Η εκτέλεση των 49 της Παραμυθιάς: ογδόντα χρόνια μετά

Ο ρόλος των τσάμηδων και η λήθη της ιστορίας
Φωτογραφία αρχείου
Φωτογραφία αρχείου
Keystone via Getty Images

Στην πόλη της Παραμυθιάς τον Σεπτέμβριο του 1943, πριν από 80 χρόνια, μέσα σε διάστημα δέκα ημερών γίνονται δύο διαδοχικές εκτελέσεις αμάχων από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής με την ενεργό συμμετοχή Ελλήνων πολιτών που όμως αυτοπροσδιορίζονται ως Μουσουλμάνοι αλβανικής καταγωγής ή ως Τσάμηδες.

Οι εκτελέσεις αυτές αριθμητικά αποτελούν περίπου το 10% των συνολικών δολοφονιών και εκτελέσεων που έλαβαν χώρα στην ευρύτερη περιοχή της Θεσπρωτίας κατά τη διάρκεια της κατοχής, έχουν ωστόσο ιδιαίτερη σημασία επειδή συμπυκνώνουν το πνεύμα της σύγκρουσης ταυτοτήτων στην περιοχή αυτή και αποτελούν το τελευταίο ιστορικά επεισόδιο μιας εθνοτικής σύγκρουσης που η αρχή της χάνεται στα βάθη της οθωμανικής κατοχής με τις βίαιες αλλαγές ταυτότητας που είναι γνωστές ως εξισλαμισμοί και χρονολογούνται ήδη πριν από το κίνημα του Διονυσίου του φιλοσόφου, αλλά εντείνονται μετά από αυτό. Μάλιστα μια από τις τραγικές πτυχές της εθνοτικής σύγκρουσης κατά τη διάρκεια της Κατοχής είναι ότι ορισμένοι από τους πρωταγωνιστές των σφαγών του χριστιανικού πληθυσμού της Θεσπρωτίας την περίοδο 1941-1944 υπήρξαν απόγονοι των θυμάτων προγενέστερων εθνοτικών συγκρούσεων που άλλαξαν ταυτότητα και έγιναν Μουσουλμάνοι.

Η μεγάλη και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα από κοινωνιολογικής πλευράς μάχη των ταυτοτήτων στη Θεσπρωτία εξελίσσεται μετά το 1922, όταν η ελληνική διοίκηση επιδιώκει την υπαγωγή των Μουσουλμάνων Τσάμηδων της Θεσπρωτίας στους ανταλλάξιμους πληθυσμούς και τη μετακίνησή τους στην Τουρκία. Έτσι στις πολλαπλές διεθνείς επιτροπές που ασχολήθηκαν με τη διερεύνηση των ταυτοτήτων στη Θεσπρωτία με επιτόπιες έρευνες και επιθεωρήσεις, η ελληνική διοίκηση πριν από 100 χρόνια κατά παράδοξο τρόπο στήριξε τα επιχειρήματά της υπέρ της ανταλλαγής σε μια θεωρία για τις ταυτότητες που σήμερα θεωρείται διεθνώς η τελευταία λέξη της κοινωνικής ανθρωπολογίας και της κοινωνιολογίας.

Η θεωρία αυτή θέτει ως δείκτες της εθνοτικής/εθνικής ταυτότητας όχι κάποια αντικειμενικά χαρακτηριστικά, όπως η καταγωγή ή το αίμα, αλλά υποκειμενικά γνωρίσματα και καταστάσεις, όπως η συνείδηση και η δημόσια δήλωσή της. Έτσι για την ελληνική πλευρά Τούρκος ήταν όποιος έχει και επικαλείται συνείδηση Τούρκου, όποιος αισθάνεται και δηλώνει Τούρκος. Ας σημειωθεί εδώ ότι στην κοινή καθημερινή γλώσσα της εποχής, τουλάχιστον μέσα στη χριστιανική κοινότητα, οι Αλβανοτσάμηδες ονομαζόταν επίσης Τούρκοι, όπου Τούρκος εδώ σημαίνει Μουσουλμάνος και όχι εθνοτικά Τούρκος.

