ΤΟ BLOG
05/11/2020 09:56 EET | Updated 05/11/2020 09:56 EET

Κίνδυνοι και κορονοϊός

Προβληματισμοί με αφορμή το νέο lockdown

ASSOCIATED PRESS

Από τις αρχές Νοεμβρίου μεγάλο μέρος της επικράτειας μπαίνει σε μια, όχι πρωτόγνωρη, αλλά εκ νέου δύσκολη πραγματικότητα. Τα μέτρα που ανακοινώθηκαν είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσουν πλήθος συζητήσεων, με κάποιους να τα θεωρούν τα πλέον κατάλληλα και άλλους να τα χαρακτηρίζουν από ακατάλληλα έως αχρείαστα και μέσα επιβολής κρυφών επιδιώξεων. Ωστόσο, αυτές οι αντιθέσεις μεταξύ των διαφόρων απόψεων δεν παρατηρήθηκαν, τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό, κατά την πρώτη φάση της πανδημίας, όπου τα μέτρα περιορισμού ήταν και περισσότερα και αφορούσαν το σύνολο της χώρας. Τότε, υπήρξε σημαντική συναίνεση σε ατομικό, κοινωνικό, πολιτικό και επιστημονικό επίπεδο για την ορθότητα του lockdown, κάτι που πλέον δεν συμβαίνει. Ακριβώς για αυτό, τα όποια μέτρα ανακοινώθηκαν από τον Ιούλιο και έπειτα, οπότε τοποθετείται η έναρξη του νέου κύματος, δεν απέδωσαν τόσο ώστε η επανεπιβολή αυστηρότερων περιορισμών να καταστεί de facto αχρείαστη.

Η έλλειψη συναίνεσης φανερώνει τη διάρρηξη της σχέσης μεταξύ επιστημονικής, αυστηρά τεχνικής, αξιολόγησης της πανδημίας στο επίπεδο της υγείας και των αντιλαμβανόμενων κινδύνων από, μερίδα τουλάχιστον, της κοινωνίας. Με άλλα λόγια, όταν οι λοιμοξιολόγοι παραθέτουν στατιστικά στοιχεία για την εξέλιξη των υγειονομικών πτυχών της εξάπλωσης του κορονοϊού, μερίδα της κοινωνίας εστιάζει σε κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες των επιβαλλόμενων μέτρων αντιμετώπισής της.

Η διάσταση αυτή έχει φωτιστεί από δύο διαφορετικές οπτικές.

Η πρώτη, υποστηρίζει ότι οφείλεται σε διαφορές στο επίπεδο της γνώσης μεταξύ ειδικών και κοινωνίας, που μπορεί να αμβλυνθούν μέσα από την πληρέστερη εκπαίδευση της τελευταίας, ώστε να συγκλίνει με τα συμπεράσματα των ειδικών.

Στον αντίποδα, η άλλη άποψη θεωρεί ότι η διάσταση μεταξύ ειδικών και κοινωνίας προκύπτει από το γεγονός ότι οι ειδικοί μένουν προσκολλημένοι σε αυστηρά τεχνικές αξιολογήσεις των κινδύνων. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, εάν οι ειδικοί επιθυμούν να αυξήσουν τη νομιμοποίηση τους και να εμφανιστούν ως αξιόπιστοι στο κοινό, θα πρέπει να αναγνωρίζουν και την πιθανότητα δικής τους ελλιπούς γνώσης, ειδικά σε πολυδιάστατους και εξελισσόμενους κινδύνους. Με άλλα λόγια, οι ειδικοί οφείλουν να αυτό-αμφισβητούν την αυθεντία τους, κάτι που ουσιαστικά επιβάλλει a priori η ίδια η έννοια της επιστήμης.

Πρακτικά, οι δύο απόψεις συνδέονται και με δύο διαφορετικές προσεγγίσεις έναντι των κινδύνων: τη διαχείριση (risk management) και τη διακυβέρνηση κινδύνων (risk governance).

Η πρώτη βασίζεται, κυρίως, στην τεχνοκρατική αξιολόγηση κινδύνων, συχνά με χρήση μαθηματικών μοντέλων που στηρίζονται στα διαθέσιμα δεδομένα.

Η δεύτερη, τοποθετείται σε ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο είναι απαραίτητες τόσο οι γνώσεις των ειδικών, όσο και η επικοινωνία αυτής της γνώσης προς την κοινωνία και η ανατροφοδότηση των απόψεων της τελευταίας προς τους ειδικούς.

Η κάθε προσέγγιση είναι κατάλληλη για διαφορετικά είδη κινδύνων. Στην περίπτωση συστημικών κινδύνων, όπου δηλαδή υπάρχει διασύνδεση διαφορετικών τομέων και η κατάρρευση του ενός μπορεί να συμπαρασύρει και άλλους τομείς, οι Kasperson και Renn – καθηγητές που ερευνούν τον κίνδυνο και τις εκφάνσεις του- προτείνουν την προσέγγιση της διακυβέρνησης κινδύνων. Επιπλέον, η απόφαση καθαυτή, αναφορικά με τον τρόπο αντιμετώπισης ενός κινδύνου, ενέχει τον κίνδυνο να είναι εσφαλμένη, σύμφωνα με τον Niklas Luhmann. Αυτό γίνεται εντονότερο, σε περιπτώσεις αβεβαιότητας (uncertainty), όπου δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα και άπλετος χρόνος για την ανάλυσή τους, ενώ δεν έχουμε, και δεν θα λάβουμε ποτέ, στοιχεία από το μέλλον για το μέλλον.

Ο κορονοϊός είναι ένας τέτοιος, συστημικός, κίνδυνος. Υγειονομική κατάρρευση θα επιφέρει οικονομική και κοινωνική αναταραχή, αλλά και αντίστροφα. Ακόμη, οι όποιες αποφάσεις για την αντιμετώπισή του, που λαμβάνονται μέσα σε συνθήκες αβεβαιότητας, εμπεριέχουν την πιθανότητα σφάλματος. Άρα, η συστημική φύση των κινδύνων εξάπλωσης του κορωνοϊού, επιβάλλει μια προσέγγιση χωρίς αποκλεισμούς και δογματικές επικλήσεις αυθεντίας, ώστε να αναθερμανθεί η συναίνεση μεταξύ επιστημόνων και κοινωνίας που θα επιτρέψει την όσο το δυνατό ταχύτερη επάνοδο μιας φυσιολογικής υγειονομικής, κοινωνικής και οικονομικής καθημερινότητας.