Ιταλία: Οι εκλογές που την οδηγούν στην μεγαλύτερη πολιτική πρόκληση της σύγχρονης ιστορίας της

Γιατί οι Ιταλοί δεν νιώθουν ότι θα ξυπνήσουν την επομένη των εκλογών σε μια ακροδεξιά χώρα; Μια ιστορία βαθιά ριζωμένη στην ιστορία τους.
via Associated Press

Τον Ιούλιο του 1992, μια 15χρονη μαθήτρια χτύπησε το κουδούνι στο τοπικό παράρτημα του Μετώπου Νεολαίας στη Ρώμη, ενός ακροδεξιού φοιτητικού κινήματος και ζήτησε να γίνει μέλος της.

Η μέχρι τότε αποκλειστικά ανδρική ομάδα ακροδεξιών, την αντιμετώπισε με σκεπτικισμό - κάτι που μετατράπηκε σύντομα σε αποδοχή, δίνοντας της ηγετικό ρόλο που της επέτρεψε να σκαρφαλώσει γρήγορα στην ιεραρχία.

Τριάντα χρόνια αργότερα, η Τζόρτζια Μελόνι βρίσκεται ένα μόλις βήμα από το να γίνει η πρώτη γυναίκα πρωθυπουργός της Ιταλίας και η πρώτη ακροδεξιά ηγέτης μετά τον Μουσολίνι.

Στις κρίσιμες εκλογές της Κυριακής η επικράτηση της Μελόνι και των «Αδερφών της Ιταλίας» θεωρείται δημοσκοπικά σίγουρη, καθώς προηγείται κατά πολύ από τους πολιτικούς της αντιπάλους.

Το κόμμα της συγκεντρώνει το 25% των ψήφων στις δημοσκοπήσεις με το Δημοκρατικό Κόμμα να ακολουθεί με 22% αλλά χωρίς συμμάχους για να το στηρίξουν στο ενδεχόμενο σχηματισμού κυβέρνησης.

Αντίθετα η Μελόνι έχει ήδη συμφωνήσει με την Λέγκα του Βορρά του Ματέο Σαλβίνι (13%) και την Forza Italia του Σίλβιο Μπερλουσκόνι (7%).

POLITICO

Ποια θα είναι η πορεία της Ιταλίας

Αν και το ενδεχόμενο μιας μεγάλης ανατροπής, το βράδυ της Κυριακής είναι μικρό, το μεγάλο ερωτηματικό, είναι «προς ποια κατεύθυνση θα οδηγηθεί η χώρα σε μια δύσκολη οικονομικά, ενεργειακά και γεωστρατηγικά, εποχή».

Αν και η Μελόνι, εμφανίστηκε στην πολιτική σκηνή με ισχυρές ακροδεξιές κορώνες, που ταυτίζονταν με τον Ούγγρο πρόεδρο Βίκτορ Όρμπαν, στην σύντομη πορεία της προς την πρωθυπουργία, απέβαλε τις σκληρές εκφράσεις περί μεταναστών και εξόδου της Ιταλίας από την ΕΕ, λέγοντας ότι ταυτίζεται περισσότερο με τους Βρετανούς Τόρις και την Λιζ Τρας.

Οπως σχολιάζει η Washington post, το παράδοξο είναι, ότι ενώ η Ευρώπη αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό την κυβέρνηση συνεργασίας της Μελόνι, οι Ιταλοί ψηφοφόροι δεν αισθάνονται ότι την επόμενη ημέρα θα ζουν σε μια ακροδεξιά χώρα.

Τα δύο τρίτα των ψηφοφόρων, δεν αμφισβητεί την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας, η οποία ενισχύθηκε με ευρωπαϊκούς πόρους στα χρόνια της πανδημίας.

Το φασιστικό παρελθόν και παρόν

Σε ανάλυσή του το Politico, σχολιάζει ότι οι Ιταλοί δεν νιώθουν το ακροδεξιό στίγμα της Μελόνι γιατί δεν αποτίναξαν ποτέ από πάνω τους το φασιστικό τους παρελθόν, σε αντίθεση με τη Γερμανία που απαγόρευσε με νόμο κάθε τι ναζιστικό μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Κι αυτό, εξαιτίας του τρόπου που τερματίστηκε η κυριαρχία του Μουσολίνι το 1943, με τη δημιουργία ενός κράτους-μαριονέτας, που υποστηρίχθηκε από τη Γερμανία, και ένα σκληρό κίνημα αντίστασης, στο οποίο μετείχαν πρώην φασίστες.

