ΤΟ BLOG
14/04/2019 09:01 EEST | Updated 14/04/2019 09:13 EEST

Όταν ο χρησμός διαψεύδεται: Το παράδοξο του κύρους των σεισμολόγων

Print Collector via Getty Images

Αν πιστέψουμε ότι όλα είναι «γραμμένα», ότι δηλαδή τα μελλοντικά συμβάντα περιέχονται σε ένα γιγαντιαίο master plan μιας υπερφυσικής δύναμης, της Μοίρας, που έχει σχεδιάσει ή έστω γνωρίζει από πρώτο χέρι την πορεία ατόμων και συλλογικοτήτων στο μέλλον, ήδη από τη στιγμή της γέννησής τους, τότε έχει σημασία για το άτομο, αλλά και γι αυτούς που εκπροσωπούν τη συλλογικότητα, να γνωρίζουν τι έχει «γράψει» η Μοίρα, μήπως μπορέσουν και ξεφύγουν από το «πεπρωμένο» ή έστω να διαχειριστούν καλύτερα την περίοδο πριν και μετά από αυτό. Η επιθυμία για τη γνώση του μελλούμενου, όμως, υπάρχει και όταν κάποιος δεν είναι οπαδός του «κισμέτ», αλλά δέχεται την αρχή της απροσδιοριστίας και της ενδεχομενικότητας των μελλοντικών γεγονότων, κοινωνικών και φυσικών.

Στην αρχαία Ελλάδα η ανάγκη αυτή των απλών ανθρώπων, αλλά και των αρχόντων, καλύπτονταν από ξακουστά μαντεία, όπως αυτό της Δωδώνης και των Δελφών, τα οποία μάλιστα δεν περιορίζονταν στις προβλέψεις για το μέλλον, αλλά έδιναν απαντήσεις και στις αγωνίες αυτών που προσέτρεχαν εκεί για το παρόν και το παρελθόν. Η διαχείριση των ερωτημάτων για το μέλλον, η διαχείριση των προβλέψεων, εκ μέρους του μαντείου ήταν μια πολύ σοβαρή υπόθεση για την επιβεβαίωση των βασικών αντιλήψεων και πεποιθήσεων πάνω στις οποίες στηριζόταν η οργάνωση της κοινωνικής ζωής και η ίδια η συνοχή της κοινωνίας. Και αυτό, παρά το γεγονός ότι για τον μέσο «πιστό» η λογική παραγωγής του χρησμού επισκιαζόταν από το τελετουργικό της έκφρασής του, με την Πυθία ως παραγωγό ακατάληπτων σημάτων που όμως κάποιοι άλλοι, οι ιερείς του μαντείου, μπορούσαν να μεταφράσουν σε καταληπτά μηνύματα. Τα προγνωστικά αυτά μηνύματα, για να μην τρωθεί το κύρος του μαντείου, έπρεπε να έχουν τουλάχιστον δύο αντιφατικές ερμηνείες: άρνηση και κατάφαση ταυτόχρονα. Έτσι ό,τι και αν συνέβαινε σε σχέση με το ερώτημα, το μαντείο «έπεφτε» μέσα ως προς την ορθότητα της πρόβλεψης και διατηρούσε αλώβητο το κύρος του και ακλόνητη την πίστη του κοινού ότι το μαντείο προβλέπει ορθά.

Παρόμοια μεθοδολογία ακολουθούσαν, σύμφωνα με τον ανθρωπολόγο Evans-Prichard, και τα μέλη της κοινότητας (φυλής) των Azande στο Σουδάν, όταν έπρεπε να εκμαιεύσουν από το «πνεύμα» ή τον σαμάνο απαντήσεις για σημαντικά ζητήματα που τους απασχολούσαν, π.χ. αν έπρεπε ή όχι να χτίσουν το σπίτι τους σε ένα συγκεκριμένο σημείο. Το επεξεργασμένο σύστημα μαντικής που διέθετε αυτή η κοινότητα βασιζόταν σε ένα σκεύασμα από φλοιό δέντρου και ενός κόκορα που έπρεπε να καταπιεί το σκεύασμα αυτό, καθώς και την παρατήρηση του αποτελέσματος: η επιβίωση του κόκορα σηματοδοτούσε την απάντηση «ναι» στο ερώτημα, ενώ ο θάνατος του κόκορα σηματοδοτούσε το αντίθετο («όχι»). Το μαντείο των Αζάντε προφανώς έπεφτε συχνά έξω, αλλά αυτό δεν τους εμπόδιζε να συνεχίζουν να πιστεύουν στην προγνωστική του δύναμη: απλά υπήρχαν τρόποι να διευθετήσουν τις αντιφάσεις, τις λανθασμένες προβλέψεις (π.χ. παρέμβαση εξωτερικής μαγικής δύναμης, σφάλματα στην τελετουργία κ.α.). Αυτό που δεν αμφισβητούσαν ποτέ ήταν η δύναμη του «πνεύματος» που κρυβόταν μέσα στο σκεύασμα να προβλέπει, να κάνει ορθές προβλέψεις – τηρουμένων των διαδικαστικών προϋποθέσεων.

Άνθρωποι που έχουν ανάγκη από προφήτες και μάντεις υπάρχουν και στη δική μας μετανεωτερική εποχή, και οι ανάγκες αυτές καλύπτονται από σύγχρονους προφήτες και μάντεις. Και δεν αναφέρομαι μόνο στα νομικώς κατοχυρωμένα επαγγέλματα των μέντιουμ και των αστρολόγων, ούτε στις προφητείες πατέρων και μοναχών που κυκλοφορούν και μετριάζουν κάπως τον φόβο μπροστά στο μελλοντικά άγνωστο για τους πιστούς που τις υιοθετούν. Αναφέρομαι σε «επιστημονικούς» προφήτες και μάντεις, και συγκεκριμένα σε μια ειδική κατηγορία, τους σεισμολόγους στην Ελλάδα, και ειδικότερα σε όσους από αυτούς ισχυρίζονται δημόσια ότι μπορούν να προβλέψουν με κάποια δική τους μέθοδο τους σεισμούς.

