Η λύση στο πρόβλημα της ΕΥΠ είναι επιτακτική

Οι εποχές που έρχονται θα είναι δύσκολες. Η ελληνική πολιτεία έχει την υποχρέωση να προωθήσει άμεσα τον εκσυγχρονισμό των πληροφοριακών της μηχανισμών.
|
.
.
Eurokinissi

Του Σήφη Φιτσανάκη, Καθηγητή Πληροφοριών και Ασφάλειας στο Coastal Carolina University των ΗΠΑ, και συγγραφέα του βιβλίου Εθνική ασφάλεια και σύγχρονες υπηρεσίες κατασκοπείας στην Ελλάδα (εκδόσεις Ποταμός)

Οι υπηρεσίες πληροφοριών αποτελούν ανέκαθεν την πιο κρυφή πτυχή του κρατικού μηχανισμού. Η ικανότητά τους να δρουν αθόρυβα είναι απαραίτητη για την αίσια διεκπεραίωση της αποστολής τους, που είναι η ασφάλεια της πολιτείας και των θεσμών. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη αποτυχία για μια υπηρεσία πληροφοριών από το να βρεθεί η ίδια στο επίκεντρο της ειδησεογραφίας. Συνεπώς, οι αποκαλύψεις αναφορικά με παρακολουθήσεις δημοσίων προσώπων από την Ελληνική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΕΥΠ) είναι, πέρα από νομικά επιλήψιμες, βαθιά ζημιογόνες για την υπόληψή της στην κοινωνία. Δίνουν ωστόσο αφορμή για έναν ουσιαστικό διάλογο πάνω στην υφή και στο χαρακτήρα που θα πρέπει να έχει μια σύγχρονη υπηρεσία πληροφοριών ενός δημοκρατικού κράτους.

Οποιαδήποτε συζήτηση αναφορικά με το κρίσιμο αυτό ζήτημα θα πρέπει να βασίζεται πάνω σε δύο αλήθειες. Καταρχάς, ή ύπαρξη και η δράση σωστά καταρτισμένων μυστικών υπηρεσιών, όχι μόνο δεν αντιτίθενται στη δημοκρατία, αλλά συμβάλλει ουσιαστικά στην προστασία της και την ενδυναμώνει. Για να εκφραστεί και να ευδοκιμήσει πολιτικά, το εύθραυστο πολίτευμα της δημοκρατίας προϋποθέτει υψηλούς βαθμούς σταθερότητας και ασφάλειας. Για να εξασφαλιστούν αυτές οι προϋποθέσεις χρειάζονται την καίρια συμβολή των μυστικών υπηρεσιών. Αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο σε επισφαλείς και αβέβαιους καιρούς, όπως είναι η εποχή μας.

Είναι όμως εξίσου αληθές ότι οι μυστικές υπηρεσίες, λόγω ακριβώς της μυστικότητας που τις διακρίνει, έχουν την τάση να ελίσσονται στα άδυτα του κρατικού μηχανισμού, καθώς και να συμπεριφέρονται με σχετική υπεροψία έναντι των ελεγκτικών μηχανισμών της δημοκρατίας. Παράλληλα, η εκτελεστική εξουσία συχνά υποκύπτει στον πειρασμό να κατευθύνει τις επιχειρήσεις των μυστικών υπηρεσιών προς κοντόφθαλμους και στενά κομματικούς σκοπούς.

Δεν υπάρχει χώρα στην υφήλιο, άσχετα από το πόσο δημοκρατικές είναι οι περγαμηνές της, που να μην έχει βρεθεί, έστω και σε μεμονωμένες περιπτώσεις, αντιμέτωπη με τις δύο αυτές αντίρροπες τάσεις των μυστικών υπηρεσιών. Η αναγκαία συμβολή των τελευταίων στην αυτοάμυνα της δημοκρατίας συχνά έρχεται σε σύγκρουση με την επιχειρησιακή ανυπακοή τους στους κανόνες του ίδιου του πολιτεύματος, το οποίο υπερασπίζονται. Με άλλα λόγια, το φαινόμενο της πολιτικής παραβατικότητας των μυστικών υπηρεσιών, ακόμα και μέσα σε ένα ακραιφνές δημοκρατικό περιβάλλον, αποτελεί κάθε άλλο παρά αποκλειστικό ελληνικό φαινόμενο.

