Όταν οι μουλάδες σκοτώσαν την Παρσά

«Ο θάνατος δεν είναι παρά μία στιγμή, τίποτα παραπάνω…»
Η Παρσά στο Ισλαμικό Δικαστήριο: «Είμαι έτοιμη να δεχτώ το θάνατο με ανοιχτές αγκάλες, αντί να ζήσω ντροπιασμένη με το να με αναγκάζουν να καλύπτομαι. Δεν πρόκειται να υποκύψω σε όσους περιμένουν από μένα να μετανιώσω για τα πενήντα χρόνια των προσπαθειών μου για ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών. Δεν είμαι διατεθειμένη να φορέσω το τσαντόρ και να κάνω ένα βήμα πίσω στην ιστορία».
Η Παρσά στο Ισλαμικό Δικαστήριο: «Είμαι έτοιμη να δεχτώ το θάνατο με ανοιχτές αγκάλες, αντί να ζήσω ντροπιασμένη με το να με αναγκάζουν να καλύπτομαι. Δεν πρόκειται να υποκύψω σε όσους περιμένουν από μένα να μετανιώσω για τα πενήντα χρόνια των προσπαθειών μου για ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών. Δεν είμαι διατεθειμένη να φορέσω το τσαντόρ και να κάνω ένα βήμα πίσω στην ιστορία».
Wikipedia Commons

Χωρίς αγώνες δεν αλλάζει τίποτα σ’ αυτόν τον κόσμο. Δεν πάμε ούτε ένα βήμα παραπέρα. Όμως, όλα έχουν το τίμημά τους. Για κάποιους αυτό μπορεί να σημαίνει την ίδια τους τη ζωή. Το ξέρουν, βαδίζουν με πλήρη συνείδηση προς το θάνατο, μα το διακύβευμα τούς δίνει φτερά. Και πετούν ψηλά…

Στο Ιράν, με κίνδυνο ζωής, οι γυναίκες πυρπολούν τα θεμέλια του σαδιστικού θεοκρατικού καθεστώτος των μουλάδων. Δεν τους έχει απομείνει τίποτα, δεν έχουν τίποτα να χάσουν. Η απελπισία τούς δίνει φωνή, η αγανάκτηση δύναμη. Κατ’ επίφαση ζωή δεν τους πρέπει.

H Μαχσά Αμινί, η Ναντίς Νατζαφί – και όσες τις ακολουθήσουν -δεν είναι οι πρώτες που χάνουν τη ζωή τους από τους δολοφόνους φονταμενταλιστές του Ισλάμ. Δρομοδείχτης, η Farrokhroo Parsa το 1980. Διαβάζοντας την ιστορία της συγκλονίστηκα και θέλησα να τη μοιραστώ μαζί σας, φίλοι μου, in memoriam.

Η Παρσά γεννήθηκε το 1922 στο Ιράν (τότε Περσία) και η μητέρα της, όντας εκδότρια γυναικείου περιοδικού και αγωνίστρια για την ισότητα των φύλων και του δικαιώματος των γυναικών στην εκπαίδευση, ήρθε αντιμέτωπη με τη συντηρητική κοινωνία της εποχής, με αποτέλεσμα να εξοριστεί μαζί με την οικογένειά της από την Τεχεράνη στο Κουόμ και να τεθεί σε κατ’ οίκον περιορισμό. Εδώ γεννήθηκε η Παρσά. Αργότερα, με παρέμβαση του τότε πρωθυπουργού, επετράπη στην οικογένεια να επιστρέψει στην Τεχεράνη.

Η Παρσά τελείωσε την Ιατρική Σχολή κι έπιασε δουλειά ως Βιολόγος στο Γυμνάσιο Ζαν ντ’ Αρκ της Τεχεράνης. Το 1963 εξελέγη βουλευτής και ξεκίνησε εισηγήσεις στο σάχη για τη χειραφέτηση των γυναικών. Επίσης, ήταν εκείνη που πίεσε για την τροποποίηση των νόμων που αφορούσαν τις γυναίκες και την οικογένεια και το κατάφερε. Το 1965 διορίστηκε αναπληρώτρια υπουργός Παιδείας από το σάχη, ενώ τρία χρόνια αργότερα, έγινε υπουργός στο ίδιο υπουργείο. Είναι η πρώτη φορά στην ιστορία του Ιράν που γυναίκα γίνεται μέλος του υπουργικού συμβουλίου.

