ΤΟ BLOG
24/02/2018 13:47 EET | Updated 24/02/2018 13:47 EET

Ένα επικίνδυνο παιχνίδι

Commons wikimedia

«Την προ του 1897 κατάστασιν του στρατού εχαρακτήρισεν η γρανιτώδης ειλικρίνεια του Τρικούπη από του βήματος της βουλής με την γνωστήν ιστορικήν φράσιν : ‘’Δεν έχομεν στρατόν. Ο Ελληνικός στρατός της σήμερον είναι αγέλη’’. Το Ελληνικό φιλότιμο εξεγέρθη τότε εναντίον του και ο μέγας πολιτικός εδέχθη βαρυτάτας ύβρεις από τον εξεγερθέντα τύπον και την κοινήν γνώμην. Αλλά πόσον είχε δίκαιον και κατά πόσον ήτο αληθής ο βαρύς χαρακτηρισμός του Τρικούπη απεδείχθη περιτράνως μετ’ ολίγον, ότε άφρονες πολιτικοί και μαινόμενοι πατριώται παρέσυραν άοπλον την χώραν εις την αθλίαν περιπέτειαν του 1897 ».

« Οι λαοπλάνοι δημοκόποι κυβερνήται, αντί να περιστείλουν τους ανευθύνους ζητωπολέμους των τριόδων, εξήπτον τουναντίον διά πομπωδών δηλώσεων το πατριωτικόν παραλήρημα του όχλου, με τας πανστρατιάς των τριακοσίων χιλιάδων Ελλήνων, που θα παρέσυρον ως χάρτινον πύργον την Τουρκικήν αυτοκρατορίαν, ενώ εγνώριζον ότι εις τας αποθήκας επιστρατεύσεως δεν υπήρχον εφόδια ούτε διά πεντήκοντα χιλιάδας ανδρών ».

« Όμοια προς την του πεζικού κατάστασιν ήτο η κατάστασις των στελεχών του ιππικού. Πλην ελαχίστων εξαιρέσεων διέπρεπον εν αυτώ οι κρασοπατέρες με τις κυρτές πάλες και τους φθηνούς παλληκαρισμούς των καφωδείων. Τα μουζουράκια. Είναι ζήτημα αν υπήρχον 5-6 αξιωματικοί κατάλληλοι δια την εκτέλεσιν μίας απλής αναγνωρίσεως ».

Ήταν τα λόγια του μετέπειτα στρατηγού και δικτάτορα Θεόδωρου Πάγκαλου από τα απομνημονεύματα του, τα οποία εκδόθηκαν το 1950 και περιγράφουν με αρκετή δόση αγανάκτησης το κλίμα που επικρατούσε τις παραμονές του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897. Η εικόνα που μας περιγράφει για την κατάσταση των ενόπλων δυνάμεων της περιόδου, μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να ξεφεύγει της ψυχραιμίας, αλλά σε γενικές γραμμές αποτυπώνει όλη την αλήθεια. Παρά το ότι η εθνική ευγλωττία ονόμασε τον πόλεμο αυτό ατυχή, μόνο ατυχής δεν ήταν.

Το 1894 ιδρύεται μία οργάνωση αποτελούμενη από αξιωματικούς του στρατού με την επωνυμία«εθνική εταιρεία». Τα αίτια της δημιουργίας αυτής της οργάνωσης ήταν η δυσαρέσκεια για τις οικονομικές απολαβές των αξιωματικών όπως επίσης και η απαγόρευση με Τρικουπικό νόμο της δυνατότητας εκλογής τους στη βουλή, προκειμένου να αφοσιωθούν στα στρατιωτικά τους καθήκοντα. Αργότερα με νέο νόμο ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης θα καταργήσει τον περιορισμό αυτό με απώτερο σκοπό να ευνοήσει αξιωματικούς που υποστήριζαν το κόμμα του. Τον Ιανουάριο του 1897 η εθνική εταιρεία θα στείλει υπόμνημα στο βασιλιά Γεώργιο Α’ με το οποίο του ζητεί να λάβει πρωτοβουλίες για την ανασυγκρότηση του στρατεύματος με σκοπό την ετοιμότητα του σε περίπτωση μελλοντικού πολέμου.