Μέχρι σήμερα η επιστήμη της σεισμολογίας δεν έχει καταφέρει πουθενά στον κόσμο να προβλέπει με ακρίβεια – ούτε καν κατά προσέγγιση – αν, πότε, πού πρόκειται να γίνει ένας σεισμός και τι μέγεθος θα έχει. Ειδικά σε σεισμογενείς περιοχές, όπως η χώρα μας, οι παράμετροι «χρόνος, επίκεντρο και μέγεθος» είναι εξ ορισμού σημαντικές, δεδομένου ότι κατά τα άλλα η γη δεν παύει να «τρέμει» και οι μικρής ή μέτριας ισχύος δονήσεις είναι καθημερινές και πανταχού παρούσες. Οι ισχυρισμοί των σεισμολόγων που διατείνονται παρόλα αυτά ότι μπορούν να προβλέπουν τους σεισμούς, παρουσιάζουν επιστημολογικό και επικοινωνιακό ενδιαφέρον από την εξής πλευρά: πώς ερμηνεύεται το γεγονός ότι κάποιος σεισμολόγος που ισχυρίζεται ότι έχει προβλέψει σεισμό που τελικά δεν έγινε ή που δεν έχει προβλέψει σεισμό που τελικά εκδηλώθηκε, να διατηρεί το κύρος του ως ειδικού ενώ πέφτει έξω στην πρόβλεψη ή τη μη-πρόβλεψη; Πώς καταφέρνει ο τεχνοκράτης αυτός να διατηρεί την αξιοπιστία του, και επομένως ο κόσμος να συνεχίζει να τον παίρνει στα σοβαρά, όταν τα γεγονότα διαψεύδουν τις προβλέψεις του; Τέλος, τι ακριβώς κρύβεται πίσω από την επικοινωνιακή δραστηριότητα ορισμένων σεισμολόγων ότι μπορούν να προβλέπουν τους σεισμούς, παρά το ότι οι προβλέψεις αυτές δεν μπορούν να εξασφαλίσουν βεβαιότητα για τον χρόνο, τον τόπο και την ισχύ ενός επικείμενου σεισμού;

Για να κατανοήσει κανείς πόσο εύκολο είναι για έναν σεισμολόγο που έχει αποφασίσει να λανσάρει το αφήγημα ότι έχει τη δύναμη να προβλέπει τους σεισμούς - είτε τους αρχικούς, είτε αυτούς που ακολουθούν τον αρχικό σε μια μετασεισμική ακολουθία – πρέπει να ανατρέξει στη μεθοδολογία των αρχαίων μαντείων ή του σαμάνου της φυλής των Αζάντε που κατάφεραν να διατηρούν το κύρος τους ως προγνωστικών θεσμών, παρά το ότι (όπως ήταν αναμενόμενο) συχνά έπεφταν έξω. Κατ’ αρχήν δεν χρειάζεται να είναι κανείς σεισμολόγος για να απαντήσει θετικά στο αόριστο ερώτημα αν κάπου στον ελλαδικό χώρο, κάποια στιγμή γίνει σεισμός. Η απάντηση είναι με βεβαιότητα «ναι». Οι δυσκολίες και οι κίνδυνοι για την ορθή πρόβλεψη αρχίζουν όταν ζητήσουμε από τον μάντη να μας πει πού ακριβώς (διότι αν δεν μπορεί να απαντήσει, όλη η Ελλάδα πρέπει να είναι σε επιφυλακή), πότε ακριβώς (διότι αν δεν μπορεί να απαντήσει, όλη η Ελλάδα ανά πάσα στιγμή πρέπει να είναι σε επιφυλακή), πόσο μεγάλος (διότι αν δεν μπορεί να απαντήσει, δεν ξέρουμε αν πρέπει να εγκαταλείψουμε τα σπίτια μας και να πάρουμε τα όρη και τα βουνά). Αν πετύχει το ένα από τα τρία, έστω κατά προσέγγιση, ο σεισμολόγος μπορεί να πει ότι η πρόβλεψή του ήταν ορθή, αλλά έπεσε έξω μόνο στα άλλα δύο, για την ακρίβεια δεν έπεσε έξω, αλλά δεν του βγήκαν οι πιθανότητες καθώς είχε προβλέψει μικρή πιθανότητα για τις άλλες δύο παραμέτρους.

Ο σεισμολόγος που ισχυρίζεται ότι είναι σε θέση να προβλέπει σεισμούς και καταφέρνει να διατηρεί το κύρος του μέσω επικοινωνιακών τεχνασμάτων, παρότι οι προβλέψεις και οι μη-προβλέψεις των σεισμών εκ μέρους του διαψεύδονται από τα ίδια τα γεγονότα, στην πραγματικότητα καταφέρνει να διατηρεί ένα δυναμικό τρόμου: μπορεί να τρομάζει το κοινό με τις προβλέψεις του, ισχυριζόμενος ότι απλά τους προειδοποιεί για το καλό τους. Το ερώτημα γιατί κάποιοι σεισμολόγοι στη χώρα μας έχουν την πολυτέλεια να προστατεύουν τους πολίτες από τους σεισμούς τρομάζοντάς τους, είναι άλλης τάξεως ζήτημα.

Sponsored Post