ΤΟ BLOG
01/01/2018 09:40 EET | Updated 01/01/2018 09:40 EET

Ο πρώτος χρόνος της προεδρίας Τραμπ

Jonathan Ernst / Reuters

Ο Ντόναλντ Τραμπ είναι ο λιγότερο συμβατικός πρόεδρος στην ιστορία των ΗΠΑ – ο μόνος που δεν είχε υπηρετήσει προηγουμένως σε κάποιο πολιτικό ή στρατιωτικό αξίωμα. Ο επεισοδιακός πρώτος χρόνος της προεδρίας του χαρακτηρίσθηκε από πολλά στραβοπατήματα του Τραμπ, καθώς και από μεγάλη αντίφαση μεταξύ της ρητορικής του προέδρου και της πολιτικής της κυβέρνησής του.

Από πλευρά δημοτικότητας στις δημοσκοπήσεις η προεδρία Τραμπ ήταν η χειρότερη από τότε που υπάρχουν δημοσκοπήσεις. Κανένας άλλος πρόεδρος κατά τα τελευταία 80 χρόνια δεν είχε τόσο χαμηλή δημοτικότητα στους πρώτους μήνες της προεδρίας του.

Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο σκάνδαλο της ρωσικής επέμβασης στην αμερικανική προεκλογική εκστρατεία υπέρ του Τραμπ και στις εικασίες περί ενδεχόμενης παράνομης συνεργασίας του προεκλογικού επιτελείου του Τραμπ με τις ρωσικές υπηρεσίες. Ο Τραμπ προσπάθησε να θολώσει τα νερά αμφισβητώντας αν η Ρωσία ήταν όντως πίσω από τις ηλεκτρονικές υποκλοπές του 2016. Η κίνηση αυτή ήταν λάθος, καθώς τον έφερε σε τροχιά σύγκρουσης με την πλειάδα υπηρεσιών πληροφοριών που είχαν ομόφωνα συμπεράνει τη ρωσική ενοχή για τις υποκλοπές. Ως εκ τούτου διαρροές από τις υπηρεσίες πληροφοριών συγκλόνισαν την κοινή γνώμη κατά τους πρώτους μήνες της προεδρίας του δυσχεραίνοντας την ικανότητά του να διαμορφώσει ένα κυρίαρχο πολιτικό αφήγημα.

Μία διαρροή για παράδειγμα αποκάλυψε, ότι ο γαμπρός του Τραμπ Τζαρίντ Κούσνερ συνάντησε τον Δεκέμβριο 2016 τον Ρώσο πρέσβη στις ΗΠΑ και του πρότεινε να χρησιμοποιήσουν ρωσικά συστήματα επικοινωνίας για συνεννοήσεις μεταξύ επιτελείου Τραμπ και Μόσχας (οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών υπέκλεψαν το μήνυμα του Ρώσου πρέσβη προς τη Μόσχα, που κατέγραφε την ανορθόδοξη αυτή πρόταση).

Τον Μάιο 2017 ο Τραμπ απέλυσε τον διοικητή του FBI Τζέιμς Κόμι, δηλώνοντας ότι η αιτία ήταν η συνεχιζόμενη έρευνα του FBI στη ρωσική επέμβαση. Έτσι ο τεσσαρακοστός πέμπτος πρόεδρος των ΗΠΑ έφτασε κοντά στο να ομολογήσει δημοσίως, ότι είχε διαπράξει το αδίκημα της παρεμπόδισης της δικαιοσύνης (το αδίκημα που προκάλεσε την πτώση του Νίξον). Στη συνέχεια το υπουργείο δικαιοσύνης αναγκάσθηκε να διορίσει ειδικό εισαγγελέα για να διερευνήσει τη ρωσική επέμβαση. Οι εξουσίες ενός ειδικού εισαγγελέα είναι ευρείες. Αν για παράδειγμα ανακαλύψει κατά τη διάρκεια των ερευνών του ότι είχαν διαπραχθεί αδικήματα άσχετα με τον αρχικό σκοπό της έρευνας, προβαίνει σε διώξεις και για αυτά – όπως έχει συμβεί ήδη με πρώην συνεργάτες της προεκλογικής εκστρατείας Τραμπ, που για να μειώσουν τις ενδεχόμενες ποινές κάθειρξής τους έχουν συμφέρον να συνεργασθούν με τον ειδικό εισαγγελέα καταθέτοντας σε βάρος άλλων συνεργατών.

