ΤΟ BLOG
11/12/2018 08:23 EET | Updated 11/12/2018 08:25 EET

Υπάρχει οικονομική απόδοση της Βιώσιμης ανάπτυξης;

RomoloTavani via Getty Images

Μπορεί μια επιχείρηση να βελτιώσει την οικονομική της απόδοση αυξάνοντας την εστίασή της στο περιβάλλον, τους εργαζόμενους και τους προμηθευτές της; Οι ολοκληρωμένες Εκθέσεις Βιωσιμότητας είναι αρκετές για την ενίσχυση αυτών των αποδόσεων;

Δυστυχώς, ο τρόπος με τον οποίο τα τρέχοντα χρηματοοικονομικά και λογιστικά συστήματα αποτιμούν την εταιρική απόδοση δεν παρουσιάζει πάντα την πληρέστερη εικόνα μιας επιχείρησης. Με άλλα λόγια, θετικά στοιχεία διαχείρισης του περιβάλλοντος, της κοινωνίας και της διακυβέρνησης περνάνε απαρατήρητα και συχνά υποβαθμίζονται. Όταν οι εταιρείες εξετάζουν μόνο τα οικονομικά δεδομένα στη χρηματοδότηση και λήψη αποφάσεων, δημιουργούνται τυφλά σημεία για τους κινδύνους και τις ευκαιρίες, τόσο για τον επενδυτή όσο και για την κοινωνία γενικότερα.

Σύμφωνα με το Παγκόσμιο Σύμφωνο του ΟΗΕ, οι Εκθέσεις εταιρικής βιωσιμότητας διασφαλίζουν την μακροπρόθεσμη εταιρική επιτυχία και την εξασφάλιση της αξίας των αγορών σε ολόκληρο το κοινωνικό σύνολο. Βάση αυτού, οι επενδυτές υιοθέτησαν τη βιωσιμότητα ως κριτήριο που πρέπει να ληφθεί υπόψη στη διαμόρφωση των επενδυτικών τους χαρτοφυλακίων καταλήγοντας στην δημιουργία δεικτών βιώσιμης απόδοσης που συνδέονται με τη χρηματοπιστωτική αγορά και λειτουργούν ως μέσο οικονομικής ανάπτυξης. Τέτοιοι δείκτες περιλαμβάνουν δεοντολογικές, οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές προσδοκίες των επιχειρήσεων και αποτυπώνουν τη δέσμευση της κάθε επιχείρησης να συμβάλλει στην ανάπτυξη και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και της κοινότητας που συναναστρέφεται.

Οι επενδύσεις που εξετάζουν βιώσιμους δείκτες αποτελούν πρότυπο και έχουν γίνει όλο και πιο δημοφιλείς στο εταιρικό κοινό τα τελευταία χρόνια. Αξιολογώντας τις περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιδόσεις, οι εταιρείες δοκιμάζουν να παρουσιάσουν ένα πρόσωπο ευσυνειδησίας και αξιοπιστίας έτσι ώστε να προσελκύσουν περισσότερους επενδυτές στοχεύοντας σε αυξημένα μερίδια αγοράς, υψηλά επίπεδα κεφαλαιοποίησης και μειωμένα ρίσκα εξωτερικής χρηματοδότησης σε περιόδους οικονομικής κρίσης.

Η χρήση συγκεκριμένων κατευθυντήριων οδηγιών για την σύνταξη εκθέσεων αυξάνεται, προσθέτοντας αξία, ακεραιότητα, διαφάνεια και αξιοπιστία σε εταιρείες που δημοσιεύουν αναφορές βιωσιμότητας. Από τις πολλές διαθέσιμες Διεθνείς Οδηγίες, το 65% των εταιρειών χρησιμοποιεί την Οδηγία Global Reporting Initiative (GRI). Οι κατευθυντήριες γραμμές της GRI παραμένουν οι πιο ευρέως εφαρμόσιμες για την ανάλυση δεικτών. Οι Οδηγίες αυτές δίνουν την ευκαιρία στις επιχειρήσεις να επανεξετάσουν και ίσως να αναδιαρθρώσουν την ατζέντα τους αλλά και να επικεντρωθούν στη χρήση των Eκθέσεων για τη βελτίωση της λήψης αποφάσεων και συνεπώς, να γίνουν πιο ανταγωνιστικές.