Αντιθέτως, η Αλβανία και η Τουρκία στη διαμάχη για την εθνική ταυτότητα υποστήριξαν την εντελώς αντίθετη θέση, ότι δηλαδή η εθνική ταυτότητα – Τούρκος ή Αλβανός – καθορίζεται από αντικειμενικά χαρακτηριστικά όπως η γλώσσα, το αίμα (καταγωγή) και τα ήθη και έθιμα. Η εξέλιξη της διαμάχης αυτή είναι γνωστή. Στην αρχική φάση η ελληνική διοίκηση είχε καταφέρει να δημιουργήσει ένα ισχυρό ρεύμα Μουσουλμάνων Τσάμηδων που αυτοπροδιορίστηκαν ως Τούρκοι και δέχτηκαν τη μετακίνησή τους στην Τουρκία. Ισχυρότατες αντιρρήσεις της Αλβανίας και της Τουρκίας, όμως, ανέκοψαν το ρεύμα αυτό μέχρι που εμφανίζεται πραξικοπηματικά στο προσκήνιο ο Θεόδωρος Πάγκαλος το 1926 και δίνει μια επίσης πραξικοπηματική λύση στο ζήτημα. Η έκβαση της μάχης των ταυτοτήτων δεν τον ενδιαφέρει, αποφασίζει ο ίδιος να απαντήσει για λογαριασμό των Μουσουλμάνων Τσάμηδων τους οποίους πιστώνει συλλήβδην με αλβανική ταυτότητα και έτσι τους εξαιρεί από τις ανταλλαγές.

Η Ελλάδα από τη στιγμή εκείνη και μετά δέχεται ότι οι Μουσουλμάνοι Τσάμηδες της Θεσπρωτίας είναι εθνοτικά Αλβανοί και κρατικά Έλληνες, με άλλα λόγια ότι αποτελούν άτυπη εθνοτική μειονοτική ομάδα.

Το γεγονός ότι η Ελλάδα δεν προχώρησε ποτέ στην επίσημη αναγνώριση εθνικής αλβανικής μειονότητας στη Θεσπρωτία, δεν άλλαξε τα σχέδια της Αλβανίας και της ηγετικής ομάδας των Μουσουλμάνων Τσάμηδων στην περιοχή. Οι διαδοχικές καταγγελίες στην τότε ΚτΕ, αλλά και οι δράσεις του αλβανικού αλυτρωτισμού με όργανα Μουσουλμάνους Τσάμηδες πολύ πριν εμφανιστεί στο προσκήνιο η «ΞΥΛΑ» ή το «Κεσίλι» (η Επιτροπή Αλβανικής Διοίκησης) στα πρώτα χρόνια της Κατοχής, είχαν ως στόχο την αποσταθεροποίηση του status quo στη Θεσπρωτία και την επιστροφή στο status quo ante, με μία διαφορά: η Τσαμουριά θα βγει από το Ρωμαίικο όχι για να γίνει ξανά οθωμανική ζώνη, αλλά για να γίνει επαρχία αλβανική.

Η κατάλληλη συγκυρία για την ανατροπή αυτή δόθηκε με την ιταλική και στη συνέχεια, από τον Ιούλιο του 1943 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1944, τη γερμανική κατοχή. Την περίοδο αυτή η ηγεσία των Μουσουλμάνων Τσάμηδων όχι μόνο δεν αναγνωρίζει την ελληνική κατοχική διοίκηση στην περιοχή, δηλαδή τη διοίκηση Ράλλη, αλλά την εκδιώκει, την καταδιώκει και όπου μπορεί την εξουδετερώνει, και μάλιστα σε στενή συνεργασία με τον κατακτητή. Όχι με το σκεπτικό ότι τα όργανά της αποτελούν όργανα μιας δωσίλογης κυβέρνησης, αλλά επειδή πρόκειται για ελληνική διοίκηση σε «αλβανική» περιοχή.

Οι διώξεις και οι δολοφονίες αυτές, που έχουν την ανοχή των τοπικών γερμανικών στρατιωτικών αρχών, αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του σχεδίου εγκατάστασης και με επίσημο τρόπο αλβανικής διοίκησης στη Θεσπρωτία με αντικειμενικό σκοπό την εθνοκάθαρση και την προσάρτηση της περιοχής στη Μεγάλη Αλβανία μετά τον πόλεμο, τον οποίο ήλπιζαν ότι θα κερδίσει ο Άξονας.