Ωστόσο, η λύση στο πρόβλημα της πολιτικής ανυπακοής των ελληνικών μυστικών υπηρεσιών είναι επιτακτική, καθώς απαιτείται η συστηματική συμβολή τους στην προάσπιση της εθνικής ασφάλειας της χώρας, μέσα σε πρωτοφανείς συνθήκες κρίσης και αστάθειας στον ευρύτερο γεωπολιτικό χώρο της ανατολικής Ευρώπης.

Ας ξεκινήσουμε με την επισήμανση ότι, ακόμα και όταν παρατυπούν, οι μυστικές υπηρεσίες δεν είναι από τη φύση τους υπονομευτικές απέναντι στη δημοκρατία. Απλά αντανακλούν το γενικότερο πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσονται επιχειρησιακά.

Συνεπώς οι πρακτικές της ΕΥΠ, καθώς και της εκτελεστικής εξουσίας που την καθοδηγεί, δεν είναι πολιτικά εγγενείς. Αντίθετα, παίρνουν τον χαρακτήρα του ευρύτερου θεσμικού κλίματος μέσα στο οποίο ενεργούν.

Παρά τις παρατυπίες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας τον τελευταίο καιρό, η Ελλάδα έχει την δυνατότητα να δημιουργήσει υπηρεσίες πληροφοριών που να λειτουργούν υπεύθυνα, νόμιμα, και δίχως πολιτικά κριτήρια, με αποκλειστικό γνώμονα την προστασία της χώρας.

Θα πρέπει να τονιστεί όμως ότι, όσο κι αν εκσυγχρονιστεί το νομοθετικό πλαίσιο της λειτουργίας της ίδιας της ΕΥΠ, και όσο κι αν αναδιοργανωθεί η εποπτεία της από εσωτερικούς ή εξωτερικούς φορείς, η υπηρεσία θα παραμείνει στο έλεος των ευρύτερων πολιτικών πρακτικών του ελληνικού κυβερνητικού μηχανισμού. Θα πρέπει συνεπώς και αυτοί να αναμορφωθούν και να ευθυγραμμιστούν με τους κανόνες ενός κομματικά ουδέτερου κρατικού μηχανισμού.

Η κρισιμότητα του ρόλου της ΕΥΠ μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της εθνικής ασφάλειας, καθώς και η πολιτικά ευαίσθητη λειτουργία της, απαιτούν την επίβλεψή της από πολλαπλούς κρατικούς φορείς που να βρίσκονται έξωθεν του στενού κυβερνητικού πυρήνα. Σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει οι μυστικές υπηρεσίες ενός κράτους όπως η Ελλάδα να επιβλέπονται μονομερώς από την εκτελεστική εξουσία. Κάτι τέτοιο έχει την τάση να συνδράμει στον πειρασμό της αντιδημοκρατικής παραβατικότητας.

Αντίθετα, παράλληλα με την εκτελεστική εξουσία, η νομοθετική εξουσία θα πρέπει να επωμισθεί άμεσα την επίβλεψη του προϋπολογισμού και των επιχειρησιακών πρακτικών της ΕΥΠ —ακόμα και μεμονωμένων επιχειρήσεων. Η κρίσιμη αυτή λειτουργία θα πρέπει να τελείται συστηματικά από τα μέλη μιας μόνιμης και ειδικευμένης κοινοβουλευτικής επιτροπής, της οποίας το μοναδικό αντικείμενο θα είναι η εποπτεία και ο έλεγχος της Υπηρεσίας.

Ταυτόχρονα επιβάλλεται η επίβλεψη των νομικών και θεσμικών αρμοδιοτήτων της Υπηρεσίας από εξειδικευμένα στελέχη της δικαστικής εξουσίας, που θα συμμετέχουν σε ένα τακτικό δικαστήριο με αρμοδιότητες παρόμοιες με εκείνες ενός ελεγκτικού συνεδρίου —δηλαδή θα εστιάζονται σε τυχόν παρατυπίες και οικονομικές ατασθαλίες της διοίκησης της ΕΥΠ.

