Όταν οι εργαζόμενοι αυτοϋπονομεύουν το κύρος και την αξία της δουλειάς τους

Ένα φαινόμενο με πολλές προεκτάσεις.
NurPhoto via Getty Images

Ξεκινώντας νωρίς το πρωί σήμερα για τη δουλειά μου έκανα, όπως συμβαίνει συχνά, μια στάση στο περίπτερο ακριβώς κάτω από το σπίτι μου, για να αγοράσω τα τσιγάρα μου (δυστυχώς παραμένω παγιδευμένος στην κακιά συνήθεια...). Το περίπτερο έδειχνε ανοιχτό, είχε ανοιχτά φώτα και παραθυράκια, τα ψυγεία νερών, χυμών και αναψυκτικών ήταν ξεκλείδωτα, τα διάφορα (σοκολάτες, τσίχλες, μπισκότα, κά) ήταν απλωμένα και τακτοποιημένα στα πέριξ ράφια, ενώ ο υπάλληλος ξεκλείδωνε το ψυγείο των παγωτών. Τον πλησίασα και πριν προλάβω να του πω τι ήθελα να αγοράσω, με κοιτά κατάματα και με κοφτό και αποφασιστικό τρόπο μου λέει: ”δεν ανοίξαμε ακόμη!”.

Μην μπορώντας μέσα σε δευτερόλεπτα να διακρίνω αν αυτό που άκουγα ήταν ένα όντως αυστηρό απαγορευτικό ή ένα πρωινό καλαμπούρι εκκίνησης της μέρας τον ρώτησα: ″σοβαρά το λέτε ή αστειεύεστε;”.

Με απολύτως ευθύ και ξεκάθαρο λόγο μου απάντησε: ″φυσικά και το λέω σοβαρά. Δεν έχουμε ανοίξει ακόμα”. Εγώ εν συνεχεία, κινούμενος σε ράγες ρομαντισμού, επανέρχομαι ″δηλαδή, να φύγω;” . Χωρίς δεύτερη σκέψη, με το αταλάντευτο εξ αρχής αποφασιστικό ύφος του, μου απαντά: ″ναι!”.

Ήταν τόσο απόλυτη η στάση και η απόφασή του να μην μου πουλήσει τίποτα εκείνη τη στιγμή, επικαλούμενος το γεγονός ότι το περίπτερο – που σημειωτέον δεν είχε κάποια πινακίδα ωρών λειτουργίας - δεν είχε ανοίξει ακόμα, αν και έδειχνε απολύτως... στρωμένο, που δεν σας κρύβω ότι κάποια στιγμή ένιωσα την ανάγκη να του ζητήσω... συγνώμη, που είχα το θράσος πρωί πρωί να τον τζιράρω. Στη συνέχεια υπέθεσα ότι στην πραγματικότητα η επίκλησή του ήταν προσχηματική, καθώς μάλλον θα ήθελε να μην μπει στη βάσανο να διανύσει την απόσταση των δυόμιση περίπου μέτρων, που χώριζαν το ψυγείο, που ήδη ξεκλείδωνε, από το ταμείο, στο εσωτερικό του περιπτέρου.

Το παραπάνω συνιστά χαρακτηριστικό παράδειγμα όπου ένας εργαζόμενος αυτοϋπονομεύει το κύρος και την αξία της δουλειάς του, λειτουργώντας με ραθυμία και άρνηση εξυπηρέτησης.

Αυτό που μένει από τη σημερινή αληθινή ιστορία μου, είναι ότι τελικά σε κάθε δουλειά, σε κάθε τομέα, δημόσιο ή ιδιωτικό, τον τόνο και τον χαρακτήρα τον δίνουν οι άνθρωποι που εργάζονται εκεί κατά περίπτωση. Στην συγκεκριμένη ιστορία θα ήταν άδικος ένας ισοπεδωτικός κακός χαρακτηρισμός των υπαλλήλων των περιπτέρων και των ψιλικατζίδικων, επειδή ένας εξ αυτών επέδειξε κάποια στιγμή μια τέτοια συμπεριφορά. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί βέβαια και στο γκισέ μιας δημόσιας υπηρεσίας. Απλά είναι τόσο στοχοποιημένος και ενοχοποιημένος ο δημόσιος τομέας στα μάτια της κοινωνίας, ώστε ένα τέτοιο μεμονωμένο συμβάν ενός κακού υπαλλήλου, θα μπορούσε να γίνει μέχρι και πρωτοσέλιδο συνολικής απαξίωσής του. Κάτι που ίσως να συμβαίνει και μεθοδευμένα από χώρους που πιθανόν συνειδητά να επιδιώκουν την υποβάθμισή του. Που από την άλλη όμως βρίσκουν συμμάχους τους περιπτώσεις δημόσιων λειτουργών, παρόμοιες με του ιδιωτικού υπαλλήλου στο περίπτερο, που με τις παραλείψεις, τα λάθη και την ανευθυνότητά τους, πριονίζουν από μόνοι τους το κλαδί πάνω στο οποίο κάθονται...

Καλημέρα!

Δημοφιλή