Υπάρχει μέλλον για τον ελληνισμό;

Μια σειρά 25 κειμένων του Γιώργου Καραμπελιά για την ελληνική ιστορία - Επίμετρο
.
.
Eurokinissi

Στους φίλους που πιστεύουν πως μετά την παρακμή ακολουθεί αναπόφευκτα η ανάταξη, όπως συνέβη τόσες και τόσες φορές στην ελληνική ιστορία, θα υπενθυμίσουμε πως ποτέ άλλοτε ο ελληνισμός, από την άποψη του συνόλου των μεγεθών του –δημογραφία, οικονομική και πνευματική παραγωγή, ρόλος στο παγκόσμιο γίγνεσθαι–, δεν βρισκόταν σε κατώτερο σημείο απ’ ό,τι σήμερα, καθώς κινδυνεύει να μην διαθέτει πλέον τα μεγέθη για την αναπαραγωγή του ως αυτόνομο ιστορικό υποκείμενο. Γιατί μπορεί, επί παραδείγματι, μετά την Άλωση του 1453, να χάσαμε και κράτος και πληθυσμούς, ωστόσο ο ελληνισμός παρέμενε αποφασιστικός πνευματικός παράγοντας για την ίδια τη δυτική Αναγέννηση και, μέχρι το 1922, αποτελούσε καθοριστικό οικονομικό και γεωπολιτικό παράγοντα της καθ’ ημάς Ανατολής, σε αντίθεση με τη σημερινή δραματική συρρίκνωση της παρουσίας μας.

Όσο για το ότι έχουμε ιστορία 3.000 ή 4.000 χρόνων, κανείς δεν έχει κερδίσει την ιστορική αθανασία, ιδιαίτερα αν βρίσκεται σε ένα γεωπολιτικό σταυροδρόμι όπου η παραμικρή υποχώρηση πληρώνεται με ακριβό αντίτιμο. Έτσι, λοιπόν, καλούμαστε να απαντήσουμε σε μια τιτάνια πρόκληση. Να βάλουμε, έστω ως ένα μικρό έθνος πλέον, τέλος σε μια καθοδική πορεία… που υπερβαίνει τα δύο χιλιάδες χρόνια! Διότι από την Πύδνα, το 168 π.Χ., μέχρι την Κύπρο το 1974 και τα Μνημόνια του 2010, η συνολική πορεία είναι δυστυχώς καθοδική, παρά τις όποιες ανατάξεις, παρά τη μακρά και λαμπρή ιστορία, τόσο του ένδοξού μας βυζαντινισμού όσο και τη μεγάλη αναγέννηση του ελληνισμού από το 1700 έως το 1922.

Με την ήττα από τους Ρωμαίους, για πρώτη φορά ο ελληνισμός υποτάχθηκε πολιτικά σε μια ξένη δύναμη επί τουλάχιστον πέντε αιώνες. Και μπορεί η τεράστια πνευματική και πολιτισμική ισχύς του να επέτρεψαν την αναγέννησή του με το Βυζάντιο, επρόκειτο όμως για μια αναγέννηση μέσα σε ένα ξένο πολιτειακό πλαίσιο, το ρωμαϊκό.

Με τις δίδυμες ήττες του 1071, στο Ματζικέρτ και τη Σικελία, από Σελτζούκους και Νορμανδούς, που επισφραγίστηκαν το 1204 και το 1453, αρχίζει μια νέα περίοδος για έναν ελληνισμό ριζικά συρρικνωμένο και υποτελή, αλλά παρόλα ταύτα ακόμα σημαντική πληθυσμιακή, οικονομική και πολιτισμική δύναμη στην Ανατολή, η οποία και θα του επιτρέψει την τελευταία μεγάλη του Αναγέννηση, ανάμεσα στα 1700 και το 1922. Και μετά, νέες περιπέτειες, από τον Εμφύλιο μέχρι την Κύπρο, το 1974, θα τον συρρικνώσουν ακόμα περισσότερο. Σήμερα δε, το τελευταίο χτύπημα, η απώλεια και της ελάχιστης οικονομικής αυτεξουσιότητας, με τον κίνδυνο της εξαφάνισης και της τελευταίας εστίας του ελληνισμού, μέσα από τη δημογραφική συρρίκνωση, την εγκατάσταση ξένων και μη ενσωματώσιμων πληθυσμών, τη φυγή των Ελλήνων, την πολιτειακή και πνευματική παρακμή.