Ζητήματα που εφάπτονται της Υπηρεσίας και αφορούν τις πολιτικές ελευθερίες, την προστασία δεδομένων των πολιτών, κλπ., θα πρέπει να εποπτεύονται από έναν καινοτόμο ανεξάρτητο φορέα που θα ενεργεί στο πλαίσιο της υπάρχουσας Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ). Σε αντίθεση όμως με την πιο γενικής φύσης ΑΔΑΕ, ο φορέας αυτός θα αξιολογεί στενά και δίχως μεσάζοντες τον βαθμό συμμόρφωσης της ΕΥΠ —και μόνο αυτής— με το νομοθετικό πλαίσιο το οποίο την δεσμεύει λειτουργικά.

Εξίσου σημαντική είναι η επικοινωνία μεταξύ της ΕΥΠ και της ευρύτερης κοινωνίας, με στόχο την καταπολέμηση στερεότυπων και την αναστήλωση της υπόληψης της Υπηρεσίας στα μάτια του πολίτη. Σε γενικές γραμμές, η αντίληψη των ελληνικών μυστικών υπηρεσιών από την ευρύτερη κοινωνία, αλλά και από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, πάσχει από προβλήματα σε τρεις κυρίως τομείς:

(α) την πεποίθηση ότι η ΕΥΠ διοικείται από «πράκτορες» που κατευθύνονται ιδεολογικά από την εκάστοτε κυβέρνηση και προσβλέπουν στην κομματική αστυνόμευση ως κύριο επιχειρησιακό στόχο·

(β) την εντύπωση ότι η ΕΥΠ καλύπτεται συστηματικά από υπερβολική μυστικότητα, που καθιστά τη θεσμική της υπόσταση και την αποστολή της μυστηριώδη και ύποπτη στο ευρύ κοινό· και

(γ) την άποψη ότι η ύπαρξη των μυστικών υπηρεσιών δεν σχετίζεται με τα καθημερινά προβλήματα και τις έγνοιες του πολίτη, και ότι ο κύριος επιχειρησιακός τους στόχος είναι να αιτιολογήσουν την ύπαρξή τους και να προστατέψουν την γραφειοκρατική τους επιβίωση σε συνθήκες οξείας οικονομικής ύφεσης.

Βασικό βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση είναι η ανασύνταξη της ιδεολογικής ταυτότητας της ΕΥΠ, μια διαδικασία που θα πρέπει να συμπεριλάβει την δημόσια παραδοχή των λαθών του παρελθόντος και την ολική αποκήρυξη τους. Παράλληλα με την δημόσια αποκήρυξη ορισμένων ακραίων φαινομένων, η ΕΥΠ θα πρέπει να προβάλλει, εξίσου δημόσια, υπεύθυνα και εμπεριστατωμένα, μερικές από τις επιχειρησιακές επιτυχίες της πολύχρονης ιστορίας της. Αυτές οι ιστορικές πτυχές θα πρέπει φυσικά να προβληθούν αόριστα, δίχως να φανερωθούν συγκεκριμένες μυστικές πηγές ή μέθοδοι συλλογής πληροφοριών. Θα μπορούσε επίσης η Υπηρεσία να συγγράψει και να εκδώσει την επίσημη ιστορία της —όπως έκαναν πρόσφατα οι βρετανικές μυστικές υπηρεσίες— ως ένα εγχείρημα καλής θέλησης, προκειμένου να αναλυθούν και να γνωστοποιηθούν στο πλατύ κοινό τα επιτεύγματα, αλλά και τα ολισθήματα, του παρελθόντος.

Παράλληλα, θα πρέπει επιτέλους η ΕΥΠ να δημιουργήσει ένα διαδικτυακό προφίλ που να μην ξενίζει ή να αποστασιοποιείται από τον πολίτη, αλλά να αντίθετα να προσπαθεί να επικοινωνεί μαζί του και να κερδίζει την υποστήριξη και την συμπάθειά του.

