Ο Κατ’ εμέ Κόσμος - Η Αθήνα των Στεναγμών

Ιστορίες του Ροβήρου Μανθούλη
Αθήνα 1938
Αθήνα 1938
ASSOCIATED PRESS

Το 1935 ήμουν 6 χρονών. Θυμάμαι τον εαυτό μου στον Πεθελινό, όχι μακρυά από την Αμφίπολη του Περικλή, ένα χωριουδάκι κοντά στο φράγμα του Στρυμώνα που έχτιζε η Μονξ-Ούλεν, η αμερικάνικη εταιρία στην οποία εργάζονταν ο πατέρας μου. Εκεί είχα την πρώτη μου κινηματογραφική εμπειρία. Στην πλατεία του χωριού από έναν πλανόδιο προβολαντζή. Πάνω σε μια οθόνη βλέπω ένα τεράστιο τρακτέρ να έρχεται κατά πάνω μου και το βάζω στα πόδια. Σαν τους Παριζιάνους πού είδαν να΄ρχεται απάνω τους το τρένο των Αδελφών Λουμιέρ, πριν από 40 χρόνια ακριβώς.

Οι εμπειρίες στις κινηματογραφικές αίθουσες εκείνη την εποχή, ιδιαίτερα στις χειμερινές, ιδιαίτερα για ένα παιδί ήταν κάτι σαν την μύηση στα Ελευσίνια Μυστήρια, στις σκοτεινές και θορυβώδεις αίθουσες του ναού της Δήμητρας. Ανάλογες με τις εμπειρίες που είχε ο Ζαν Πωλ Σαρτρ όταν πρωτοπήγαινε στο σινεμά στην ηλικία που είχα εγώ τότε. Τις αφηγείται στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του «Οι Λέξεις». Τις βροχερές μέρες, τον ρωτούσε η μητέρα του που ήθελε να πάνε.

«Κάναμε ώρα πολύ –γράφει- ώσπου ν΄αποφασίσουμε ανάμεσα στο τσίρκο, στο μουσικό θέατρο του Chatelet, στο Ηλεκτρικό Σπίτι (για τις ανέσεις που έφερνε ο ηλεκτρισμός) και το Μουσείο Γκρεβέν (με τα κέρινα ομοιώματα). Την τελευταία στιγμή, δήθεν πως πάλι το είχαμε ξεχάσει, αποφασίζαμε να μπούμε σε μια αίθουσα προβολής. Εκεί που ανοίγαμε την εξώπορτα, έβγαινε ο παππούς μου απ΄το γραφείο του και ρωτούσε: Πού πάτε παιδιά; -Στο σινεμά, έλεγε η μητέρα μου. Εκείνος σούφρωνε τα φρύδια του κι εκείνη έσπευδε να προσθέσει: Στο σινεμά του Panthéon, εδώ δίπλα είναι, μόνο ένα δρόμο έχουμε να περάσουμε, την οδό Σουφλό. Σήκωνε τους ώμους και μας άφηνε να φύγουμε. Την Πέμπτη που έβλεπε τον κύριο Σιμονό, του έλεγε: Πέστε μου Σιμονό, εσείς που είστε σοβαρός άνθρωπος, το καταλαβαίνετε αυτό; Η κόρη μου πηγαίνει τον εγγονό μου στο σινεμά !

Τα έργο είχε αρχίσει. Ακολουθώντας και σκουντουφλώντας την ταξιθέτρια, ένιωθα παράνομος. Πάνω απ΄τα κεφάλια μας, μια λευκή δέσμη φωτός διέσχιζε την αίθουσα, έβλεπες να χορεύουν οι σκόνες και οι καπνοί. Ένα πιάνο χλιμίντριζε, μενεξεδί καρδούλες έλαμπαν στον τοίχο, μ΄έπνιγε μια μυρωδιά από απολυμαντικό που θαρρείς πως έβγαινε από φρεσκοβαμμένο τοίχο» (Σε μας, στην Ελλάδα, δεν είχε απολυμαντικό. Είχε σκορδίλα).