Ας αναλογιστούμε τη συγκριτική εξέλιξη δύο μεγάλων πολιτισμών, που αποτελούν τη βάση του σύγχρονου κόσμου, του ελληνικού και του… κινέζικου – καθόλου τυχαία, οι Κινέζοι μόνο τους Έλληνες αποδέχονται ως ισότιμους. Για λόγους γεωγραφικούς και ιστορικούς, που όλοι γνωρίζουμε, ο ελληνικός πολιτισμός αποτέλεσε το υπόβαθρο του ευρωπαϊκού πολιτισμού –και στη δυτική και τη σλαβική πτέρυγά του– με την ταυτόχρονη συρρίκνωση της κοιτίδας του, της Ελλάδας. Αντίθετα, ο κινέζικος πολιτισμός επηρέασε αποφασιστικά όλη τη νοτιοανατολική Ασία – την Ιαπωνία, την Κορέα, το Ανάμ, το Σιάμ, την Ινδονησία, με ταυτόχρονη ενίσχυση της αρχικής του κοιτίδας, της Κίνας.

Και σήμερα, βρισκόμαστε μπροστά στην τελική πράξη του ελληνικού δράματος. Ένα ακόμα βήμα προς την παρακμή και είμαστε χαμένοι.

Και αν, όντως, μπορούμε να διακρίνουμε, στη μακρά διάρκεια, μια πτωτική πορεία του ελληνισμού, μήπως επιβεβαιώνονται οι διαπιστώσεις του Παναγιώτη Κονδύλη και του Χρήστου Γιανναρά πως ο σύγχρονος ελληνισμός είναι κλινικά νεκρός; Ο Χρήστος Γιανναράς, κατέληγε σε αυτό το συμπέρασμα ήδη από το 1986:

«Τὸν παραλογισμὸ τὸν συνειδητοποιοῦμε ὅταν ἡ καταστροφὴ ἔχει πιὰ συντελεστεῖ. Ἔτσι ἔγινε τὸ 1897, ἔτσι ἔγινε τὸ 1922, ἔτσι καὶ τὸ 1974 στὴν Κύπρο… Μόνο ποὺ τώρα οἱ προδιαγραφὲς τοῦ παραλογισμοῦ ὁδηγοῦν ὄχι ἁπλῶς σὲ ἐθνικὴ συμφορά, ἀλλὰ σὲ ὁριστικὸ τέλος. Finis Graeciae. Τὰ κοράκια στὰ δέντρα ἔχουν ἀλάθητο ἔνστικτο γιὰ τὸν ἐπικείμενο διαμελισμὸ τοῦ πτώματος… Δὲν μᾶς μένουν σὰν νόημα ζωῆς παρὰ μόνο οἱ νόμοι τῆς ἀγορᾶς. Δηλαδή τὸ σούπερ-μάρκετ».

Γράφει συναφώς και ο Παναγιώτης Κονδύλης: «Γιὰ νὰ περπατήσει κανεὶς πρέπει πρῶτα-πρῶτα νὰ ἔχει πόδια… Συχνότατα ἡ σημερινὴ ἑλληνικὴ ἐθνικὴ πολιτικὴ θυμίζει κάποιον ὁ ὁποῖος δὲν ἀνησυχεῖ γιατί δὲν ἔχει πόδια, πιστεύοντας ὅτι στὴν κρίσιμη στιγμὴ θὰ τοῦ φυτρώσουν φτερά».

Αυτές οι απόψεις κατά βάθος αποδίδουν και την πεποίθηση πολλών – ίσως των πλέον σκεπτόμενων– συμπολιτών μας. Από πού να αντλήσουμε κουράγιο και αισιοδοξία, αν τα πράγματα βαδίζουν όντως σε αυτόν τον δρόμο και αν το ιστορικό διακύβευμα είναι τόσο επισφαλές ή, ίσως, και με την έκβαση προδιαγεγραμμένη;

Αν είμαστε προσωπικά πεπεισμένοι για κάτι τέτοιο, προφανώς και θα επιλέγαμε διαφορετικές απαντήσεις, ίσως και τη φυγή. Αυτή τη φυγή που παίρνει τόσες και τόσες ανορθολογικές μορφές. Όλες αυτές οι επιλογές, η αρχαιολατρία, ο ορθόδοξος φονταμενταλισμός, ο απελπισμένος μηδενισμός, περικλείουν μέσα τους έναν πυρήνα πραγματικό, εμπεριέχουν «μυστικά» τον «καημό της ρωμιοσύνης». Το καημό ενός έθνους, ενός λαού, ενός πολιτισμού που ήταν κάποτε το «παν» και σήμερα κινδυνεύει να μην είναι τίποτε.