Όσον αφορά εσωτερικές μεταρρυθμίσεις, ο Τραμπ και οι ρεπουμπλικανικές πλειοψηφίες στα δύο σώματα του Κογκρέσου κατάφεραν να περάσουν μόνο έναν σημαντικό νόμο στις τελευταίες ημέρες του 2017, που μείωσε τον φόρο στις επιχειρήσεις από 37 σε 21% (μείωση του φόρου αυτού είχε υποστηρίξει και ο Ομπάμα το 2012), μείωση του φόρου εισοδήματος, καθώς και απλοποίησή του εν μέρει σε βάρος των πιο πλούσιων πολιτειών που τείνουν να ψηφίζουν του δημοκρατικούς. Για παράδειγμα μειώθηκε το ποσό από κτηματικά δάνεια που εκπίπτει της φορολογίας εισοδήματος, που θα πλήξει περισσότερο κατοίκους πολιτειών με υψηλές τιμές ακινήτων, όπως οι δημοκρατικές Καλιφόρνια και Νέα Υόρκη.

Κατά τα άλλα ο Τραμπ επιδόθηκε σε ακυρώσεις προεδρικών διαταγμάτων του Ομπάμα μειώνοντας την προστασία του περιβάλλοντος προς όφελος της ανάπτυξης της βιομηχανίας ενέργειας και άλλων βιομηχανικών κλάδων.

¨Όσον αφορά την εξωτερική πολιτική, η ικανότητα ενός προέδρου να την αλλάξει στα κεντρικά στοιχεία της είναι περιορισμένη. Είναι σαν να προσπαθήσει κανείς να αλλάξει την πορεία ενός μεγάλου υπερωκεανείου – πολύ πιο αργή και σταδιακή διαδικασία από ότι σε ένα μικρό ταχύπλοο. Ενδεικτικά οι διορισμοί του Τραμπ έδειχναν περισσότερο συνέχεια παρά ρήξη με πάγιες μακροπρόθεσμες αμερικανικές πολιτικές όπως το ανοικτό διεθνές οικονομικό σύστημα και η Ατλαντική Συμμαχία. Ο υπουργός εξωτερικών Τίλερσον ως πρώην επικεφαλής της ExxonMobil ήταν καθαρά προϊόν του ανοικτού διεθνούς οικονομικού συστήματος. Ο εκπρόσωπος εμπορίου των ΗΠΑ Ρόμπερτ Λάιτχαϊζερ είχε υπηρετήσει ως βοηθός εκπρόσωπου εμπορίου στην κυβέρνηση Ρέιγκαν, που ήταν υπέρμαχος του ελεύθερου εμπορίου. Ο υπουργός άμυνας Τζέιμς Μάτις και ο σύμβουλος εθνικής ασφάλειας Χέρμπερτ Μακμάστερ ως πρώην στρατιωτικοί ήταν υπέρμαχοι του ΝΑΤΟ και άλλων στρατιωτικών συμμαχιών των ΗΠΑ. Τη συνέχεια πάγιων πολιτικών σε αυτούς τους πυλώνες τις μεταπολεμικής διεθνούς τάξης των ΗΠΑ υποστήριζε και η εκπρόσωπος των ΗΠΑ στα ΗΕ Νίκη Χέιλι.

Ως εκ τούτου ο πρόεδρος Τραμπ περιόρισε την αμφισβήτηση του ελεύθερου εμπορίου σε συμβολικές κυρίως κινήσεις (με εξαίρεση την έξοδο των ΗΠΑ στη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου Ειρηνικού, που όμως δεν είχε επικυρωθεί από τα μέλη της). Οι συνεργάτες του τον έπεισαν επιπλέον να επιβεβαιώσει δημόσια το άρθρο 5 του ΝΑΤΟ, που αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση για την αποτρεπτική ισχύ της συμμαχίας. Ουσιαστικά ο Τραμπ παρουσιάσθηκε ως ο ηγέτης που θα διατηρούσε το ανοικτό διεθνές οικονομικό σύστημα και το ΝΑΤΟ, εξασφαλίζοντας όμως καλύτερους όρους για τις ΗΠΑ ενάντια σε εμπορικούς ή συμμαχικούς «τζαμπατζήδες».