Οι εκτελέσεις των εννέα στις 19.9.1943 και των 49 στις 29.9.1943 στην Παραμυθιά πριν από 80 χρόνια δεν πρέπει να θεωρηθούν ως ένα συνηθισμένο στην κατοχική περίοδο μέτρο αντιποίνων των γερμανικών δυνάμεων κατοχής ύστερα από αντιστασιακή δράση και απώλειες Γερμανών στρατιωτών, παρότι επιφανειακά και εκ πρώτης όψεως φαίνεται σαν τέτοιο. Το επεισόδιο στην τοποθεσία «Σκάλα» της Παραμυθιάς με τους νεκρούς Γερμανούς στρατιώτες λίγες μέρες πριν την εκτέλεση ήταν περισσότερο το πρόσχημα και η αφορμή, παρά η πραγματική αιτία για τη δεύτερη εκτέλεση, αυτή των 49 προκρίτων στις 29.9.1943. Κρατούμενοι υπήρχαν εκείνες τις μέρες αρκετοί στο υπόγειο του Δημοτικού Σχολείου της πόλης, αν η γερμανική πλευρά ήθελε απλά να εφαρμόσει το γνωστό μέτρο των αντιποίνων. Δεν θα χρειαζόταν να ανατρέξει σε μια λίστα προσώπων που είχαν ήδη συλληφθεί ένα μήνα νωρίτερα, μετά το πέρας της επιχείρησης «Αύγουστος» και της ολικής καταστροφής των χωριών του Φαναρίου, και να προσθέσει σε αυτή ορισμένα άλλα, πολύ συγκεκριμένα πρόσωπα.

Ο αντισυνταγματάρχης Josef Remold – διοικητής του 99. συντάγματος της 1ης Ορεινής Μεραρχίας Καταδρομών, την υπογραφή του οποίου φέρει η λίστα των συλληφθέντων κατοίκων της Παραμυθιάς στα μέσα Αυγούστου του ίδιου έτους – δεν βρίσκεται στην Παραμυθιά ούτε την ημέρα των συλλήψεων, ούτε την ημέρα των εκτελέσεων, διότι συντονίζει στην Κέρκυρα την επιχείρηση απόβασης γερμανικών δυνάμεων στο νησί και της εξουδετέρωσης των ιταλικών στρατευμάτων που εδρεύουν εκεί.

Από τη μελέτη του υπάρχοντος αρχειακού υλικού γνωρίζουμε ποιος αξιωματικός ανήγγειλε στη μονάδα του, που έδρευε στην Παραμυθιά, το μέτρο εξιλέωσης (λοχαγός Hindeland), σε ποιον υπαξιωματικό ανέθεσε να συγκροτήσει το εκτελεστικό απόσπασμα, ποιοι στρατιώτες ανήκαν σε αυτό, ποιος οδήγησε το απόσπασμα στον τόπο της εκτέλεσης και είχε το πρόσταγμα για τις εκτελέσεις (Götte).

Γνωρίζουμε επίσης ότι όλοι αυτοί δεν θεωρήθηκαν ύποπτοι τέλεσης εγκλήματος και ότι η υπόθεση «Παραμυθιά» στις 8.7.1965 τέθηκε από την εισαγγελία του Kempten στο αρχείο με παύση της δίωξης εναντίον του λοχαγού Alfred Hindeland, με το σκεπτικό ότι το μέτρο των αντιποίνων ήταν νόμιμο. Δεν γνωρίζουμε μέχρι σήμερα επακριβώς από ποιο επίπεδο στρατιωτικής ιεραρχίας ξεκίνησε η εντολή για την εκτέλεση. Υπήρχε βεβαίως ήδη μια γενική ανακοίνωση στις 10.9.1943, αμέσως μετά την συνθηκολόγηση των ιταλικών δυνάμεων, με υπογραφή του στρατηγού Lanz, διοικητή του 22ου Σώματος Ορεινών καταδρομών, όπως επίσης ότι λίγες μέρες αργότερα ακολούθησε η εξειδίκευσή της με υπογραφή του υποστράτηγου Stettner, διοικητή της 1ης Μεραρχίας, και συγκεκριμένα ότι σε περίπτωση θανάτου Γερμανού από «συμμορίες» - έτσι ονόμαζε η Βέρμαχτ τους αντάρτες όλων των αντιστασιακών οργανώσεων - θα εκτελούνται δέκα Έλληνες, χωρίς να προσδιορίζει αν οι προς εκτέλεση είναι φτωχοί ή πλούσιοι, μορφωμένοι ή όχι, σημαίνοντα πρόσωπα ή άγνωστοι.

Στην Παραμυθιά η υλοποίηση του μέτρου εξιλέωσης πήρε μια πολύ συγκεκριμένη μορφή με επιλεκτικές συλλήψεις που συμπίπτουν σε μεγάλο βαθμό με τη λίστα Remold, δηλαδή τη λίστα των επικίνδυνων προσώπων που είχε συντάξει ο Μαζάρ Ντίνο για τις ιταλικές και αργότερα τις γερμανικές αρχές κατοχής.