Γι’ αυτό εξάλλου και οι «κήνσορες» του ορθού λόγου, του αντιλαϊκισμού, του ψευδώνυμου εκσυγχρονισμού, θέλοντας να είναι «ρεαλιστές», καταλήγουν στον πιο χυδαίο και τον πιο ακραίο εθνομηδενισμό: «όντως δεν είμαστε τίποτε», «είμαστε οι τελευταίοι των Ευρωπαίων» και η μόνη μας διέξοδος είναι να πάψουμε να υπάρχουμε ως έθνος.

Και όμως, επειδή η ιστορία δεν αποτελεί πειραματική επιστήμη, και οι Έλληνες παραμένουν ακόμα ένα έθνος 15 εκατομμυρίων ανθρώπων, στην Ελλάδα, την Κύπρο και τη Διασπορά, τίποτε δεν μπορεί να θεωρηθεί οριστικά τελειωμένο.

Ο πολιτισμικός «πολλαπλασιαστής»

Είναι λοιπόν δυνατή η διαμόρφωση μιας στρατηγικής που θα εφεύρει, κυριολεκτικώς, αυτά τα «φτερά» που, για μια φορά, θα μπορούσαν να υποκαταστήσουν τα «ελλείποντα» πόδια του Κονδύλη;

Προφανώς, την εδαφική, δημογραφική, παραγωγική συρρίκνωση δεν μπορούμε να την ανατρέψουμε άμεσα. Μπορούμε ωστόσο να την θεραπεύσουμε εν μέρει αν, παράλληλα με την αμυντική προσπάθεια και την παραγωγική ανασυγκρότηση, επιστρατεύσουμε τα στοιχεία της ήπιας ισχύος και τις γεωπολιτικές εξελίξεις, καθώς η «σύγκρουση των πολιτισμών» βαθαίνει στο εσωτερικό των δυτικών χωρών .

Η νεοελληνική Αναγέννηση (1700-1922) έθετε ως αίτημά της την ανασύσταση, στην Ευρώπη, ενός κράτους συνεχιστή του Βυζαντίου («πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά μας θα ’ναι»). Σε αυτή την περίπτωση, ο «ελληνικός δρόμος» θα αποκτούσε μια ισχυρή οικονομική και πολιτειακή βάση και θα μπορούσε να τοποθετηθεί ισότιμα με τις άλλες δυνάμεις στην ευρωπαϊκή κονίστρα.

Η Μικρασιατική Καταστροφή έθεσε τέλος σε μια τέτοια αξίωση. Και ενώ η γενιά του 1930 και ο Βενιζέλος θα πασχίσουν ώστε το κουτσουρεμένο ελληνικό κράτος να ενσωματώσει στα περιορισμένα όριά του τον πληθυσμιακό πλούτο και την ιστορική και πολιτισμική παράδοση του ελληνισμού, ο Πόλεμος και ο Εμφύλιος που ακολούθησαν μετέθεσαν το επίκεντρο απλώς στην επιλογή στρατοπέδου (αμερικανική Δύση ή σοβιετική Ανατολή). Ακόμα και το «ευρωπαϊκό όραμα» θα αντιμετωπίζεται με παρασιτικό τρόπο –ως η αποσύνθεση της ελληνικής ταυτότητας μέσα σε μια φανταστική ευρωπαϊκή χοάνη–, αρδεύοντας τον εθνομηδενιστικό παραλογισμό.

Κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου της Βιέννης, το 1814-1815, ο Καποδίστριας, επειδή ήταν αδύνατο να πείσει για την ανάγκη δημιουργίας ενός ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, θα διαμορφώσει μια πρόταση που μας την μεταφέρει ο ταγματάρχης της Αυστριακής Εθνοφρουράς, που είχε αναλάβει την παρακολούθηση του Καποδίστρια:

«Η Ελλάς πρέπει κατά τον Καποδίστριαν να κηρυχθή … χώρα αφιερωμένη αποκλειστικώς και μόνον εις τα επιστήμας και την διαφώτισιν του ανθρωπίνου γένους, το έδαφός της να κηρυχθή εκ των έξω απρόσβλητον, εσωτερικώς δε να κρατηθή μακράν πάσης ξένης αναμίξεως. Κειμένη μεταξύ Ασίας και Ευρώπης, ευκόλως θα κατανοή η Ελλάς το νόημα της μυστικοπαθούς ζωής της Ανατολής, ενώ από την άλλην πλευράν θα δέχεται το εκλεπτυσμένον πνεύμα των Ευρωπαίων, δημιουργούσα κατ’ αυτόν τον τρόπον μίαν δι’ ολόκληρον την ανθρωπότητα σωτήριον ισορροπίαν».

Δηλαδή, για τον Καποδίστρια, ο ρόλος του ελληνικού κράτους, τουλάχιστον προσωρινά, επικεντρώνεται στον πολιτισμικό του ρόλο μεταξύ Ανατολής και Δύσεως. Και αν, μέχρι το 1922, θα επιχειρηθεί, με τη Μεγάλη Ιδέα, η αλληλοπεριχώρηση πολιτειακής και πολιτισμικής συγκρότησης, αυτή θα καταστεί ανέφικτη έκτοτε.

Ξαναγυρνάμε λοιπόν στην πρόταση του Καποδίστρια για τη μεταβολή μας σε έναν πολιτισμικό κινητήρα ή πολλαπλασιαστή που, μπροστά στο αδιέξοδο του «ρωμαϊκού» δυναμοκεντρικού μοντέλου της Δύσης και του ανατολικού θεοκρατικού προτύπου, θα προσφέρει στοιχεία ανανέωσης στον παγκόσμιο πολιτισμό.

Υπ’ αυτή την προοπτική, οι «καινούργιοι Έλληνες» μπορούν να ακολουθήσουν δύο οδούς: Η πρώτη συνίσταται στην άμιλλα με τις παλαιότερες μορφές της ελληνικής διαχρονίας – αρχαία Ελλάδα, χριστιανισμός-ορθοδοξία, Βυζάντιο, νεότερος ελληνισμός μέσα από τον εκσυγχρονισμό της παράδοσής μας. Η δεύτερη προκρίνει την καταστροφή αυτής της διαχρονίας: «Σκοτώνοντας» τους αρχαίους και τους Βυζαντινούς Έλληνες, αρνούμενοι τη γενετική σχέση του νεότερου ελληνισμού με την ορθοδοξία, να μεταβληθούν οι νεότεροι Έλληνες σε ένα εθνίδιο, χωρίς πατέρες και παππούδες, που βαδίζει τον δρόμο της ιστορικής εξαφάνισης.

Γι’ αυτό και η μάχη της «συνέχειας» του ελληνικού έθνους, απέναντι στον σύγχρονο μικροελλαδισμό κατέστη τόσο σημαντική· διότι μπορούμε να επιβιώσουμε μόνον εάν, απέναντι στον τουρκικό επεκτατισμό, αντιτάξουμε όχι μόνο τις σημερινές μας δυνάμεις αλλά τον ιστορικό και πολιτισμικό όγκο που συγκροτεί ο ελληνισμός στη διαχρονία του..

Η Ελλάδα και η Ευρώπη

Καθώς, μετά το 1922, η καθ’ ημάς Ανατολή χάθηκε οριστικά, και έχει πια μεταβληθεί σε τουρκική Ανατολή – δεν βρισκόμαστε πλέον «μεταξύ Ανατολής και Δύσης», αλλά συνιστούμε το σύνορο της Δύσης απέναντι στην Ανατολή.

