Τελικά, τι είδαμε εφέτος στην Επίδαυρο;

Η θεατρολόγος και κριτικός θεάτρου Ιωάννα Μπλάτσου στη HuffPost, σε μία συνολική αποτίμηση των Επιδαύρειων παραστάσεων, λίγο πριν την έναρξη της χειμερινής περιόδου.
«Μήδεια» σε σκηνοθεσία Φρανκ Κάστορφ
«Μήδεια» σε σκηνοθεσία Φρανκ Κάστορφ
Alex Kat

Η «Μήδεια» του Κάστορφ, οι «Σφήκες» της Κιτσοπούλου, αλλά και ο «Οιδίποδας Τύραννος» σε σκηνοθεσία Σίμου Κακάλα, οι νεωτερισμοί και η αποδόμηση, οι μεγάλοι κλασικοί και πριν και πάνω από όλα, το κοινό.

Λίγο πριν από την έναρξη της νέας χειμερινής περιόδου, η Ιωάννα Μπλάτσου, θεατρολόγος, κριτικός θεάτρου, ιδρυτικό μέλος της Ελληνικής Ένωσης Κριτικών Θεάτρου και Παραστατικών Τεχνών, απαντά στις ερωτήσεις της HuffPost, σε μία συνολική αποτίμηση των παραστάσεων που είδαμε εφέτος στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου αρκετές από τις οποίες παρουσιάστηκαν -κάποιες συνεχίζουν μέχρι το τέλος του μήνα- και σε ανοιχτά θέατρα της Αττικής.

-Το Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου βρέθηκε εφέτος στην κορυφή της επικαιρότητας με αφορμή δύο παραστάσεις. Η ένταση των αντιδράσεων (και στα social media) αφορούσε το θέατρο αυτό καθαυτό -επειδή εν ολίγοις δεν άρεσαν στο κοινό οι παραστάσεις- ή επειδή επρόκειτο για έργα αρχαίου δράματος ή παραστάσεις εμπνευσμένες από τραγωδίες- που παρουσιάστηκαν στην Επίδαυρο;

Ισχύουν, φυσικά, και οι δύο λόγοι που αναφέρετε. Ξέρετε, σε αντίθεση με ό,τι μπορεί να ανακυκλώνεται στον μικρόκοσμο του θεάτρου -καλλιτεχνών, παραγωγών, πολιτιστικών συντακτών, κριτικών και τα social media αυτών- ο θεατής έχει τον τελευταίο λόγο. Σε αυτόν απευθύνεται μια καλλιτεχνική πρόταση, αυτός πληρώνει για να τη δει. Άρα, δεν μπορούμε να μιλάμε απαξιωτικά για το κοινό, αυτό το μεγάλο, συμπεριληπτικό, συλλογικό ουσιαστικό. Ειδικά, όταν το κοινό αντιδρά αρνητικά μαζικά, σε μεγάλους αριθμούς, όπως συνέβη φέτος με τους «Σφήκες» της Λένας Κιτσοπούλου και τη «Μήδεια» του Φρανκ Κάστορφ.

Και όταν αναφέρομαι στη μαζική αρνητική αντίδραση του κοινού, δεν αναφέρομαι στα συνήθως αίολα και πικρόχολα σχόλια στην τοξική σφαίρα των social media, αλλά στις μαζικές αποχωρήσεις των θεατών από το θέατρο της Επιδαύρου. Θεατών που έχουν πληρώσει από €30 έως €50 το άτομο για να δουν την παράσταση, άλλα €50 για να μεταβούν και να επιστρέψουν από την Επίδαυρο, συν άλλα τόσα και παραπάνω για να φάνε κάτι ή να διαμείνουν στην περιοχή. Όταν, λοιπόν, ένας θεατής που έχει πληρώσει γύρω στα €150-200 (εισιτήριο, βενζίνη, φαγητό, διαμονή) για να δει μια παράσταση στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, φεύγει από αυτήν, οι υπεύθυνοι καλλιτεχνικοί διευθυντές, που καταρτίζουν τον προγραμματισμό ενός φεστιβάλ με χρήματα από τον δημόσιο κορβανά, έχουν να προβληματιστούν. Τουλάχιστον.