.
.
commons wikimedia

Όμως, το 1978/79 ξεσπά η ιρανική επανάσταση που θα φέρει τα πάνω κάτω, γυρίζοντας τη χώρα πολλά χρόνια πίσω, καθαιρώντας τον σάχη κι αναδεικνύοντας ως απόλυτο ηγέτη τον αγιατολάχ Χομεϊνί. H Παρσά συλλαμβάνεται και σύρεται στο Ισλαμικό Επαναστατικό Δικαστήριο με την κατηγορία της «λεηλάτησης του εθνικού ταμείου», της «πρόκλησης διαφθοράς και διάδοσης της πορνείας στο υπουργείο Παιδείας», της «συνεργασίας με τη SAVAK (μυστική αστυνομία του σάχη)», της «απόλυσης μαχητών εκπαιδευτικών από το υπουργείο Παιδείας» και της «συνέργειας στην ψήφιση αντιλαϊκών νόμων».

Μετά από μια δίκη παρωδία, η σπουδαία αυτή αγωνίστρια καταδικάστηκε και οδηγήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα στις 8 Μαΐου 1980 στην Τεχεράνη.

Στο τελευταίο της γράμμα από τη φυλακή προς τα παιδιά της έγραφε με απαράμιλλη παρρησία: «Είμαι γιατρός, επομένως δεν φοβάμαι το θάνατο. Ο θάνατος είναι μόνο μια στιγμή και τίποτα παραπάνω. Είμαι έτοιμη να δεχτώ το θάνατο με ανοιχτές αγκάλες, αντί να ζήσω ντροπιασμένη με το να με αναγκάζουν να καλύπτομαι. Δεν πρόκειται να υποκύψω σε όσους περιμένουν από μένα να μετανιώσω για τα πενήντα χρόνια των προσπαθειών μου για ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών. Δεν είμαι διατεθειμένη να φορέσω το τσαντόρ και να κάνω ένα βήμα πίσω στην ιστορία».

Μια βαθιά υπόκλιση! Σεβασμός, respect, chapeau! Πείτε το όπως θέλετε. Μονάχα, κλίνετε το γόνυ στις μπροστάρισσες, στις ατρόμητες μανάδες της λευτεριάς, σ’ εκείνες που αρνούνται λάθρα να ζήσουν, που περιφρονούν μια ζωή υπό όρους και προϋποθέσεις, που δεν τους αρκεί να ανασαίνουν εν κρυπτώ και παραβύστω.

Σ′ εκείνες που, κόντρα στην αφωνία και το σκοταδισμό, υψώνουν φωνή στεντόρεια και δονούν την Οικουμένη.

Σ′ εκείνες που κόβουν τα όμορφα μαλλιά τους και τα κρατούν στο χέρι - σπονδή στην ελευθερία.

Σ′ εκείνες που φτύνουν κατάμουτρα τα πολυβόλα και προσφέρουν αντίδωρο τη ζωή τους για να ζήσουν με αξιοπρέπεια οι ίδιες -όσες ζήσουν!-, οι θυγατέρες τους, οι επόμενες που θα έρθουν. Ψυχές που πορεύονται στην αθανασία, αφήνοντας πίσω τα νεκρά κορμιά τους - ανάθημα και ανάθεμα.

Γυναίκες-τέρατα ιερά, που κοιτούν κατάματα το διάβολο, χωρίς να χαμηλώσουν το βλέμμα, που καταπίνουν σφαίρες και ξερνούν ελπίδα. Γυναίκες που θάλλουν κατάφωτες ως τα πέρατα της Γης, urbi et orbi.

Ίσως ο Ντίνος Χριστιανόπουλος να έγραψε τους αριστουργηματικούς του στίχους γι’ αυτές και μόνο γι’ αυτές:

«Και τι δεν κάνατε για να με θάψετε

όμως ξεχάσατε πώς ήμουν σπόρος»…