Μήπως όμως κινδυνεύουμε να βρεθούμε απλώς μετέωροι μεταξύ Ανατολής και Δύσης και η τελευταία να μας εγκαταλείψει για μια ακόμα φορά στους Οθωμανούς, όπως είχε κάνει το 1453;

Σήμερα, όμως, η συγκυρία έχει αντιστραφεί. Η Ευρώπη δεν είναι μια ανερχόμενη αποικιακή δύναμη αλλά ακολουθεί μια καθοδική πορεία που απειλεί να την οδηγήσει σε έναν δρόμο γεωπολιτικής ενδόρηξης. Οι ευρωπαϊκές χώρες κινδυνεύουν, μέσα στα επόμενα πενήντα χρόνια, να αποτελέσουν μία πληθυσμιακή απόληξη της Αφρικής και της Ασίας, μια «Ευραφρική» και μια «Ευρασία», ενώ η Ρωσία να μεταβληθεί σε παράρτημα της Κίνας και του ισλάμ.

Για να συνεχίσουν να αποτελούν έναν σημαντικό γεωπολιτικό παράγοντα, είναι υποχρεωμένες να συμπήξουν ένα κοινό οικονομικό, πολιτισμικό, πληθυσμιακό και αμυντικό μέτωπο που θα μπορούσε να διασφαλίσει την παρουσία τους στο νέο παγκόσμιο σκηνικό. Και η αντιμετώπιση του νεοθωμανισμού συνιστά προϋπόθεση της όποιας ευρωπαϊκής οικοδόμησης, καθώς μια πιθανή επικράτηση του τουρκικού ισλάμ στην Ελλάδα και στα Βαλκάνια θα την πλήξει στο μαλακό της υπογάστριο. Άλλωστε, ο ρόλος και η σημασία της Ανατολικής Ευρώπης στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι ισχυροποιείται διαρκώς, όπως υποδεικνύει η περίπτωση των βαλτικών χωρών, της Πολωνίας της Ρουμανίας και προπαντός της Ουκρανίας – ενώ και η Ρωσία θα πρέπει να επιλέξει σύντομα ανάμεσα στην τουρκομογγολική κατεύθυνση και την ευρωπαϊκή. Συνεπώς, σήμερα, η Ευρώπη χρειάζεται την Ελλάδα.

Οι Έλληνες, στο παρελθόν, διέσωσαν και διαμόρφωσαν τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, στον Μαραθώνα, στη Σαλαμίνα και στον Γρανικό, επιτρέποντας στον Σωκράτη, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη να θεμελιώσουν τη σύγχρονη φιλοσοφική σκέψη, και στον Περικλή και τον Θουκυδίδη τη σύγχρονη πολιτική σκέψη. Εν συνεχεία, μετέβαλαν τον χριστιανισμό σε οικουμενικό, αποσπώντας τον από την εβραϊκή αποκλειστικότητα· απέκρουσαν τα κύματα του αραβικού ισλάμ στα τείχη της Βασιλεύουσας (674-678, 717-718) και θα επιβεβαιώσουν τη σύνδεση με την αρχαία ελληνική σκέψη και πολιτισμό, από τον Αρεοπαγίτη έως τον Πλήθωνα και από τον Ρωμανό Μελωδό μέχρι τον Πανσέληνο· τέλος, με την πτώση τους, το 1453, θα θέσουν όρια στην τουρκική επέκταση προς την Ευρώπη, συμβάλλοντας ουσιωδώς στην αναγέννησή της. Ενώ, με την Επανάσταση του 1821, θα εγκαινιάσουν την αποσύνθεση της οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την απαρχή των εθνικών επαναστάσεων στην Ανατολική Ευρώπη.

Σήμερα, για να διασωθούν οι ίδιοι, είναι υποχρεωμένοι να αποτελέσουν το προζύμι μιας ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, να λειτουργήσουν ως Ακρίτας και πολιτισμικός πυκνωτής της Ευρώπης, και να συνεχίσουν, αν όχι ισότιμοι με τη μεγάλη τους ιστορική παράδοση, τουλάχιστον αντάξιοί της.

Αυτός άλλωστε είναι και ο μόνος εφικτός τρόπος για να ξεφύγουν από τη «στενοχωρία» της μικρής Ελλάδας, καθώς η ιδιοπροσωπία μας υπήρξε πάντοτε και οικουμενική· και οι Έλληνες χρειάζονται μια «αποστολή», μια νέα «Μεγάλη Ιδέα» που να υπερβαίνει τα γεωγραφικά τους σύνορα!