Αν αυτό που έχουν επιλέξει να παρουσιάσουν, χρηματοδοτείται από τους πολίτες και τελικά δεν αρέσει στους πολίτες, προφανώς δεν έχουν αντίκρισμα οι επιλογές τους. Σε αυτόν τον προβληματισμό έρχεται να προστεθεί και η «αναγκαία ανανέωση» του σχεδόν 70χρονου θεσμού των Επιδαυρείων από την παρούσα καλλιτεχνική διευθύντριά του, Κατερίνα Ευαγγελάτου, όπως η ίδια δηλώνει σε Μέσα της ημεδαπής και της αλλοδαπής.

-Δεν είναι καινούργιος ο προβληματισμός για το «τι Επίδαυρο θέλουμε τελικά».

Όχι, δεν είναι. Τα τελευταία πολλά χρόνια το επίπεδο των παραστάσεων που ανεβαίνουν στην Επίδαυρο είναι από μέτριο έως κακό με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις. Ας το παραδεχθούμε, αν θέλουμε να προχωρήσουμε και να θεσπίσουμε ένα αξιόλογο πολυσυλλεκτικό Φεστιβάλ με πραγματικά διεθνή απήχηση. Αντί να προσκαλούμε μόνο Γερμανούς τα τελευταία τρία χρόνια επί καλλιτεχνικής διεύθυνσης Κατερίνας Ευαγγελάτου, πάλαι ποτέ «ρηξικέλευθους» σκηνοθέτες του εξωτερικού που τώρα βρίσκονται στη δύση της δημιουργικότητας τους (βλέπε Φρανκ Κάστορφ) ή νεότερους που όμως έχουμε βαρεθεί να βλέπουμε ξανά και ξανά (βλέπε Τόμας Οστερμάγιερ) -λες και δεν υπάρχουν άλλοι αξιόλογοι, ας στραφούμε σε αναθέσεις δημιουργών που αυτή τη στιγμή λάμπουν στο διεθνές θέατρο και έχουν ασχοληθεί ή θέλουν να ασχοληθούν με το αρχαίο δράμα: Ρομπέρ Λεπάζ, Τζέιμι Λόιντ, Πήτερ Σέλλαρς, για να αναφέρουμε απλώς λίγα ονόματα. Φανταστείτε αυτούς τους διάσημους σε όλον τον κόσμο σκηνοθέτες να συνεργάζονται με την αφρόκρεμα των Ελλήνων ηθοποιών ή με αστέρες διεθνούς βεληνεκούς -ο Τζέιμι Λόιντ συνεργάζεται σταθερά με τον Τζέιμς Μακ Αβόι και τώρα τελευταία με τη Τζέσικα Τσάστεϊν, ενώ έχουν προηγηθεί συνεργασίες του με τον Σάιμον Ράσελ Μπίιλ, την Εμίλια Κλαρκ, τον Τομ Χίντλστον. Κάπως έτσι το Φεστιβάλ Επιδαύρου γίνεται παγκόσμιο πολιτιστικό γεγονός, με όλη τη συνεπακόλουθη οικονομική άνθηση, υπηρετώντας την περίφημη «εξωστρέφεια» και «καινοτομία» που ευαγγελίζεται η παρούσα καλλιτεχνική διευθύντριά του.

Επίσης, ο θεσμός του «Grape» που διοργάνωσε η Κατερίνα Ευαγγελάτου πόσους και ποιους φιλοξενούμενους curators, καλλιτεχνικούς διευθυντές ξένων πολιτιστικών οργανισμών και δημοσιογράφους ξένων εντύπων φιλοξένησε; Τι αποτελέσματα είχε; Δηλαδή ποιες παραγωγές είδαν και ποιες έκλεισαν για το εξωτερικό; Δεν θα πρέπει να ενημερώνει το Φεστιβάλ το κοινό του για αυτές τις καταρχάς πολύ θετικές πρωτοβουλίες του;

-Παρακολουθήσατε την πρεμιέρα της «Μήδειας» στην Επίδαυρο, σωστά;

Ναι, βρισκόμουν εκεί. Και έβλεπα θεατές να φεύγουν μαζικά από τον διάδρομο ανάμεσα στα δύο διαζώματα από το 5ο λεπτό της παράστασης. Αν δεν έπρεπε, για λόγους επαγγελματικούς, να δω την 3ωρη παράσταση του Κάστορφ μέχρι τέλους, για να έχω ολοκληρωμένη άποψη, μπορεί να είχα φύγει και εγώ.

