Προδημοσίευση: «Απόρρητος Φάκελος Ίπκρες» του Λεν Ντέιτον

Μία καθαρόαιμη ιστορίας κατασκοπείας και μυστηρίου με το ακαταμάχητο στιλ των 60s.
 (Photo by FilmPublicityArchive/United Archives via Getty Images)
(Photo by FilmPublicityArchive/United Archives via Getty Images)
United Archives via Getty Images

Ένας υψηλόβαθμος επιστήμονας πέφτει θύμα απαγωγής. Μια βρετανική υπηρεσία μυστικών πληροφοριών αναλαμβάνει να ανακαλύψει τον λόγο. Ωστόσο, κυνηγώντας το θήραμα από το βρόμικο Σόχο ως την άλλη άκρη του κόσμου, μια φαινομενικά ξεκάθαρη αποστολή μετατρέπεται σε κάτι πολύ πιο δυσοίωνο.

Το μυθιστόρημα του Λεν Ντέιτον «Απόρρητος φάκελος Ίπκρες» (1962) επαναπροσδιόρισε το είδος του κατασκοπικού θρίλερ και χαρακτηρίστηκε ως «το αντιπροσωπευτικό μυθιστόρημα του Λονδίνου της δεκαετίας του 1960». Έχει την αίγλη των καθαρόαιμων ιστοριών κατασκοπείας και μυστηρίου μιας άλλης εποχής, στην καρδιά του Ψυχρού Πολέμου όπου το σκοτάδι και οι μυστικές υπηρεσίες είχαν τους δικούς τους κανόνες. Άλλωστε, ο Λεν Ντέιτον μαζί με τον Ίαν Φλέμινγκ και τον Τζον Λε Καρέ, θεωρούνται οι κορυφαίοι εκπρόσωποι του κατασκοπικού μυθιστορήματος. Και να σκεφτεί κανείς ότι το έγραψε χαλαρά, για το κέφι του, κατά τη διάρκεια δύο ταξιδιών για διακοπές στη Γαλλία.

Το βιβλίο σημείωσε μεγάλη επιτυχία και ο συγγραφέας -ο οποίος προτού καθιερωθεί για το έργο του εργάστηκε ως αεροσυνοδός, ταξιδιωτικός συντάκτης στο Playboy και εικονογράφος, ενώ ασχολήθηκε και με την παραγωγή ταινιών- συνέχισε με μυθιστορήματα κατασκοπείας με τον ίδιο κεντρικό χαρακτήρα.

Αρκετά από τα έργα του έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο, όπως το The Ipcress File (1965) με πρωταγωνιστή τον Μάικλ Κέιν, το Funeral in Berlin (1966), το Billion Dollar Brain (1967) και το Spy Story (1976).

Η αντοχή του στον χρόνο (παρότι το βιβλίο εκδόθηκε πριν από 60 χρόνια παραμένει εντυπωσιακά φρέσκο) φάνηκε και από τη νέα μίνι σειρά έξι επεισοδίων του βρετανικού ITV με τίτλο «The Ipcress File», που βασίζεται στην ομώνυμη ταινία του 1965 με πρωταγωνιστή τον Μάικλ Κέιν, η οποία απέσπασε το βραβείο Bafta καλύτερου βρετανικού φιλμ και προβάλλεται στην Ελλάδα από την Cosmote TV.

Στον ρόλο του Χάρι Πάλμερ, του πρώην λοχία του βρετανικού στρατού, που κάνει παράνομες αγοραπωλησίες στη μαύρη αγορά του Βερολίνου, μέχρι τη στιγμή που συλλαμβάνεται και για να αποφύγει τη φυλακή, αναγκάζεται να δεχτεί την πρόταση της Βρετανικής υπηρεσίας πληροφοριών να γίνει κατάσκοπος, ο Τζο Κόουλ.

Ο «Απόρρητος Φάκελος Ίπκρες» του Λεν Ντέιτον, κυκλοφορεί σε νέα μετάφραση Αντώνη Καλοκύρη, από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος, στις 11 Μαΐου.

Η HuffPost προδημοσιεύει απόσπασμα:

Εδώ, στον ναό, ο αέρας ήταν καθαρός, διαυγής και ευχάριστος, κι επειδή το πρωινό προσδίδει μια διάσταση μαγική σε οποιοδήποτε μέρος, απαλός και ταυτόχρονα διαπεραστικός. Οι ραβδωτοί κίονες είχαν λειανθεί μετά από τόσους αιώνες ανέμων, ωστόσο η επιφάνειά τους ήταν τραχιά σαν ελαφρόπετρα και βαθουλωμένη σαν κερήθρα. Ένα άπλυτο παιδί με σκισμένο παντελόνι κι ένα ζευγάρι αμερικάνικα πάνινα παπούτσια οδηγούσε τρεις κατσίκες στον δρόμο προς τον βορρά.