Όσον αφορά περιφερειακές κρίσεις, ο Τραμπ δεν ακολούθησε την προεκλογική νέο-απομονωτική ρητορική του. Σε Συρία και Ιράκ συνέχισε την από αέρος υποστήριξη των δυνάμεων, που συγκρούονταν με το λεγόμενο «ισλαμικό κράτος» στο έδαφος. Στο Αφγανιστάν αύξησε τις αμερικανικές δυνάμεις, που συγκρούονταν με τους Ταλιμπάν. Στο ζήτημα του πυρηνικού προγράμματος της Βόρειας Κορέας τόσο ο Τραμπ όσο και ο Κιμ Τζονγκ Ον υιοθέτησαν εμπρηστική ρητορική για διαπραγματευτικούς σκοπούς, χωρίς να επιδιώκουν εσκεμμένο πόλεμο. Για μεν το καθεστώς της Βόρειας Κορέας αν ξεκινούσε πόλεμο, θα αυτοκτονούσε – θέλει πυρηνικά όπλα μόνο για να αποτρέψει τυχόν αμερικανική επίθεση. Για δε τις ΗΠΑ αν ξεκινούσαν πόλεμο, θα επέφεραν την καταστροφή της πρωτεύουσας της Νότιας Κορέας Σεούλ, που βρίσκεται κοντά στα σύνορα και εντός της εμβέλειας του βορειοκορεατικού συμβατικού πυροβολικού. Επομένως στην περίπτωση αυτή ίσχυε αμοιβαία αποτροπή.

Ο λόγος για τον οποίο ο Τραμπ υπήρξε περισσότερο συνεχιστής παρά ανατροπέας των πάγιων κεντρικών πυλώνων της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής είναι, ότι εξυπηρετούν τα μακροπρόθεσμα εθνικά συμφέροντα των ΗΠΑ. Έχει ήδη γίνει αναφορά στο προηγούμενο κεφάλαιο στην έννοια της «παγίδας του Θουκυδίδη» (Joseph Nye), στον κίνδυνο δηλαδή η άνοδος της ισχύος της Κίνας να προκαλέσει μεγάλη αναμέτρηση με τις ΗΠΑ (όπως η άνοδος της ισχύος της Αθήνας επί Περικλή προκάλεσε την αναμέτρηση με τη Σπάρτη). Ωστόσο υπάρχει μια βαρυσήμαντη ασυμμετρία μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ: η Κίνα δεν έχει αμυντικές συμμαχίες. Η ευκαιριακή συνεργασία της με τη Ρωσία δεν βασίζεται σε αμυντική εγγύηση τύπου άρθρου 5 του ΝΑΤΟ (επίθεση σε ένα μέλος της συμμαχίας ισούται με επίθεση σε όλα τα μέλη). Ούτε αποτελούν οι χώρες BRICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα και Νότια Αφρική) κάποιον φυσιολογικό γεωπολιτικό συνασπισμό. Πρόκειται για σύμπραξη μονάχα σε θέματα διεθνούς οικονομίας. Από τη σκοπιά της γεωπολιτικής αποτελούν ομάδα κρατών με ετερογενείς προτεραιότητες και αδυναμία σύγκλισης στρατηγικών σκοπών. Η Κίνα και η Ινδία μάλιστα είναι γεωπολιτικοί αντίπαλοι.

Πρέπει να τονισθεί, ότι οι ΗΠΑ δεν στέκονται μόνες τους. Ηγούνται ενός διεθνούς συνασπισμού που συμπεριλαμβάνει την ΕΕ, την Ιαπωνία και τις «τίγρεις» της Ανατολικής Ασίας, τον Καναδά, την Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία και το Ισραήλ, τα κράτη δηλαδή που ανήκουν στη Δύση (με τη διασταλτική γεωπολιτική και όχι στενά γεωγραφική έννοια του όρου). Το σύνολο των συντελεστών ισχύος της Δύσης υπερβαίνει κατά πολύ το 50% των παγκόσμιων συντελεστών ισχύος. Επομένως όσο η Δύση παραμένει ενωμένη, η άνοδος της Κίνας από μόνη της δεν θα μπορέσει να την απειλήσει σοβαρά.

Αυτό τονίζεται στη νέα στρατηγική εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ, που δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβριο 2017. Είναι χρήσιμο να διαβάσει κανείς το κείμενο αυτό, για να δει πόσο διαφορετικό είναι από τη ρητορική του Τραμπ. Θα πρέπει να συνηθίσουμε τα επόμενα χρόνια να βιώνουμε τον μεν Τραμπ να απευθύνεται ρητορικά στην εκλογική βάση του, όπως έκανε και με την ανακοίνωση της αναγνώρισης της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσας του Ισραήλ, ενώ το επιτελείο του θα ασκεί μια πολύ πιο πραγματιστική και σοβαρή εξωτερική πολιτική.