Κάποτε τελείωσαν τα έργα του Στρυμόνα και, ύστερα από ένα σύντομο σταθμό στη Θεσσαλονίκη βρεθήκαμε στην «Αθήνα των Στεναγμών». Μια Αθήνα των νεοκλασικών μονοκατοικιών, με τα κοτέτσια και τα πηγάδια στις αυλές. Με τις οικογενειακές ταβέρνες -μια ανά δύο τετράγωνα. Έτσι που όταν έβγαζαν τα βαρέλια στο δρόμο να τα πλύνουν κάθε Σεπτέμβρη, όλη η Αθήνα μύριζε ρετσίνα. Ανακάλυψα σιγά-σιγά ότι η κάθε γειτονιά είχε αφιερώσει τους δρόμους της σε κάποια ιστορική ή γεωγραφική ενότητα. Η Κυψέλη στα νησιά, τα Εξάρχεια-Νεάπολη, που ήταν η δική μας γειτονιά, στο Βυζάντιο. Στην αρχή μείναμε για ένα χρόνο στην οδό Τσιμισκή, ύστερα –για 15 χρόνια- στην Κυρίλλου Λουκάρεως. Που ήταν τα σύνορα του 5ου Αστυνομικού Τμήματος. Μέγας ο ρόλος του Αστυνομικού Τμήματος στο ολοκληρωτικό καθεστώς μέσα στο οποίο ζούσαμε. Ταυτότητες - συλλήψεις - ανακρίσεις - ξύλο - κρατητήριο - Παράρτημα Ασφαλείας, ήταν ψωμοτύρι.

Την Κατοχή την έβγαλα στο 10ο Γυμνάσιο που ήταν πίσω από τον Παναθηναϊκό και τα Κουντουριώτικα. Αυτά τα τελευταία ήταν προσφυγικά παραπήγματα, τενεκεδένια, από την εποχή της Μικρασιατικής Καταστροφής! Όταν πήγαινα πρωί-πρωί σχολείο έπρεπε να περνάω από στενά σοκάκια ανάμεσα από οικογένειες που κοιμόταν στρωματσάδα στο δρόμο. Και στην μεγάλη πείνα περνούσα ανάμεσα από νεκρούς, θύματα της ασιτίας.

Θυμάμαι καλά τον εαυτό μου από την άφιξή μας στην Αθήνα και ύστερα. Κι ακόμα καλύτερα από τις σειρήνες της 28ης Οκτωβρίου, της ημέρας του ΟΧΙ και ύστερα. (Ποιος επιτέλους το είπε αυτό το ΟΧΙ; Ο Μεταξάς ή εγώ;)

Η Μεταξική δικτατορία δεν ήταν ένα μεμονωμένο φαινόμενο. Στις 20 Αυγούστου του 1935, Κομμουνιστικής Διεθνής κήρυξε τη στρατηγική των «Λαϊκών Μετώπων». Στις 19 Φεβρουαρίου του 1936, υπογράφεται το Σύμφωνο Σοφούλη-Σκλάβαινα, ελληνική βερσιόν Λαϊκού Μετώπου (συμμαχία ΚΚ με αστικό κόμμα). Την ίδια εποχή συγκροτούνται Λαϊκά Μέτωπα σε πολλές χώρες, Αυτά που καταφέρνουν να κερδίσουν τις εκλογές και να σχηματίσουν κυβέρνηση είναι στην Ισπανία και στη Γαλλία. Άμεση υπήρξε η αντίδραση των συντηρητικών δυνάμεων. Η Ισπανία παραδόθηκε στο φασιστικό πραξικόπημα του Φράνκο, η δε Γαλλία οδηγήθηκε στη στρατιωτική ήττα του 1940 και στο (εξίσου φασιστικό) καθεστώς του Πεταίν. Το 1936 είναι η εποχή όπου τόσο η Χιτλερική Γερμανία όσο και η Μεγάλη Βρετανία, μπροστά στην οικονομική κρίση και με το φόβο επαναστάσεων σοβιετικής επιρροής, ευνοούν δικτατορίες σ΄όλη την Ευρώπη.