«Τσιγάρο», φώναξε στον Ντάλμπι κι εκείνος του έδωσε δύο. Ο Ντάλμπι ήταν σε ιδιαίτερα χαλαρή και εξωστρεφή διάθεση· θεώρησα ότι ήταν μια καλή ευκαιρία να μάθω περισσότερα για τον αντίπαλο που μόλις είχαμε νικήσει. Τον ρώτησα για τον Τζέι: «Ποια είναι η βιτρίνα του; Με τι ασχολείται, ποια είναι η δουλειά του;»

«Διευθύνει ή, για την ακρίβεια, πληρώνει κάποιον για να διευθύνει μια ερευνητική μονάδα στο Άργκαου». Σταμάτησε κι εγώ κατένευσα. «Ξέρεις πού είναι;»

«Ναι», είπα.

«Πού;» ρώτησε ο Ντάλμπι.

«Ζητάω συγγνώμη αν η έλλειψη άγνοιας από μέρους μου σε φέρνει σε δύσκολη θέση. Το καντόνι του Άργκαου βρίσκεται στη Βόρεια Ελβετία, εκεί όπου ο ποταμός Άαρ συναντά τον Ρήνο».

«Με συγχωρείς, δεν υπήρχε περίπτωση ο βασιλιάς των οικονομικών να μην ξέρει την Ελβετία».

«Ακριβώς», είπα. «Πάμε παρακάτω. Τι είδους ερευνητική μονάδα;»

«Να, έχουν κοινωνιολόγους, ψυχίατρους και στατιστικούς ερευνητές και παίρνουν χρήματα από διάφορα βιομηχανικά ιδρύματα για να ερευνούν το “συνθετικό περιβάλλον”, όπως το αποκαλούν».

Είπα, «Σ’ έχασα χωρίς καν να προσπαθήσεις».

«Κατανοητό, αφού ούτε κι οι ίδιοι ξέρουν τι ακριβώς κάνουν, όμως η φιλοσοφία είναι η εξής: Πάρε για παράδειγμα τη γερμανική βιομηχανία. Η γερμανική βιομηχανία υποφέρει από έλλειψη εργατικού δυναμικού εδώ και χρόνια, και εισάγει εργάτες από σχεδόν όλες τις ευρωπαϊκές χώρες με εξαιρετικά αποτελέσματα. Με άλλα λόγια, βάλε σ’ ένα γερμανικό εργοστάσιο έναν ανειδίκευτο εργάτη από κάποιο ελληνικό νησί, που δεν έχει ξαναδεί μηχάνημα στη ζωή του, και θα μάθει πώς να το χειρίζεται εξίσου γρήγορα μ’ έναν εργάτη από το Ντίσελντορφ». Ο Ντάλμπι με κοίταξε. «Με λαμβάνεις;»

«Δυνατά και καθαρά», είπα. «Δεν βλέπω το πρόβλημα, όλα καλά για τους Δυτικογερμανούς».

«Ως προς το συγκεκριμένο θέμα, κανένα πρόβλημα. Όμως, αν ένας Δυτικογερμανός κατασκευάσει ένα εργοστάσιο στην Ελλάδα και προσλάβει ντόπιους εργάτες, σε ορισμένες περιπτώσεις δεν μπορούν να τους μάθουν καν πώς ανάβουν τα φώτα.

»Συνεπώς, οι επιστήμονες στο Άργκαου θεωρούν πως σ’ ένα περιβάλλον όπου ο καθένας ξέρει τι κάνει και δεν δυσκολεύεται να το κάνει, ο νεοαφιχθείς θα υιοθετήσει ανάλογη συμπεριφορά. Απ’ την άλλη, αν το άτομο αυτό βρεθεί ανάμεσα σε ανθρώπους χωρίς αυτοπεποίθηση, θα υψώσει εμπόδια στην εκμάθηση της δουλειάς του, αντίστοιχα με των υπολοίπων. Αυτό είναι το “συνθετικό περιβάλλον”. Μπορεί να αποδειχθεί πολύ σημαντικό για τη βιομηχανία, ειδικά για κλάδους που αναπτύσσονται σε χώρες με αγροτικό πληθυσμό».

«Θα μπορούσε να είναι σημαντικό και για μας».

«Έχουμε έναν σχετικό φάκελο», είπε στεγνά ο Ντάλμπι.

Μόνο αυτά προθυμοποιήθηκε να μου πει ο Ντάλμπι για τον Τζέι, όμως είχα έτοιμα ένα σωρό άλλα θέματα συζήτησης καθώς επιστρέφαμε στην έπαυλη. Τον ρώτησα για το καινούριο του IBM, για το Πόρισμα της Επιτροπής Τσέστερ σχετικά με τις υπηρεσίες πληροφοριών και πώς θα μπορούσε να μας επηρεάσει, για τις καθυστερήσεις στους μισθούς μου (πλέον προσέγγιζαν τους τέσσερις μήνες), και αν θα μπορούσα να έχω διαθέσιμο το σύνολο των χρημάτων που δικαιούμουν για έξοδα, υπογράφοντας αποδείξεις δαπανών, αντί να υποβάλλω αποδείξεις αγορών και να περιμένω για μεγάλα διαστήματα, όπως συνέβαινε τώρα.