Καταλήγουμε λοιπόν στο συμπέρασμα ότι ειδικά η εκτέλεση των 49 δεν μπορεί να εξομοιωθεί ως προς τα ποιοτικά της χαρακτηριστικά με τις εκατοντάδες παρόμοιες εκτελέσεις αμάχων στην κατοχική Ελλάδα ως γερμανική απάντηση σε αντιστασιακή δράση, αλλά ότι έχει πολιτικό βάθος. Η εγκληματική αυτή ενέργεια αποτελούσε το επόμενο βήμα μετά τη διάλυση της ελληνικής διοίκησης στην περιοχή. Και αυτό ήταν η διάλυση του μεγαλύτερου οικονομικού κέντρου της Θεσπρωτίας που ήταν ακόμη στα χέρια Ρωμιών και στη συνέχεια η εθνοκάθαρση της Θεσπρωτίας από το χριστιανικό στοιχείο. Το μήνυμα μετά τις εκτελέσεις ήταν σαφές: κανείς Ρωμιός δεν πρέπει πλέον να αισθάνεται ασφαλής στην Τσαμουριά. Η εκτέλεση σηματοδοτούσε το τελικό στάδιο της εθνοκάθαρσης.

Ο ρους της Ιστορίας, όμως, δεν ήταν αυτός που είχαν υπολογίσει οι Μουσουλμάνοι Τσάμηδες – και δεν εννοώ μόνο την ηγεσία τους, αλλά και τη μεγάλη μάζα του συγκεκριμένου πληθυσμού, στο βαθμό που όχι μόνον δεν εναντιώθηκε λόγω ή έργω στα αλυτρωτικά σχέδια και τις εγκληματικές πρακτικές της ηγεσίας, αλλά την ακολούθησε ενεργητικά ή παθητικά στις επιδιώξεις της.

Οι ελάχιστες εξαιρέσεις Μουσουλμάνων που εντάχθηκαν σε ομάδες του Ζέρβα εξ αρχής, ή που μεταπήδησαν από τις ένοπλες ομάδες των Ντιναίων στον ΕΛΑΣ στα τέλη της άνοιξης του 1944 με προφανή καιροσκοπικά κίνητρα, καταδεικνύουν την εγκυρότητα της διαπίστωσης αυτής. Οι Ντιναίοι, και όσοι τους εμπιστεύτηκαν και τους ακολούθησαν ενεργητικά ή παθητικά, έπαιξαν και έχασαν. Έπαιξαν αιματηρά και έχασαν αιματηρά, ειδικά στην Παραμυθιά, το Καρβουνάρι, την Πάργα και τους Φιλιάτες. Πολιτικο-ιδεολογικά υποκινούμενες διαφορετικές αναγνώσεις της Ιστορίας εντεύθεν των ελληνικών συνόρων που εμφανίζουν την εγκληματική δράση των Μουσουλμάνων Τσάμηδων είτε ως δράση μιας δράκας προσώπων γύρω από τους Ντιναίους, είτε ως αμυντική αντίδραση στην απειλή του Ζέρβα, δεν είναι μόνον εσφαλμένες, αλλά και κυνικές.

Πρόκειται για εργαλειακή «Ιστορία» με συγκεκριμένη πολιτική και ιδεολογική χρήση. Αλυτρωτικά υποκινούμενες παρόμοιου χαρακτήρα αναγνώσεις της Ιστορίας εκείθεν των ελληνοαλβανικών συνόρων που, αποσιωπώντας το ονόματα Νουρί, Ρετζέπ και Μαζάρ Ντίνο, εμφανίζουν τους Μουσουλμάνους Τσάμηδες στο σύνολό τους ως αντιστασιακούς αντιφασίστες που πολέμησαν τους Γερμανούς κατακτητές, είναι εξίσου ανιστόρητες και προκλητικές. Και στη μία περίπτωση και στην άλλη η εμπειρία δύο εμφύλιων συγκρούσεων μέσα στην Κατοχή – στην Ελλάδα και την Αλβανία – ρίχνει ακόμη τη σκιά της στην απεικόνιση των ιστορικών γεγονότων αυτής της εποχής.

