CULTURE
03/03/2021 16:58 EET

Πεδίο του Άρεως: Οι τοιχογραφίες του Φώτη Κόντογλου στον ναό του Αγίου Χαραλάμπους

Τα σωστικά μέτρα και η ιστορία της μικρής εκκλησίας που βρίσκεται μέσα στο πάρκο.

Η Διεύθυνση Συντήρησης Αρχαίων και Νεώτερων Μνημείων του ΥΠΠΟΑ δρομολογεί άμεσα τον προγραμματισμό και την υλοποίηση των σωστικών μέτρων για την προστασία του ζωγραφικού διακόσμου του ναού του Αγίου Χαραλάμπους στο Πεδίον του Άρεως, οι τοιχογραφίες και το τέμπλο του οποίου αποτελούν έργα του Φώτη Κόντογλου και των μαθητών του.

Τα προβλήματα στην εκκλησία ήταν γνωστά από καιρό. Το κτηριακό κέλυφος, ήδη από τη δεκαετία του 1960, παρουσίαζε σημαντικά οικοδομικά προβλήματα, ενώ η κατάστασή του επιδεινώθηκε με τον σεισμό του 1999. Σημαντικές φθορές εξ αιτίας της υγρασίας παρουσιάζει και ο εξαιρετικός ζωγραφικός διάκοσμος του ναού.

Είναι εμφανείς, σε πολλά σημεία, οι ρωγμές, οι αποκολλήσεις του υποστρώματος, όπως και οι απώλειες στη ζωγραφική επιφάνεια, ενώ η συσσώρευση ατμοσφαιρικών ρύπων έχει επιφέρει χρωματικές αλλοιώσεις στις  ζωγραφικές παραστάσεις.

Σύμφωνα με ανακοίνωση του αρμόδιου υπουργείου, την ολοκλήρωση των σχετικών μελετών οι οποίες ήδη εκπονούνται από την Εκκλησιαστική Επιτροπή του Αγίου Χαραλάμπους, θα δρομολογηθεί η ένταξη του έργου στον προγραμματισμό του ΥΠΠΟΑ για χρηματοδότηση από το ΕΣΠΑ 2021-2027.

Παράλληλα, η Διεύθυνση Συντήρησης αναλαμβάνει την εκπόνηση των αναγκαίων μελετών και την υλοποίηση του έργου της αποκατάστασης σημαντικών φορητών εικόνων, κάποιες εκ των οποίων αποτελούν κειμήλια που οι Μικρασιάτες πρόσφυγες έφεραν μαζί τους.

Η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, δήλωσε μετά την αυτοψία που πραγματοποίησε ότι «το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού οφείλει να προστατέψει την πολιτιστική κληρονομιά των Μικρασιατών, όπως αυτό το σημαντικό τεκμήριο, δια χειρός Φώτη Κόντογλου. Το 2022 αποτελεί  χρονιά - ορόσημο,  τόσο για τον οφειλόμενο  ιστορικό αναστοχασμό  όσο και για την αναγνώριση της τεράστιας  προσφοράς των Μικρασιατών στον πολιτισμό, στην οικονομία και στον εκσυγχρονισμό του  ελληνικού κράτους».

Η ιστορία του ναού

Ο ναός Αγίου Χαραλάμπους βρίσκεται στις ανατολικές παρυφές του Πεδίου του Άρεως, στα ανατολικά του Ι. Ν. των Παμμεγίστων Ταξιαρχών, της δεύτερης εκκλησίας εντός του πάρκου.

Σύμφωνα με πληροφορίες, τις οποίες  διασώζει ο Α. Ορλάνδος, ο Ι. Ν. Αγίου Χαραλάμπους, βρίσκεται στη θέση παλαιότερου ναού, του 18ου ή των αρχών του 19ου αιώνα, ο οποίος κατεδαφίστηκε.

Επρόκειτο για καμαροσκέπαστη βασιλική με ημιεξαγωνική αψίδα ιερού που κοσμούνταν με τοιχογραφία της Πλατυτέρας στην κόγχη.

Σήμερα, δεν σώζονται ορατά λείψανα του παλαιότερου ναού.

Σε επιγραφή του δυτικού τοίχου του νέου ναού, αναφέρεται ως έτος θεμελίωσής του το έτος 1929 από Μικρασιάτες πρόσφυγες, οι οποίοι έφεραν μαζί τους την εικόνα του Αγίου Χαραλάμπους. Από την ίδια επιγραφή προκύπτει ότι έγιναν εργασίες και την περίοδο 1954 -1959.

Η αγιογράφηση του ναού ξεκίνησε το 1943, έτος κατά το οποίο, στον νότιο τοίχο του, φιλοτεχνήθηκε η παράσταση των Εισοδίων της Θεοτόκου από τον Κωνσταντίνο Αρτέμη.

Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος της εικονογράφησης έγινε από τον  Αϊβαλιώτη  αγιογράφο και λογοτέχνη Φώτη Κόντογλου και τους συνεργάτες του Σπυρίδωνα Παπανικολάου και Νικόλαο Ιωάννου, σε διαδοχικές φάσεις, την χρονική περίοδο 1954 – 1958, όπως τεκμηριώνεται από μεγάλο αριθμό επιγραφών που καταγράφονται στον τοιχογραφικό διάκοσμο.

Στις επιγραφές αναφέρονται και οι χορηγοί της τοιχογράφησης, ανάμεσα στους οποίους κύρια θέση κατέχει η οικογένεια Αδαμαντίου Κ. Χατζηπατέρα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η αναφορά αλλά και ο αυτοπροσδιορισμός των αφιερωτών ως «φυγάδες Μικρασίας», στην επιγραφή δίπλα στην κύρια είσοδο του ναού. Οι γραπτές επιγραφές του ναού προσφέρουν στοιχεία για τους καλλιτέχνες, τους δωρητές και τις χρονολογίες εκτέλεσης κάθε τμήματος του έργου.

Ο  «νεοβυζαντινός» ναός του Αγίου Χαραλάμπους ανήκει στον τύπο του ελεύθερου σταυρού με τρούλο. Οι εξωτερικές του όψεις είναι επιχρισμένες με κονίαμα και δεν είναι ορατή η τοιχοποιία του, αλλά από την εσωτερική διάρθρωση κυρίως των οροφών του, συνάγεται εύλογα ότι για την οικοδόμησή του χρησιμοποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό οπλισμένο σκυρόδεμα.