ΤΟ BLOG
25/05/2021 07:14 EEST | Updated 25/05/2021 07:14 EEST

«Στη Γη είμαστε πρόσκαιρα υπέροχοι» ( Ocean Vuong - Εκδόσεις Gutenberg)

Βιβλιοπαρουσίαση.

.
.

Από το οπισθόφυλλο:

Το γράμμα ενός γιου προς την αναλφάβητη μητέρα του. Ο Λιτλ Ντογκ, Αμερικάνος βιετναμέζικης καταγωγής, φέρνει στο φως την ιστορία της οικογένειάς του απ’ τον πόλεμο του Βιετνάμ ως την εγκατάστασή της στην Αμερική, εστιάζοντας στη δραματική ζωή της στοργικής αλλά συχνά βίαιης μητέρας του και της ταλαιπωρημένης γιαγιάς του.

Παράλληλα, ψηλαφώντας τα τραύματα του παρελθόντος αποκαλύπτει σκέψεις και πλευρές της ζωής του που η μητέρα του αγνοούσε: αγωνίες, φόβους, έναν δυνατό έρωτα.  

Όταν κρατάς στα χέρια σου το βιβλίο ενός σχετικά πρωτοεμφανιζόμενου και νεαρού συγγραφέα, το οποίο έκανε πάταγο άμα τη εμφανίσει – έχει ήδη μεταφραστεί σε πάνω από είκοσι γλώσσες - αυτά που σου έρχονται στο μυαλό είναι ή πως έχει πολλά να πει και αυτά τα πολλά αφορούν πολλούς ή πως το σχέδιο προώθησής του είναι εξαιρετικά αποτελεσματικό ή και τα δύο μαζί.  

Έχω ακούσει αρκετές φορές πως σε ένα βιβλίο αυτό που παίζει το μεγαλύτερο ρόλο είναι η ιστορία που έχει να πει. Η πρωτοτυπία της, οι ανατροπές της και εννοείται η κατάληξή της.

Η δική μου άποψη είναι κάπως διαφορετική. Κατά τη γνώμη μου, δεν είναι όλες οι ιστορίες γραμμικές. Δεν έχουν δηλαδή όλες σαφώς ορισμένα όρια μεταξύ αρχής, μέσης και τέλους. Και για το λόγο αυτό σε κάποια κείμενα η πλοκή είναι υποδεέστερη του τρόπου εξιστόρησης.   

Στη συγκεκριμένη ιστορία, ένα μικρό αγόρι που δεν έχει προλάβει να κατανοήσει πως λειτουργεί ο κόσμος και δύο γυναίκες, η μητέρα του και η γιαγιά του, που έκρυψαν μέσα τους τον τρόμο του πολέμου χωρίς να καταφέρουν τελικά ποτέ να τον εξαφανίσουν, πάτησαν το πόδι τους σε έναν καινούριο τόπο με την ελπίδα μιας διαφορετικής ζωής. Με την υπόσχεση μιας καινούριας αρχής. 

Η κάθε χώρα όμως είναι όμορφη ανάλογα με το ποιος είσαι*. Εκείνοι ως τα αειθαλή θηράματα των κοινωνιών, συνειδητοποιούν πολύ γρήγορα, ο μεν πως τα παιδικά του παπούτσια με τα κόκκινα φωτάκια στις σόλες που ανάβουν καθώς περπατάς θυμίζουν μικρά ασθενοφόρα που δεν σε πάνε πουθενά* και οι δε τι σημαίνει τα όνειρα να μετατρέπονται σε πετρωμένη γνώση, τι σημαίνει να ξυπνάς με οστά αμερικάνικα - με ή χωρίς ιθαγένεια - τοξικοποιημένος και κακοπληρωμένος, τι σημαίνει να είσαι η υποβάθμιση του ίδιου σου του εαυτού, τι σημαίνει να ψάχνεις απεγνωσμένα ένα βλέμμα να σε στερεώσει σε ένα έθνος που βρίσκεται υπό την επήρεια ναρκωτικών κάτω από ντρόουνς*. 

Ο Ocean Vuong αφηγείται τη ζωή του και ο στόχος του μοιάζει να μην είναι το «τι θα γίνει παρακάτω;». Από τις πρώτες γραμμές του κειμένου του καταφέρνει να αιχμαλωτίσει τον αναγνώστη σε μια αφηγηματική ροή με πολλαπλές αναγνώσεις. Η γραφή του είναι άμεση γιατί είναι διάφανη. Είναι ειλικρινής. Είναι απέριττη. Είναι μεστή. Είναι λυρική. Έχει δύναμη.  

