεων και στη διϊστορική επαλήθευσή τους, δηλαδή κάθε φορά που ο Α ενεργεί κατά τρόπο Χ, αντίστοιχα ο Β λαμβάνει μέτρα κατά τρόπο Ψ. Τούτο το απλό σχήμα υποκρύπτει πολύ ερευνητικό μόχθο και άοκνη προσπάθεια, προκειμένου η εξαγωγή ενός σταθερού συμπεράσματος να έχει περιγραφικά χαρακτηριστικά και όχι αξιολογικά. Με άλλα λόγια, ο αναλυτής διαπιστώνει την αιτιώδη σχέση και δεν προτείνει τη συμβολή των μερών για την εκδίπλωσή της.

Προς την κατεύθυνση, λοιπόν, της επιστημονικής περιγραφής των αιτιωδών σχέσεων έχουν χαραχθεί διαφορετικές πορείες, με κοινή αφετηρία το μείζον: την αδιαφιλονίκητη σημασία της ισχύος και κατ’ επέκταση της ασφάλειας των συλλογικοτήτων, αλλά και τη δεσπόζουσα «παρουσία» σε επίπεδο σκέψης του θουκυδίδειου κεκτημένου.

Η μία κυρίαρχη εν Ελλάδι πορεία είναι της διεθνολογικής προσέγγισης, ήτοι της θεμελίωσης αιτιωδών σχέσεων μέσω της συστημικής αλληλεπίδρασης των δρώντων και της ιδιοσυστασίας τους, με τη στρατηγική συμπεριφορά των Ηγεμονικών Δυνάμεων να δεσπόζει στην όλη συλλογιστική.

Η έτερη πορεία είναι της γεωπολιτικής προσέγγισης, η οποία καταλήγει σε αναλυτικό πλαίσιο, ούσα και αυτή εξαιρετικά ευαίσθητη στα αιτούμενα της ισχύος και των Μεγάλων Δυνάμεων αλλά συνεκτιμώντας αυτά υπό τη βάσανο του μητρικού επιστημονικού πεδίου της Γεωγραφίας.

Κοινή συνισταμένη και των δύο είναι η περιγραφή υπό την παραδοχή συγκεκριμένων εγγενών χαρακτηριστικών της συμπεριφοράς των συλλογικοτήτων υπό συνθήκες αβεβαιότητας, εντός του άναρχου διεθνούς συστήματος.

Διόλου τυχαίο είναι ότι οι συνεπείς κοινωνοί των δύο πορειών (ενδεικτικά και κατ’ αντιστοιχία οι Ομότιμοι Καθηγητές Παναγιώτης Ήφαιστος και Ιωάννης Μάζης όσον αφορά την επιστημονική διαλεκτική στη χώρα μας) καταλήγουν σε κοινά συμπεράσματα, όσον αφορά τα μείζονα ζητήματα της διεθνούς πολιτικής, καθώς και τα όσα αφορούν την ελληνική εξωτερική πολιτική και τούτο διότι σημείο εκκίνησης αμφοτέρων, όπως ήδη ειπώθηκε, είναι το θουκυδίδειο κεκτημένο με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε επίπεδο κοσμοαντίληψης. Έχοντας κοινό σημείο εκκίνησης, ορίζουν και κοινό αντίπαλο: τις στρατευμένες απόψεις, τις ιδεολογικά φορτισμένες «αναλύσεις» και τα χρωματισμένα στα χρώματα σημαιών γυαλιά. Εξάλλου, διόλου τυχαίο είναι και το πλήθος των θεωρητικών δανείων του ενός από τον άλλον.

Συνεπώς, το έργο της ανάλυσης σταματά στη μελέτη ιστορικών περιπτώσεων και στην εξαγωγή ομογενοποιημένων συμπερασμάτων;

Προφανώς η εκτίμηση για τα τρέχοντα τεκταινόμενα είναι πολύτιμη, όπως και σημαντική καθώς συνάγεται ως απόσταγμα της μελέτης του υποβάθρου και της γνώσης της θεωρίας αποτυπωμένης υπό περιγραφικούς όρους. Απολύτως θεμιτή είναι η πρόταση πολιτικής ή αντίστοιχα η γεωστρατηγική σύνθεση, όταν αυτή παρατίθεται με αποκλειστικό μέλημα τα συμφέροντα της χώρας σου και λαμβάνει υπόψιν το πρότερο περιγραφικό σκέλος.

Επίσης εύλογα είναι και ενδεχόμενα λάθη, αλλά τούτο δεν ακυρώνει την επιστημονική αξία της όλης διαδικασίας, όπως φυσικά δεν ακυρώνεται η σημασία της ιατρικής επιστήμης κάθε φορά που ένας ασθενής καταλήγει. Η επιστήμη κοινωνείται υπό ορθολογικούς όρους, λογοδοτώντας αποκλειστικά στην αλήθεια, ήτοι στον εξοβελισμό της λήθης, όπως αυτή συνεκτιμάται υπό το βάρος της επαλήθευσης επί παρελθουσών περιπτωσιολογικών μελετών.

Στον αντίποδα, έχουμε πομφόλυγες δημιουργημένες πολλές φορές με ιδιαίτερη προσοχή σε δωμάτια επιτελείων Ηγεμονικών Δυνάμεων, οι οποίες προβάλλονται ως βαθυστόχαστες αναλύσεις, επειδή… «πρέπει»!

Μάλλον αυτά θα πρέπει να έχουμε κατά νου, όταν ακούμε ή διαβάζουμε μια ανάλυση, παραμένοντας στην ουσία και όχι στην επιμέρους πληροφορία και σίγουρα αντιδρώντας κάθε φορά που κάποιος «μεγάλος και τρανός διανοητής» θα μας συστήσει ότι «πρέπει να συμβεί το τάδε, γιατί… έτσι»!