Ο Ντάλμπι είχε αποφασίσει να αποδείξει ότι μπορούσε να είναι ένας από μας. Φορούσε το κοντομάνικο πουκάμισό του έξω από το τζιν παντελόνι και ένα παλιό ζευγάρι σουέντ παπούτσια, με τα οποία κλότσαγε όποιο κινητό μικροαντικείμενο συναντούσαμε. Τον ρώτησα για τον κύριο Αντέμ, τον οικοδεσπότη μας, και φάνηκε πιο πρόθυμος να μου μιλήσει γι’ αυτόν παρά για τους μισθούς και τις δαπάνες.

Ο Ντάλμπι τον είχε βρει από τον Ρος, που τον είχε βρει από την Υπηρεσία Δίωξης Ναρκωτικών των ΗΠΑ (Τμήμα Μεσογείου). Εμπορευόταν ινδική κάνναβη στα συριακά σύνορα, μέρος μιας αλυσίδας που κατέληγε στη Νέα Υόρκη. Οι Αμερικανοί έκαναν μια συμφωνία μαζί του το 1951 και, παρότι η αμοιβή δεν συγκρινόταν με τα έσοδα από τη διακίνηση ναρκωτικών, χάρηκε που θα απέφευγε τη φυλακή. Με την αναδιάταξη των υπηρεσιών πληροφοριών του ΝΑΤΟ το 1953, ο Αντέμ κατέληξε να εργάζεται για τους Βρετανούς. Ήταν γύρω στα εξήντα πέντε· ευγενικός και πνευματώδης, με πρόσωπο σαν μήλο που το είχες αποθηκεύσει έναν ολόκληρο χειμώνα. Ήξερε από άλογα, κρασιά και ηρωίνη, και είχε καλές εγκυκλοπαιδικές γνώσεις για την περιοχή που εκτεινόταν από τη βόρεια Τουρκία ως την Ιερουσαλήμ. Και σκαθάρι να συναντούσες σε ακτίνα αρκετών χιλιομέτρων, το πιθανότερο είναι ότι θα δούλευε γι’ αυτόν. Ο ρόλος του ήταν να παρέχει πληροφορίες και, καθότι το είχε κατανοήσει, δεν διέθετε, ούτε εμφάνιζε την παραμικρή περιέργεια για τις υποθέσεις των εργοδοτών του. Η αμοιβή του ήταν κυριολεκτικά απεριόριστη, με έναν όρο: όχι μετρητά. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Ντάλμπι, «πληρώνουμε κάθε λογαριασμό που μας στέλνει, σε λογικά πλαίσια, όμως ο ίδιος δεν πιάνει στα χέρια του ούτε λίρα».

«Θα δυσκολευτεί πολύ να βγει στη σύνταξη», είπα.

«Αν περνάει από το χέρι μου, δεν πρόκειται να το κάνει ποτέ», είπε ο Ντάλμπι. «Είναι εξαρτημένος από μας, κι εμείς τον έχουμε ανάγκη».

«Καλά, και δεν προσπαθεί ποτέ να χρησιμοποιήσει τα προνόμια που έχει για να κερδίσει μετρητά;» ρώτησα, απλώς και μόνο για να τον προκαλέσω.

Στο πρόσωπο του Ντάλμπι εμφανίστηκε ένα από εκείνα τα τεράστια παιδιάστικα χαμόγελα που επιστράτευε όποτε ένιωθε περήφανος για τα ίσια δόντια του. «Το κάνει! Όταν του δώσαμε το ελικόπτερο της Sud Aviation Jet, του είπα ότι είχε το ελεύθερο να το κυκλοφορήσει αν ήθελε. “Φρόντισε να το διασκεδάσεις και να καμαρώνεις”, του είπα. “Πάρε κάναν δυο της κυβέρνησης και κάν’ τους μια βόλτα”. Ήθελα να τον βλέπουν να σουλατσάρει κατά μήκος των ακτών, πότε πότε και πάνω απ’ τη θάλασσα. Αν είχε μαζί του κάποιον μεγαλόσχημο Λιβανέζο, θα αποθάρρυνε τις όποιες έρευνες».

Φτάσαμε στο ανηφορικό ιδιωτικό δρομάκι και πέρα από τις λεμονιές είδα την ανοιχτοπράσινη Cadillac με την οποία είχε έρθει να μας συναντήσει ο Αντέμ τη νύχτα της επιχείρησης, λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα στον δρόμο.

«Λοιπόν;» ρώτησα. «Έπιασε το κόλπο;»

«Η μυθοπλασία του Ντέιτον είναι διαχρονική. Ο συχνά καυστικός λόγος του έχει να πει πολλά στους σύγχρονους αναγνώστες… Τώρα, η νέα γενιά έχει την ευκαιρία να απολαύσει τη μεγαλειώδη πένα του Ντέιτον». The Observer

Popular in the Community