Το σχολείο μας είχε επιταχτεί. Πρώτα για τους τραυματίες του Αλβανικού, ύστερα από τους Γερμανούς –δεν θυμάμαι γιατί. Κάναμε μάθημα κάτω από τα δέντρα. Στο δάσος του Λυκαβηττού - όπως κάποτε στο Λύκειο του Αριστοτέλη! Η ηλικία μου ήταν φαίνεται αυτή που έπρεπε. Δεν ήμουν στρατεύσιμος λόγω ηλικίας, δεν με στείλαν στην Ελ Ντάμπα, λόγω ηλικίας, δεν πήρα μέρος στον Εμφύλιο λόγω ηλικίας… Εκείνη την εποχή ντρεπόμουνα που δεν είχα κάνει εξορία, που δεν είχα δικαστεί, που δεν είχα κάνει φυλακή, όπως όλοι οι γνήσιοι επαναστάτες. Κι΄όμως. Πολλά παιδιά της ηλικίας μου βασανίστηκαν ή και εκτελέστηκαν. Όπως ο γείτονάς μου ο Τάκης Παπακωνσταντίνου. Και –φωνάζοντας Ζήτω ο Στάλιν- ο συμμαθητής μου ο Δραμυτινός.

Τις τάξεις τις περνάγαμε, αλλά σχολείο δεν μπορώ να πω ότι κάναμε. Σχολείο, για μερικούς από μας ήταν η Διάπλασις των Παίδων, Για μένα προσωπικά, ήταν και οι δανειστικές βιβλιοθήκες. Τρεις ήταν, γιατί τρεις γνώρισα. Αμφιβάλλω αν υπήρξαν άλλες. Η πρώτη που ανακάλυψα ήταν στο υπόγειο του Ελευθερουδάκη, στην Πλατεία Συντάγματος. Κυρίως για νέους. Η δεύτερη ήταν στα Γραφεία της Διάπλασης . Ανήκε στο Σύλλογο του Τίτου Πατρίκιου. Όταν τέλειωσα με τον Ελευθερουδάκη, πέρασα στη Διάπλαση και, υπό το βλέμμα του Γρηγόρη Ξενόπουλου, ξετίναξα μερικά βιβλία του Πατρίκιου. Τελικά, διαβάζω μια αγγελία για τη Δανειστική Βιβλιοθήκη του Γιώργου Τσουκαλά. Νομίζω ήτανε Σταδίου, προς την Ομόνοια. Θαρρώ πως ήμουνα ο μόνος πελάτης του, γιατί πιάναμε την κουβέντα με τον Τσουκαλά και άλλον δεν έβλεπα να μπαίνει. Χάρη στα γαλλικά τους ο Τσουκαλάς και η πεθερά μου η Φοίβη Καραμέρου ήξεραν το Παρίσι απέξω κι΄ανακατωτά. Καλύτερα κι΄ από Γάλλο. Χωρίς να έχουν πατήσει το πόδι τους. Ο Τσουκαλάς είναι που με μύησε, νομίζω, στο «Πρώτο Κορίτσι» ένα ρωσικό μυθιστόρημα (του Μπογκντάνωφ, αν θυμάμαι καλά) της επαναστατικής περιόδου που είχε απαγορευτεί στη Σοβιετική Ένωση, συνεπώς και από το ΚΚΕ, γιατί μιλούσε για έρωτες νεαρών μπολσεβίκων που άρχιζαν με αναγνώσεις του (αντικληρικού) Δεκαήμερου του Βοκάκιου και κατέληγαν στη διάδοση, μεταξύ τους, αφροδισίων νοσημάτων !… Το βιβλίο ήταν ένα μικρό αριστούργημα και είχε γίνει το αγαπημένο ανάγνωσμα της παρέας. Ο Τσουκαλάς ήταν ο πρώτος μου δάσκαλος στο εξωσχολικό μάθημα της Λογοτεχνίας. Και ο Νικηφόρος Βρεττάκος, αργότερα, στην ποίηση. (Πολύ αργότερα έγινα εγώ δάσκαλος του γιου του στον Κινηματογράφο. Συμπτώσεις συμπτώσεις...

Δημοφιλή