Θα πρέπει ακόμα η υπηρεσία να συστήσει μια τάξη στελεχών που να έχουν την δυνατότητα να την εκπροσωπούν επώνυμα στην κοινωνία, να επικοινωνούν με τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, να λαμβάνουν μέρος στον κοινωνικό διάλογο, σε ακαδημαϊκά συνέδρια και άλλες ανοιχτές διαδικασίες, με απώτερο στόχο την γεφύρωση του χάσματος που διαχωρίζει την σημερινή ΕΥΠ από την κοινωνία των πολιτών. Αυτό δεν μπορεί να γίνει εύκολα δίχως την ίδρυση ξέχωρης ακαδημίας με πολλαπλές ειδικεύσεις, που να εκπαιδεύει τα στελέχη της υπηρεσίας, τόσο στο τεχνικό, όσο και στο θεσμικό επίπεδο. Δεν είναι λογικό να φοιτούν τα στελέχη του στρατού και της αστυνομίας σε ειδικές εκπαιδευτικές σχολές, και να μην ειδικεύονται το ίδιο μεθοδικά τα στελέχη των μυστικών υπηρεσιών του κράτους.

Ο ίδιος ο διοικητής της Υπηρεσίας δεν είναι απαραίτητο να προέρχεται από το εσωτερικό της, διότι αυτό εξαρτάται από τις εκάστοτε συνθήκες, οι οποίες μεταβάλλονται περιοδικά. Συχνά κρατικές υπηρεσίες στον τομέα της ασφάλειας επωφελούνται από την εμπειρία και την σταθερότητα που μπορεί επιφέρει η ηγεσία ενός διοικητή με μακρά προϋπηρεσία στο εσωτερικό τους. Άλλες φορές όμως, ένα καλοπροαίρετο διευθυντικό στέλεχος με διαφορετικά διοικητικά βιώματα, έχει την δυνατότητα να ηγηθεί με αποφασιστικότητα της ριζικής μεταρρύθμισης ορισμένων παγιωμένων πρακτικών μιας κρατικής οντότητας όπως είναι η ΕΥΠ, εισάγοντας νέες αντιλήψεις.

Είναι όμως απαραίτητο η ηγεσία της ΕΥΠ, από όπου κι αν προέρχεται, να κρατάει αποστάσεις από την κυβερνητική ηγεσία, για λόγους ευνομίας και υπόληψης στην κοινωνία, αλλά και προς όφελος της τέλεσης του ίδιου του έργου της Υπηρεσίας. Ο λόγος της ύπαρξης μιας υπηρεσίας πληροφοριών δεν είναι άλλος από την συλλογή και ανάλυση πληροφοριών εθνικής σημασίας, καθώς την έγκαιρη παροχή αυτών στους κρατικούς λειτουργούς που λαμβάνουν αποφάσεις σε κρίσιμα εθνικά ζητήματα, ώστε να εξαλειφθούν στο μέτρο του δυνατού οι πιθανότητες λανθασμένων κρίσεων.

Αυτό σημαίνει ότι τα στελέχη των υπηρεσιών αυτών έχουν την εθνική υποχρέωση να μεταφέρουν δίχως ενδοιασμούς τις κρίσιμες αυτές πληροφορίες στην κρατική ηγεσία, ιδιαίτερα δε όταν αυτές συγκρούονται σφοδρά με τις πεποιθήσεις, τις βεβαιότητες και τις προκαταλήψεις των κυβερνώντων. Συνεπώς, για να μπορεί η ΕΥΠ να εκπληρώνει καθημερινά το έργο της, είναι απαραίτητο η ηγεσία της, καθώς και όσα στελέχη της έρχονται σε επαφή με τους κυβερνώντες, να μην διατηρούν στενές προσωπικές σχέσεις με αυτούς. Για τον λόγο αυτό, θα ήταν προτιμότερο τα ανώτατα διοικητικά κλιμάκια της ΕΥΠ να υπάγονται υπηρεσιακά όχι μόνο στον πρωθυπουργό, αλλά και στην μόνιμη και ειδικευμένη κοινοβουλευτική επιτροπή που αναφέραμε πρωτύτερα, της οποίας το μοναδικό αντικείμενο θα είναι η εποπτεία και ο έλεγχος της Υπηρεσίας.