Η παρέμβαση αυτή, προς την εκτελεστική εξουσία δεν έτυχε ιδιαίτερης προσοχής ούτε από τον Γεώργιο ούτε από την κυβέρνηση. Η δύναμη και η επιρροή της οργάνωσης εντός και εκτός στρατεύματος αυξανόταν συνεχώς και τα αποτελέσματα της δεν θα αργήσουν να φάνουν στο δημόσιο βίο. Με την υποστήριξη μερίδας του Τύπου αλλά και πολιτικών προσώπων θα ξεκινήσει μία προσπάθεια αναζωπύρωσης των εθνικών φρονημάτων του κόσμου, με αρκετές δόσεις αλυτρωτισμού και προάσπισης των συμφερόντων των «υπόδουλων» και αλύτρωτων Ελλήνων. Η διπλωματική οδός θα περάσει στο περιθώριο και κρατούσα αντίληψη πλέον καθίσταται, πως η χώρα ότι δεν μπορεί να διεκδικήσει με τη διπλωματία θα το διεκδικεί επιθετικά και με τα όπλα.

Ξεκίνα λοιπόν, μία προσπάθεια δημιουργίας άτακτων ομάδων που θα αποστέλλονταν στις αλύτρωτες περιοχές προσπαθώντας να υποκινήσουν εξεγέρσεις ενάντια στην Οθωμανική εξουσία. Την οργάνωση των ομάδων θα αναλάβουν αξιωματικοί του στρατού μεταξύ των οποίων θα είναι και ο Παύλος Μελάς ο οποίος ήταν μέλος της οργάνωσης και ένας εκ των διοικητών των ομάδων.

Μία νέα Κρητική εξέγερση όμως είναι αυτή που θα δρομολογήσει τις εξελίξεις. Οι Τούρκοι θα απαντήσουν με αντίποινα στο νησί και η Ελληνική κοινή γνώμη σαφώς επηρεασμένη και από τις εθνικιστικές κορώνες όλου του προηγούμενου διαστήματος ωθεί την κυβέρνηση του επιπόλαιου Δηλιγιάννη και τον Γεώργιο στην απόφαση να σταλεί στην Κρήτη ένα στρατιωτικό σώμα με σκοπό να δρομολογήσει την ένωση του νησιού με την Ελλάδα. Η Τουρκία θα αντιδράσει συγκεντρώνοντας δυνάμεις στα ελληνοτουρκικά σύνορα και στις 15 Φεβρουαρίου με εντολή της Ελληνικής κυβέρνησης ένα στρατιωτικό σώμα αποβιβάζεται στα Χανιάμε σκοπό να καταλάβει την Κρήτη και να φέρει προ τετελεσμένου τις μεγάλες δυνάμεις. Η αντίδρασή τους ήταν σχεδόν αναμενόμενη. Θέτουν το νησί υπό την προστασία τους και απαιτούν την αποχώρηση των Ελληνικών στρατευμάτων μη θέλοντας ακόμα να επιτρέψουν τον διαμελισμό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Μία τέτοια παραχώρηση προς την Ελλάδα θα άνοιγε την όρεξη και των υπολοίπων Βαλκανικών κρατών κάτι που δεν ήθελαν σε αυτή τη φάση οι μεγάλες δυνάμεις.