Η «αποδομημένη» εκδοχή της «Μήδειας» που παρουσίασε ο Γερμανός σκηνοθέτης ως «μοντερνιτέ», ως «ανανεωτική πρόταση» για τα Επιδαύρεια, λυπάμαι, αλλά ήταν τόσο ξεπερασμένη. Ο Κάστορφ και η μεταδραματική του προσέγγιση έγραψαν ιστορία στο Γερμανικό και Ευρωπαϊκό θέατρο τη δεκαετία του ’90. Το να επιμένει να προσεγγίζει το θέατρο με τον ίδιο τρόπο τρεις δεκαετίες μετά δείχνει ότι τον έχει ξεπεράσει η εποχή του. Κοιτάξτε γύρω σας. Πανδημίες, πυρκαγιές, πλημμύρες, καταστροφές, θάνατοι. Όταν σήμερα ζούμε σε μια δυστοπική, αποσυντεθημένη πραγματικότητα, όπου δεν υπάρχουν έστω ρωγμές ελπίδας, η Τέχνη ποιον ρόλο επιτελεί άραγε;

Όπως έγραψα πρόσφατα στην Popaganda, «Το ‘’σύγχρονο θέατρο’’, το οποίο στηρίζεται στην αυθεντία του σκηνοθέτη -στην οποία υποτάσσονται η κειμενική πραγματικότητα και η ερμηνευτική δημιουργικότητα- καινοτομεί αυθαιρετώντας. Απαξιώνοντας ή αδιαφορώντας για την πανθομολογούμενη διαχρονικότητα των αρχαίων ελληνικών ποιημάτων, ο σύγχρονος σκηνοθέτης, φιλοπαίγμων εν ου παικτοίς, προσθέτει ή αφαιρεί, εμπλουτίζει ή κατακρεουργεί το ποιητικό κείμενο στο οποίο βασίζεται η παράστασή του. Κάπως έτσι, η καινοτομία εκλαμβάνεται από τον θεατή ως ασέβεια και η συλλήβδην απόρριψη του κοινού θεωρείται ως εύσημο για τον ‘’ρηξικέλευθο’’ σκηνοθέτη».

Βέβαια, πρέπει να αναγνωρίσουμε και να πιστώσουμε κάτι πολύ θετικό στον Κάστορφ. Ανέδειξε μια νέα Επιδαύρεια πρωταγωνίστρια. Μια ηθοποιό διεθνούς βεληνεκούς, που μέχρι τη «Μήδεια», κανείς Έλληνας σκηνοθέτης δεν είχε σκεφτεί να αξιοποιήσει στην Επίδαυρο. Την Αγγελική Παπούλια. Σκηνικά στιβαρή και ευάλωτη συνάμα, με έξοχη άρθρωση, κατέκτησε και επιβλήθηκε με άνεση στην τεράστια ορχήστρα του αρχαίου θεάτρου της Επιδαύρου. Μαζί με τη Στεφανία Γουλιώτη και τη Μαρία Ναυπλιώτου ήταν χάρμα ιδέσθαι.

-Η παράσταση της Κιτσοπούλου;

Την Κιτσοπούλου και τα έργα της έχω πάψει να την παρακολουθώ από την «Κοκκινοσκουφίτσα» της. Δεν με αφορά καθόλου η νευρωτική ομφαλοσκόπησή της. Αναγκάστηκα να δω τους «Σφήκες» της στην Αθήνα στο Σχολείον της Ειρήνης Παππά για να έχω ιδίαν άποψη. Όμως, πόσο τελικά φταίει η Κιτσοπούλου για τον σαματά που ξεσηκώθηκε; Το δικό της μερίδιο ευθύνης ξεκινά και τελειώνει στο ότι χρησιμοποίησε τον τίτλο από μια γνωστή κωμωδία του Αριστοφάνη ως τίτλο και του δικού της νέου έργου αφήνοντας τη σύγχυση του κοινού να δουλέψει υπέρ της.