Είναι επίσης καίριας σημασίας η διεξαγωγή μίας εκ βαθέων στρατηγικής συζήτησης, σε ανώτατο κυβερνητικό επίπεδο, με θέμα τον ακριβή χαρακτήρα της υπηρεσίας πληροφοριών που έχει ανάγκη η Ελλάδα για να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις της σύγχρονης εθνικής ασφάλειας.

Ήδη από τα πρώτα χρόνια της ύπαρξής της, η Υπηρεσία χτίστηκε άναρχα και δίχως μακρόπνοο οργανωτικό σχεδιασμό, συχνά δε ως απόρροια βεβιασμένων αντιδράσεων σε πραγματικές ή υποθετικές απειλές. Ως αποτέλεσμα αυτής της πορείας, η ΕΥΠ έχει εξελιχθεί σε μια Υπηρεσία της οποίας οι αρμοδιότητες συμπεριλαμβάνουν λίγο από τα πάντα, κάτι που συχνά δημιουργεί ασάφεια ως προς τις προτεραιότητές της, την κατάρτιση του προσωπικού της, καθώς και των μέσων συλλογής πληροφοριών που απαιτούνται για την λειτουργία της. Το αποτέλεσμα αυτής της ιδιότυπης κατάστασης είναι ότι η ΕΥΠ βρίσκεται συχνά απομονωμένη μέσα στον κρατικό μηχανισμό. Είναι δηλαδή ουσιαστικά ανήμπορη να επιτελέσει το έργο της, λόγω έλλειψης επαφών μεταξύ αυτής και των στρατηγικών κέντρων της κυβέρνησης.

Επίσης, η απουσία ενός συγκεκριμένου επιχειρησιακού πλαισίου την καθιστά έρμαιο των βραχύπνοων βλέψεων της εκάστοτε εκτελεστικής ηγεσίας της χώρας. Είναι εύλογο να υποθέσει κανείς ότι η σύσταση ενός τακτικού Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας, με στόχο τον συντονισμό των πληροφοριακών δομών του κρατικού μηχανισμού, συμπεριλαμβανομένης και της ΕΥΠ, θα προσφέρει στην Υπηρεσία την δυνατότητα να επανασυνδεθεί άμεσα με τα κέντρα στρατηγικών αποφάσεων της κυβέρνησης.

Οι εποχές που έρχονται θα είναι δύσκολες, καθώς οι χρόνιες οικονομικές παθογένειες της Ελλάδας ενδέχεται να επιβαρυνθούν περαιτέρω από μια γενικότερης φύσης κοινωνικοπολιτική αστάθεια σε διεθνή κλίμακα. Οι αλλαγές στο ελληνικό πολιτικό τοπίο της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης της τελευταίας δεκαετίας υπήρξαν κυριολεκτικά τεκτονικές. Δεν υπάρχει τίποτα στον ορίζοντα που να μας κάνει να πιστεύουμε ότι οι τάσεις αυτές θα μετριαστούν στα επόμενα χρόνια. Αντίθετα, πιθανότατα θα συνεχιστούν, και μάλιστα εντεινόμενες λόγω της επανεμφάνισης ενός παγκόσμιου πολιτικού διχασμού, από τον οποίο οι θεσμοί ασφαλείας του ελληνικού κράτους, συμπεριλαμβανομένης της ΕΥΠ, θα κληθούν να εξέλθουν όσο γίνεται αλώβητοι. Παράλληλα, η ευρύτερη αστάθεια στην ανατολική Ευρώπη, που οξύνεται λόγω της επανασύστασης ενός ψυχροπολεμικού κλίματος παγκοσμίως, ενδέχεται να παγιωθούν.

Η ελληνική πολιτεία έχει την υποχρέωση να προωθήσει άμεσα τον εκσυγχρονισμό των πληροφοριακών της μηχανισμών, ώστε να συνδράμουν αποφασιστικά στην προστασία της ακεραιότητας της πολιτικής της ζωής. Η τελευταία ενδέχεται να απειληθεί όσο ποτέ άλλοτε στα χρόνια που έρχονται.