Μετά την άρνηση της Ελληνικής κυβέρνησης να ανακαλέσει το στρατιωτικό σώμα από την Κρήτη φοβούμενη την λαϊκή κατακραυγή που διψούσε για εδαφική επέκταση, οι δυνάμεις αποκλείουν ναυτικά την Κρήτη. Ο πόλεμος ήταν πιο ορατός από ποτέ. Η οργάνωση είχε εν μέρει πετύχει το στόχο της που ήταν να εκβιάσει την κυβέρνηση μέσω της λαϊκή πίεσης σε άλογες επιθετικές ενέργειες που δεν συμβάδιζαν ούτε με την στρατιωτική ετοιμότητα της χώρας ούτε και με τη διπλωματική οδό. Εν μέρει λέω διότι δεν πιστεύω ότι άμεση επιδίωξη της ήταν η σύγκρουση με την Οθωμανική αυτοκρατορία, αυτό ήταν κάτι που μάλλον ηλιθιωδώς δεν προβλέφθηκε. Αυτό που θεωρώ, είναι ότι παρέσυραν τον κόσμο σε αυτή την τάση για να πιέσουν την πολιτική ηγεσία να λάβει πρωτοβουλίες για την αναδιοργάνωση του στρατού. Όταν όμως ξέφυγε η κατάσταση λόγω της αναπτυσσόμενης φιλοπόλεμης διάθεσης της κοινής γνώμης, τότε οι επιλογές ήταν πολύ συγκεκριμένες.

Τελευταία ενέργεια από πλευράς μεγάλων δυνάμεων ήταν μία διακοίνωση με την οποία δήλωναν σε Ελλάδα και Τουρκία ότι σε περίπτωση πολέμου οι ευθύνες θα βάρυναν αυτόν που ξεκίνησε τη διαμάχη και ότι ο νικητής δεν θα είχε κανένα εδαφικό όφελος από τη σύρραξη. Η αποστολή των πρώτων άτακτων σωμάτων στη νότια Μακεδονία, έδωσε την αφορμή στην Οθωμανική αυτοκρατορία να κηρύξει τον πόλεμο στις 18 Απριλίου του 1897, επικαλούμενη την παραβίαση των συνόρων της από ένοπλα Ελληνικά άτακτα σώματα. Ο πόλεμος έληξε με την ταπεινωτική ήττα της χώρας η οποία γελοιοποιήθηκε διεθνώς. Η επιχειρησιακή ανεπάρκεια, η έλλειψη εμπειρίας, και τα απαρχαιωμένα μέσα του στρατού ξηράς έκριναν το αποτέλεσμα, παρά την ηρωική στάση των Ελλήνων στρατιωτών. Η Ελληνική υπεροχή στη θάλασσα μικρή σημασία είχε για την έκβαση της αναμέτρησης καθώς οι Τούρκοι δεν κινήθηκαν καθόλου δια θαλάσσης. Το επικίνδυνο παιχνίδι της έξαψης της λαϊκής εθνικιστικής οργής είχε οδυνηρά αποτελέσματα για τη χώρα σε μία περίοδο όπου ήταν απροετοίμαστη και πολύαδύναμη για τέτοιες περιπέτειες. Δεν θα αναφερθώ εδώ στις οικονομικές συνέπειες της ήττας με τις πολεμικές αποζημιώσεις που κλήθηκε να πληρώσει. Ίσως άλλη στιγμή.

Η επιπολαιότητα και η ελαφρότητα με την οποία κάποιοι έως και σήμερα, προσεγγίζουν μία επιθετική - πολεμική ενέργεια, μέσα από το πληκτρολόγιο του υπολογιστή τους πια, θα έπρεπε να μας προβληματίζει, ειδικά για πρόσωπα που θητεύουν σε δημόσια πόστα. Από ένα πληκτρολόγιο είναι πολύ εύκολο να σκίζεις δανειακές συμβάσεις, να αλλάζεις νόμισμα ή ακόμα και να «εισβάλλεις» δια της φαντασίας σου στην Τουρκία με σκοπό να τη «συνετίσεις». Η πραγματικότητα ήταν και είναι εντελώς διαφορετική. Όσοι παίζουν το άκρως επικίνδυνο παιχνίδι της «εθνικής αφύπνισης» των τελευταίων μηνών, πρέπει να γνωρίζουν ότι όταν ανάψει η φωτιά δύσκολα σβήνει.