Στην Αλβανία η εμφύλια σύγκρουση μεταξύ του αλβανικού ΕΑΜ, στο οποίο είχε ενταχθεί μεγάλο μέρος του βορειοηπειρωτικού στοιχείου, και των εθνικιστικών ομάδων του Μπάλι Κομπετάρ κατέληξε στην επικράτηση του κομμουνιστικού κόμματος και στο ολοκληρωτικό καθεστώς του Χότζα. Τα αφηγηματικά μοτίβα του καθεστώτος αυτού για την κατοχική περίοδο άντεξαν μέχρι την πτώση του. Τη θέση τους πήραν μετά το 1990 νέα αφηγήματα για την ίδια περίοδο με την αποκατάσταση των ηττημένων του κατοχικού αλβανικού εμφυλίου.

Ακόμη και πατεντάτοι συνεργάτες των γερμανικών αρχών κατοχής που φιγουράρουν ως πρώτα ονόματα στις γερμανικές λίστες των καταδοτών, εμφανίζονται τώρα ως αντιφασίστες και ως προσωπικότητες μεγάλου βεληνεκούς. Στην Ελλάδα ο κατοχικός και ο μεταγενέστερος εμφύλιος είχαν διαφορετική κατάληξη. Αλλά τα αφηγήματα των νικητών αυτού του εμφυλίου κράτησαν μέχρι το 1974. Μετά την πτώση των Απριλιανών, οι εκδοχές των ηττημένων έγιναν κυρίαρχες και λίγο πολύ εκτόπισαν, εκτός από την προπαγάνδα των Απριλιανών, και ό,τιδήποτε νηφάλιο και ακριβές είχε γραφεί για την περίοδο της κατοχής ως δεξιά «εθνικοφροσύνη».

Η καταστροφή αρχειακού υλικού με τη μορφή της καύσης των φακέλων – γεγονός μάλλον μοναδικό σε ανεπτυγμένη ευρωπαϊκή χώρα – αποτελεί τον πλέον σαφή δείκτη του νέου τοπίου για την ελληνική ιστοριογραφία τα τελευταία εξήντα χρόνια, λειτουργώντας ως επίσημη πράξη αναγνώρισης της νέας ιδεολογικής ηγεμονίας. Στο όνομα της λήθης και της συμφιλίωσης καταστράφηκε η δυνατότητα ρεαλιστικής απεικόνισης του παρελθόντος.

Περιττό να προστεθεί πως ούτε λήθη υπήρξε, ούτε συμφιλίωση. Απλά στη θέση ενός προπαγανδιστικού αφηγήματος τοποθετήθηκε ένα άλλο, όχι λιγότερο προπαγανδιστικό. Η πανελλαδικής εμβέλειας συστηματική επιχείρηση ίδρυσης μνημείων για τον «Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας» και οι οργανωμένες επισκέψεις και κατασκηνώσεις νεολαίων στα «χνάρια» του ΔΣΕ, με τον ταυτόχρονο στιγματισμό παρόμοιων ενεργειών από την πλευρά των αντιπάλων ως «φασιστικών», συνιστούν σαφείς δείκτες της αντίστροφης πορείας του κυρίαρχου ελληνικού και αλβανικού αφηγήματος για τον κατοχικό εμφύλιο στις δύο χώρες. Όσο για τη συμφιλίωση, ο καθένας από αυτά που βλέπει και ακούει διαχρονικά εδώ και στην Αλβανία, βγάζει εύκολα τα συμπεράσματά του.

Όποιος ενδιαφέρεται για την ακρίβεια της αντιστοίχισης μεταξύ ιστορικής μνήμης και ιστορικών γεγονότων, πρέπει να νιώθει ανακουφισμένος που χώρες όπως η μεταπολεμική Γερμανία δεν κατέστρεψαν αρχειακό υλικό στο όνομα της λήθης και της εθνικής συμφιλίωσης. Αυτό αφορά τόσο το υλικό της χιτλερικής Γερμανίας, όσο και το υλικό της Ανατολικής Γερμανίας με τους διαβόητους φακέλους της Στάζι.

Όταν μελετώντας τα γερμανικά στρατιωτικά αρχεία στο Φράιμπουργκ έπεσα πάνω στον κατάλογο των Παραμυθιωτών που περιείχε η λίστα Remold, διέκρινα μεταξύ των άλλων και το όνομα του δημάρχου της πόλης Αριστοτέλη Στρουγγάρη.