Ο Ocean Vuong χαρακτηρίζει τον εαυτό του ως συγγραφέα με κολοβωμένη μητρική γλώσσα. Η μητέρα του, λόγω των συνθηκών του πολέμου, δεν κατάφερε να πάει στο σχολείο παραπάνω από δυο χρονιές και αγγλικά δε γνωρίζει παρά ελάχιστα. Για εκείνη, η γλώσσα δεν είναι λόγος και δεν μπορεί να γίνει εύκολα μέσο έκφρασης συναισθημάτων. Η ίδια μοιάζει περιχαρακωμένη πίσω από αυτήν την αδυναμία και χωρίς να μπορεί να επικοινωνήσει στους οικείους της τα χρώματα του εσωτερικού της κόσμου, λειτουργεί συχνά ως παρείσακτη αυτού που θα ήθελε να είναι. Κάποιες φορές μοιάζει να παλεύει να γίνει μια γλώσσα στην άκρη της δικής της λέξης*.  

Ο Ocean Vuong κοιτάζει τις αλήθειες κατάματα, είτε αυτές είναι κατασκευασμένες είτε όχι και τις αντιμετωπίζει με εντιμότητα. Δεν παλεύει να τις υποτάξει ή να υποταχθεί σε αυτές. Τις ενσωματώνει στα κύτταρά του, μεγαλώνει μαζί τους, ανθίζει, πονάει, ερωτεύεται, φοβάται, νιώθει, δημιουργεί και επιβιώνει. Κινείται αθόρυβα μέσα στις κοινωνικές δομές, προσδιορίζεται ως παρίας και διεκδικεί το στίγμα του αποφεύγοντας τις μάχες που δεν έχουν όρους και κανόνες.  

Σύμφωνα με μια παράδοση της γενέτειράς του, το όνομα που θα δοθεί στο τελευταίο ή το πιο αδύναμο παιδί μιας οικογένειας λειτουργεί προστατευτικά απέναντι στα κακά πνεύματα.

Το δικό του όνομα ήταν Μικρός Σκύλος. Μπορεί αυτός να είναι και ο λόγος που χρησιμοποίησε τη φύση για να πει όσα έχει να πει. Ο Ocean Vuong μάζεψε εικόνες και τις έκανε ιστορία. Ένα βαλσαμωμένο ελάφι που κρέμεται πάνω από ένα ψυγείο αναψυκτικών, ένα κοπάδι που φτάνει σε έναν γκρεμό και ένα ένα ζώο πέφτει στο κενό ακολουθώντας το μπροστινό του, οι πεταλούδες Μονάρχες που αποδημούν χωρίς να έχουν αρκετή ζωή για να επιστρέψουν στην αφετηρία τους, τα παιδιά τους που χρεώνονται στο δικό τους μέλλον ένα ταξίδι επιστροφής στο παρελθόν των γονιών τους, ένα είδος πιθήκων που χρησιμοποιεί τη μνήμη για να επιβιώσει.

Πάνω σε αυτές τις αχνές μα σαφώς ορισμένες γραμμές – οδηγούς πατάει όλο το κείμενο. Σε κάποιο σημείο μάλιστα επισημαίνει χαρακτηριστικά «Και τι δε θα δίναμε για να μπορέσουν να πουν μια ανθρώπινη ιστορία οι κατεστραμμένες ζωές των ζώων - όταν οι ίδιες μας οι ζωές είναι από μόνες τους η ιστορία των ζώων». 

Ο Ocean Vuong γράφει για τον έρωτα. Τον εφηβικό έρωτα. Τον αθώο, τον διάφανο, τον καθαρό εφηβικό έρωτα. Τον ανακαλύπτει, τον υμνεί, ζει την κάθε του στιγμή, τον χάνει, τον θρηνεί, τον κρατάει καλά φυλαγμένο μέσα του, τον τιμά με όλη του τη δύναμη, τον καταγράφει, τον αφηγείται και με αυτόν τον τρόπο τον οδηγεί στην αθανασία.  

Ο Ocean Vuong έδωσε ένα πολύ δυνατό κείμενο ισορροπώντας αριστοτεχνικά πάνω σε αιχμηρές αλήθειες χωρίς να επαιτεί ή να εκβιάζει τη συγκίνηση του αναγνώστη.  

Η Έφη Φρυδά κυριολεκτικά κέντησε στη μετάφρασή της, κάτι που γίνεται εύκολα αντιληπτό από τις πρώτες κιόλας σελίδες. Πως δεν έχει δηλαδή διεκπεραιωτικό χαρακτήρα αλλά λειτουργεί με σεβασμό και αγάπη προς το κείμενο, παραμένοντας μέχρι το τέλος άρρηκτα δεμένη με την λογοτεχνική του φύση.  

*φράση ή μέρος φράσης μέσα από το βιβλίο