Ποιο είναι όμως το σημείο τομής μεταξύ δεικτών βιωσιμότητας και οικονομικής απόδοσης;

Για μεγάλο διάστημα το μοντέλο της παγκόσμιας οικονομίας προωθούσε επιχειρηματικές αξίες που ήταν αντιπαραγωγικές για την κοινωνία. Η θεωρία ότι η οικονομική ανάπτυξη αυξάνει την κοινωνική ευημερία συνηθίζει να χαρακτηρίζεται ως νεοφιλελεύθερη προπαγάνδα. Υπάρχει όμως μια άλλη πτυχή αυτής της θεωρίας σύμφωνα με την οποία όσο υψηλότερο είναι το κατα κεφαλήν ΑΕΠ, τόσο εντονότερη είναι και η κοινωνική ευημερία. Αφού λοιπόν η κοινωνική ευημερία καθορίζεται από δείκτες κοινωνικής ισότητας, πρόσβαση στην εκπαίδευση, ποιότητα του περιβάλλοντος και από πολλές άλλες μη χρηματοοικονομικές διαστάσεις, πρέπει να δεχτούμε ότι σε μια βιώσιμη κοινωνία δεν μπορεί να υφίσταται οικονομική ανάπτυξη, δηλαδή αυξημένο ΑΕΠ, χωρίς θετικά πρόσημα μη-χρηματοοικονομικών δεικτών.

Ερευνητές που ανέλυσαν τα οικονομικά αποτελέσματα από 50 εταιρείες στις ΗΠΑ διαπίστωσαν ότι το 73% των επιχειρήσεων με τα υψηλότερα περιβαλλοντικά, κοινωνικά και διακυβερνητικά αποτελέσματα (ESG) κατέγραψε υψηλότερα έσοδα το 2017 σε σύγκριση με το 2016. Από περιβαλλοντικής πλευράς μάλιστα, διαπίστωσαν ότι η μείωση του αποτυπώματος άνθρακα έχει καταστεί προτεραιότητα των εταιρειών που έχουν την υψηλότερη κατάταξη βιωσιμότητας.

Αναφορά του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ το 2018 δείχνει ότι σχεδόν οι μισοί από τους σημαντικότερους επιχειρηματικούς κινδύνους είναι περιβαλλοντικοί. Αυτό αναδεικνύει μια σημαντική αλλαγή από το 2010 που κατά μεγάλο ποσοστό οι κίνδυνοι πριν από περίπου μια δεκαετία ήταν οικονομικοί ή κοινωνικοί. Μια νέα έκθεση του Παγκόσμιου Οικολογικού Οργανισμού εκτιμά ότι οι οικονομικές ζημιές που σχετίζονται με το κλίμα έχουν ανέλθει τουλάχιστον στα 240 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως τα τελευταία δέκα χρόνια στις Ηνωμένες Πολιτείες. Τα εταιρικά σκάνδαλα και οι περιβαλλοντικές καταστροφές όπως το σκάνδαλο της Volkswagen και η πετρελαιοκηλίδα της BP στον κόλπο του Μεξικού έχουν επηρεάσει ιδιαίτερα σε περιβαλλοντικό και κοινωνικό επίπεδο και έχουν αποδυναμώσει οικονομικά πολύ σημαντικές εταιρείες. Οι επιχειρήσεις επομένως δεν μπορούν να αγνοήσουν τέτοιους δυνητικούς κινδύνους που αποφέρουν τεράστιες ζημιές στο τρίπτυχο οικονομία-κοινωνία-περιβάλλον.

ODD ANDERSEN via Getty Images

Πως θα επαναφέρουμε την ισορροπία;

Η συνεχής έμφαση που δίνουμε στην οικονομική ανάπτυξη τις τελευταίες δεκαετίες είναι διαμετρικά αντίθετη με τη βιωσιμότητα του πλανήτη. Παρόλο που υπάρχει πρόοδος στην ανάπτυξη βιώσιμων λύσεων, όπως οι εναλλακτικές πηγές ενέργειας για τη μείωση του άνθρακα, είναι καιρός για τις επιχειρήσεις να επαναπροσδιορίσουν τα όρια της ανάπτυξης, να επανεξετάσουν τις προτεραιότητές τους και να διατηρήσουν μια αρμονία μεταξύ οικονομικής και αειφόρου ανάπτυξης. Δεν αρκεί μια απλή, μονομερής ανάλυση της επίδρασης των περιβαλλοντικών και κοινωνικών στρατηγικών σε οικονομικές πτυχές. Χρειάζεται να ληφθεί υπόψη η επιρροή αυτών των στρατηγικών στις πραγματικές επιπτώσεις που προκαλούν στο περιβάλλον και στην κοινωνία.

Για να αντιμετωπιστεί η πρόκληση μεταξύ οικονομικής ανάπτυξης και βιωσιμότητας, πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να εξισορροπήσουμε τα δύο και να επιτρέψουμε να συνυπάρξουν. Η εξισορρόπηση πρέπει να συνοδεύεται από την κατανόηση ότι η φύση του προβλήματος έγκειται στη σχέση μεταξύ βραχυπρόθεσμης ανάπτυξης και μακροπρόθεσμης επιβίωσης των εταιρειών. Το πρώτο βήμα για την επίτευξη οποιασδήποτε ισορροπίας είναι να δοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στη βιωσιμότητα και λιγότερη στην οικονομική ανάπτυξη.

Πρέπει να σταματήσουμε να χρονοτριβούμε, να σταματήσουμε να μεταφέρουμε το πρόβλημα στις επόμενες γενιές και να κατανοήσουμε ότι βρισκόμαστε στο τέλος ενός αδιέξοδου μονοπατιού.