Δεν υπήρξε ποτέ μια μεγάλη εκκαθάριση της ιταλικής διοίκησης από την περίοδο της διακυβέρνησης του Μουσολίνι.

Αντίθετα, μετά τον πόλεμο, μερικοί από τους πιστούς υποστηρικτές του Μουσολίνι, σχημάτισαν το Ιταλικό Κοινωνικό Κίνημα, μια νεοφασιστική ομάδα που δεν έλαβε ποτέ περισσότερο από μονοψήφια ποσοστά στις εκλογές και διαλύθηκε το 1995.

Η επόμενη εμφάνιση ενός ακροδεξιού κόμματος ήρθε το 2012 με την ίδρυση των Αδερφών της Ιταλίας (Fratelli d’Italia) της Τζόρτζια Μελόνι.

Σε μια χώρα που ξαναχτίστηκε στα ερείπια του πολέμου και του φασισμού, η Μελόνι θα είναι η πρώτη πρωθυπουργός που θα προέρχεται από ένα κόμμα με φασιστική καταγωγή, έχοντας σαν σύμβολό της το τρίχρωμο λογότυπο της φλόγας που προέρχεται από ένα πιο ακραίο πολιτικό κίνημα που σχηματίστηκε μετά τον θάνατο του Μουσολίνι.

Οι επικριτές της λένε ότι δύο από τους απογόνους του Μουσολίνι είναι μέλη του κόμματος. Όμως και η ίδια η Μελόνι δεν έχει κρύψει τα αισθήματά της για τον Μουσολίνι, για τον οποίο είχε δηλώσει σε βίντεο το 1996, ότι ήταν ένας «καλός πολιτικός».

Στην Ιταλία, τέτοιες δηλώσεις δεν είναι άλλωστε κατακριτέες, ούτε απαγορεύονται. Παρόμοια δήλωση είχε κάνει το 2013 και ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι, ο οποίος θα μετέχει στην κυβέρνηση συνεργασίας της Μελόνι.

Ο ρόλος της αριστεράς

Έχοντας αλλάξει 70 κυβερνήσεις τα τελευταία 77 χρόνια, το βασικό χαρακτηριστικό της ιταλικής πολιτικής είναι η αστάθεια της. Κάθε πρωθυπουργός, άλλωστε, διαθέτει μόλις 18 μήνες να κυβερνήσει.

Πολιτικοί και κόμματα έρχονται στην εξουσία και μετά από λίγο συνθλίβονται από τα επόμενα και χάνονται στις σελίδες της ιστορίας.

Οι Ιταλοί ψηφοφόροι συσπειρώνονται γύρω από κόμματα και μετά τα εγκαταλείπουν. Το μόνο σταθερό είναι ότι το 40% με 50% των ψηφοφόρων στηρίζει σταθερά την δεξιά αν και η χώρα έχει ισχυρή Αριστερή παράδοση στην κεντρική και περιφερειακή πολιτική σκηνή.

Όμως η άνοδος των δεξιών και ακροδεξιών κομμάτων στην Ιταλία τροφοδοτείται από την αδυναμία της ίδιας της Αριστεράς να παραμείνει ενωμένη. Αυτό που ο αρχηγός του Δημοκρατικού Κόμματος και πρώην πρωθυπουργός, Ενρίκο Λέτα, χαρακτήρισε τον Ιούλιο ως μια διαμάχη «μη αναστρέψιμη».

Το 2019, ωστόσο, το κεντροαριστερό Δημοκρατικό Κόμμα και το αριστερό Κίνημα των Πέντε Αστέρων παραμέρισαν την σκληρή αντιπαλότητα τους και ενώθηκαν για να σχηματίσουν έναν κυβερνητικό συνασπισμό, με πρωθυπουργό τον Μάριο Ντράγκι, αφήνοντας εκτός τον επικεφαλής της Λέγκας του Βορρά, Ματέο Σαλβίνι. Ένα εθνικιστικό κόμμα που έβλεπε την δύναμή του να αυξάνεται συνεχώς στον βορρά και που θα αποτελέσει τον τρίτο πόλο της κυβέρνησης συνεργασίας της Μελόνι.

(Με πληροφορίες από Washington Post, Reuters, Politico)

Πήγαινε στην αρχική σελίδα