Για να συσπειρώσεις ένα λαό δεν χρειάζεται απαραίτητα να του καλλιεργείς την εντύπωση ότι περιβάλλεται μόνο, από εχθρούς που επιβουλεύονται την εδαφική του ακεραιότητα. Μπορείς να στοχεύσεις και σε άλλους τομείς λιγότερο επιθετικογενείς. Η επεκτατική ρητορική κρατών όπως η Αλβανία και η ΠΓΔΜ θεωρώ ότι εντάσσεται στα πλαίσια του αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης από τα πραγματικά προβλήματα που μαστίζουν τις χώρες αυτές, τα οποία φυσικά και δεν είναι προβλήματα ταυτότητας. Η Τουρκία τώρα είναι μια διαφορετική περίπτωση άλλου μεγέθους που πρέπει να τύχει και άλλης προσοχής, εξαιτίας και της επιρροής που φαίνεται ότι ασκεί στα παραπάνω κράτη, αλλά και της σημασίας που έχει ως χώρα για τη δύση. Καλό θα ήταν για αρχή ο λόγος μας να αρχίσει να αποκτά μεγαλύτερη ψυχραιμία και να εμβαθύνει στα πραγματικά αίτια κάποιων ενεργειών και όχι στα επιδερμικά.

Το όνειρο για ένα νέο Οθωμανισμόσε εδαφικό επίπεδο, πιστεύω ότι όντως αποτελεί μια φαντασίωση της Τουρκικής ηγεσίας αλλά πρακτικά θα παραμείνει ένας ευσεβής πόθος και τίποτα άλλο. Περισσότερο θα εκτονωθεί με τη δημιουργία λαμπερών έργων, «Οθωμανικών» τελετών με μεταμφιεσμένους γενίτσαρους και παραβιάσεων εναέριων και θαλασσίων συνόρων. Μέχρι εκεί. Όλα τα υπόλοιπα είναι για τις εντυπώσεις και ειδικά αυτά που αφορούν την εδαφική αναθεώρηση η οποία στις μέρες μας δεν είναι όσο εύκολη ήταν κάποτε. Κανείς δεν είπε να ακολουθούμε πάντα το δόγμα της υποχωρητικότητας απέναντι στις προκλήσεις, καλό όμως είναι όσον αφορά τα εξωτερικά ζητήματα να λαμβάνονται υπόψιν κυρίως οι ρεαλιστικές συνθήκες μιας κατάστασης. Μπορεί η μετριοπάθεια συνήθως να είναι άδοξη, αλλά λύνει πολλά προβλήματα και αυτή τη στιγμή η Τουρκική ηγεσία έχει στα χέρια της ένα πολύ ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί που ασκεί τεράστια πίεση στην Ευρώπη. Αυτό είναι που κάνει τον Τούρκο πρόεδρο να φέρεται κατουσίαν ως σουλτάνος στις συναντήσεις του με τους Ευρωπαίους ηγέτες. Όλα διαμορφώνονται από τις υπάρχουσες συνθήκες.

Αυτό που πρέπει να αποφύγουμε, είναι οι σπασμωδικές κινήσεις και κυρίως τα παρατεταμένα διαστήματα ακυβερνησίας και πολιτικής αστάθειας τα οποία στοιχίζουν και εσωτερικά και εξωτερικά, κάνοντας τη χώρα να φαίνεται ουσιαστικά αδύναμη.

Υ.Γ: Με τις αναφορές στα στρατιωτικάδεν έχω σκοπό να συγκρίνω την ικανότητα και ετοιμότητα του Ελληνικού στρατού του 1897 με αυτή του σήμερα. Ελπίζω να γίνεται κατανοητό. Απλά περιγράφω το κλίμα της εποχής μέσα από τα απομνημονεύματα ενός ανθρώπου που έζησε τα γεγονότα.

Το άρθρο έχει αρχικά δημοσιευθεί στο viewtag.gr