*****

Βεβαίως, αν αναλογιστεί κανείς την παρακμή του σύγχρονου ελληνισμού, μπορεί να αμφιβάλλει νομίμως για τη δυνατότητα αυτού του έθνους να διαδραματίσει έναν ανάλογο ρόλο.

Ωστόσο, οι μεγάλοι πολιτισμοί αφήνουν το «ίχνος» τους πάνω στις διαδοχικές ιστορικές μορφές για χιλιάδες χρόνια. Οι σύγχρονοι Έλληνες, παρότι στο επίπεδο της κουλτούρας, των παραγωγικών δομών, της φιλοσοφικής επεξεργασίας, των εκπαιδευτικών δομών, των γνώσεων, βρίσκονται όντως σε κατώτερο επίπεδο από άλλους κληρονόμους της ελληνορωμαϊκής παράδοσης, δηλαδή τους Δυτικούς, εντούτοις, ως προς την «αυθόρμητη ιδεολογία» τους, τον τρόπο του βίου, βρίσκονται πιο κοντά από οποιονδήποτε άλλον στον «ελληνικό δρόμο». Εξ ου και η προτίμηση στις μικροϊδιοκτητικές δομές, στο εμπόριο και τη ναυτοσύνη, σε ό,τι αφορά στην παραγωγή· η άρνηση της νοησιαρχίας και του άτεγκτου εβραϊκού προφητισμού, η εμμονή στη σύνθεση νόησης και συναισθήματος, φύσης και πνεύματος, η ισορροπία μεταξύ μυστικισμού και ορθολογισμού, η «σωματική» σχέση με τη δημοκρατία, από την αρχαιότητα μέχρι τις κοινότητες, η απόρριψη του ολοκληρωτισμού κ.λπ. κ.λπ.

Και σήμερα, καθώς ο δυτικός δρόμος οδηγεί στον βαθμό μηδέν του πολιτισμού, του μετανθρώπου και μιας… lady Gaga, και ο ανατολικός στο «Ισλαμικό Κράτος», όχι μόνο αποκτά εκ νέου νόημα η ελληνική σύνθεση, αλλά προσλαμβάνει μια δραματική επικαιρότητα. Προφανώς, δεν ισχυριζόμαστε πως αυτός ο δρόμος μπορεί να «εκπροσωπηθεί» από την Ελλάδα αποκλειστικά. Απλώς η Ελλάδα, ως η ζώσα έκφραση της συνέχειας, θα μπορούσε να αποκτήσει ένα όραμα στα μεγέθη μιας οικουμενικής «αποστολής».

Ο «ελληνικός δρόμος», από τον Αριστοτέλη έως τον Μάξιμο τον Ομολογητή, ως σύνθεση ανάμεσα στην τεχνόσφαιρα και τη φύση, ανάμεσα στον νου και την καρδιά, ανάμεσα στη φύση και τον πολίτη («ζῶον πολιτικόν», «πρόσωπον»), μπορεί να συμβάλει στην άρση των αδιεξόδων του σημερινού κόσμου. Και επειδή οι Έλληνες δεν διαθέτουν τα μεγέθη, όπως η Κίνα π.χ., για να εκφράσουν αυτή την πρόταση αυτόνομα, είναι υποχρεωμένοι να το πράξουν ως κατ’ εξοχήν πολιτισμικό υποκείμενο και ως Ακρίτας – σε ολοένα και στενότερη σχέση με μια εξίσου απειλούμενη Ευρώπη, η οποία είναι και αυτή υποχρεωμένη να ανατρέξει στην παράδοσή της για να επιβιώσει.

[1] Χρήστος Γιανναράς, «Finis Graeciae», Το Βήμα, 6.7.1986.

[2] Παναγιώτης Κονδύλης, Γεωπολιτικές και στρατηγικές παράμετροι ενός ελληνοτουρκικού πολέμου.

Βλ. Πολυχρόνης Ενεπεκίδης, Ρήγας-Υψηλάντης-Καποδίστριας, Έρευναι εις τα αρχεία της Αυστρίας, Γερμανίας, Ιταλίας, Γαλλίας και Ελλάδος, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, Αθήνα 1965, σσ. 196-197.· Γ. Καραμπελιάς, 1821 Η παλιγγενεσία, σσ. 282-283, Εναλλακτικές Εκδόσεις 2015.

Διαβάστε τα προηγούμενα

.
.
.

Δημοφιλή