Στον ίδιο φάκελο διάβασα και την αγέρωχη κατάθεσή του στην ανάκριση που ακολούθησε από τη Γκεστάπο του γερμανικού στρατού όταν μεταφέρθηκε και φυλακίστηκε στα Γιάννενα. Το όνομα του Στρουγγάρη ήταν στη λίστα των εκτελεστέων, αλλά όταν έγιναν οι συλλήψεις στις 27.9.43 είχε βγει ήδη στο βουνό.

Ενδιαφέρθηκα για την τύχη του μετά την απελευθέρωση και διαπίστωσα ότι συνελήφθη ξανά το 1948, αυτή τη φορά από Έλληνες που δοκίμαζαν την επανάσταση και, ξεκινώντας από τη Μουργκάνα, είχαν καταλάβει για λίγες ώρες την Παραμυθιά. Αν τη δεύτερη φορά ανακρίθηκε και τι κατέθεσε ο αείμνηστος δήμαρχος δεν γνωρίζουμε, και μάλλον δεν πρόκειται να μάθουμε ποτέ. Εδώ δεν χρειάστηκε να καεί κάποιος φάκελος, δεν είχε καν σχηματιστεί. Γνωρίζουμε, όμως, ότι δολοφονήθηκε. Η πιθανότητα να μάθουμε κάποτε βάσιμα ποιο όργανο αποφάσισε να εκτελεστεί, με ποιο προσχηματικό σκεπτικό και ποιο πραγματικό κίνητρο, ποιος σύντροφος διέταξε και ποιοι «μαχητές» πραγματοποίησαν την εκτέλεση, πλησιάζει τη μηδενική. Στην καλύτερη περίπτωση θα μάθουμε για φήμες που υπάρχουν γύρω από το έγκλημα αυτό χωρίς να μπορούμε να τις επιβεβαιώσουμε.

Η τραγωδία της Κατοχής, η τραγωδία του κατοχικού εμφυλίου και η τραγωδία του μεταγενέστερου εμφυλίου ρίχνουν ακόμη βαριά τη σκιά τους στην προσπάθειά μας να απεικονίσουμε και να αποτιμήσουμε τον πόλεμο ταυτοτήτων και ιδεολογιών που εξελίχθηκαν σε πραγματικές συγκρούσεις με πραγματικά ανθρώπινα θύματα και άνοιξαν τραύματα που δύσκολα κλείνουν. Η προσωπική μου πεποίθηση είναι ότι τα τραύματα αυτά δεν θεραπεύονται μέσα από τη λήθη, χωρίς πρώτα να προκύψει μια ακριβής και μη αμφισβητήσιμη εικόνα των συμβάντων, χωρίς πρώτα να «λάμψει η αλήθεια», για να δανειστώ μια φρασεολογία από το χώρο της δικαιοσύνης. Είναι η αναγνώριση αυτής της αλήθειας από όλες τις πλευρές που επιτρέπει στη λήθη να λειτουργήσει θεραπευτικά.

Αυτό υπήρξε και το βασικό μου κίνητρο να αναζητήσω από τη θέση του πανεπιστημιακού δασκάλου την αλήθεια για τα γεγονότα της Παραμυθιάς με τη μορφή μιας κατά το δυνατόν ρεαλιστικής και μη υποταγμένης σε αλλότρια σκοπιμότητα απεικόνισης των συμβάντων σε συνάρτηση με τα δρώντα πρόσωπα και τα κίνητρά τους. Σε μερικούς δεν θα αρέσει αυτή η αλήθεια, προτιμούν ίσως κάποια άλλη στην οποία έχουν συνηθίσει και δεν θα ήθελαν να ξεβολευτούν ή να ρισκάρουν την αχρήστευση ενός ιδεολογικού εργαλείου. Θέλω όμως να ελπίζω ότι υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που ενδιαφέρονται για την μη-στρατευμένη αφήγηση, όταν αυτή στηρίζεται σε τεκμήρια που δεν μπορούν να διαψευστούν. Η ετοιμότητα της ελληνικής κοινωνίας για αναγνώριση των συμβάντων, ως αναγκαίας προϋπόθεσης για την αποδοχή μιας ρεαλιστικής εικόνας για τα ιστορικά δρώμενα, ογδόντα χρόνια μετά τα γεγονότα, δεν φαίνεται ακόμη να υπάρχει. Η διαμόρφωσή της για πολλούς λόγους παραμένει μια εκκρεμότητα με αβέβαιη έκβαση, παρά το ρητορικό της κλείσιμο. Ας ελπίσουμε ότι δεν θα παραμείνει ανοιχτή εις το διηνεκές στο όνομα της λήθης.