Λένα Κιτσοπούλου «Σφήκες»
Λένα Κιτσοπούλου «Σφήκες»
Χρήστος Συμεωνίδης

Επίσης, η Κιτσοπούλου ήταν απολύτως πιστή σε αυτό που κάνει χρόνια τώρα. Πρόκληση για την πρόκληση. Οι καλλιτεχνικοί διευθυντές του Εθνικού και του ΚΘΒΕ που συνέπραξαν για τη συγκεκριμένη παράσταση φέρουν προφανώς την ευθύνη της επιλογής τους. Το αστείο είναι ότι όλος αυτός ο θόρυβος για τους «Σφήκες», που έκανε γνωστή την «εναλλακτική» Κιτσοπούλου σε όλη την Ελλάδα, σκέπασε την ουσία της όλης συζήτησης που θα έπρεπε να εστιάζει βασικά στην ανυπαρξία κειμένου εκ μέρους της. Με έναν βιασμό πελεκάνου εδώ, έναν βιασμό γυναίκας εκεί, λίγο βρισίδι παραπέρα και μια ενδιάμεση «επαναστατική» επίθεση στη θεσμική Ευαγγελάτου και στο κρατικό Εθνικό που την επέλεξαν και την επέβαλαν καλύφθηκε το «τρικυμία εν κρανίω» κείμενό της, όπως το αποκάλεσε ο 27χρονος βαφτισιμιός μου με τον οποίο παρακολούθησα την παράσταση. Γιατί η ουσία της συζήτησης για τους «Σφήκες» είναι ακριβώς αυτή: Σε ποιους τελικά απευθύνθηκε αυτή η παράσταση, αν τελικά την εξέμεσαν και οι νεότεροι και δη πιο προοδευτικοί θεατές.

-Το κοινό είναι περισσότερο «ανεκτικό» όταν οι νεωτερισμοί -και κυρίως, η αποδόμηση που επιχειρείται στις παραστάσεις αρχαίου δράματος- έχει την υπογραφή Έλληνα ή ξένου σκηνοθέτη; (ή δεν ισχύει αυτός ο άδηλος διαχωρισμός;)

Η αλήθεια είναι ότι τα τελευταία αρκετά χρόνια οι θεατές της Επιδαύρου έδειχναν πολύ πιο ανεκτικοί προς τους Έλληνες σκηνοθέτες, ενώ στρέφονταν πιο εύκολα κατά των ξένων σκηνοθετών, όπως ο Ματίας Λάνγκχοφ με τις «Βάκχες» το 1997, ο Ανατόλι Βασίλιεφ με τη «Μήδεια» το 2008, ο Ντμίτρι Γκότσεφ με τους «Πέρσες» το 2009.

Είχαν να στραφούν κατά Έλληνα δημιουργού από το 1984, όταν ο Γιάννης Χουβαρδάς παρουσίασε τη δική του εκδοχή για την «Άλκηστη» του Ευριπίδη. Αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι η Κιτσοπούλου προέρχεται από το φυτώριο του «Αμόρε - Θεάτρου του Νότου» όπου Καλλιτεχνικός Διευθυντής ήταν ο Χουβαρδάς.

-Συμφωνούμε ότι ο μέσος θεατρόφιλος έχει προ πολλού ξεπεράσει τις αρχαιοπρεπείς αναβιώσεις αρχαίου δράματος και ότι τα τελευταία χρόνια είναι και πιο ενημερωμένος και πιο δεκτικός σε νέες αναγνώσεις και πειραματισμούς;

Ε, ναι. Είναι παρωχημένο πια το επιχείρημα ότι όλος αυτός ο κόσμος που αποδοκίμασε τους κατά Κιτσοπούλου «Σφήκες» και την κατά Κάστορφ «Μήδεια», αποχωρώντας μαζικά από το αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, έφυγε γιατί ήθελε να δει «παραστάσεις με χλαμύδες».

Γιατί δεν έφυγε και δεν αποδοκίμασε, αντιθέτως παρακολουθούσε με κατάνυξη σχεδόν και στο τέλος χειροκροτούσε με ευγνωμοσύνη τη συγκλονιστική παράσταση «Ηλέκτρα Ορέστης» του Ίβο βαν Χόβε από την Κομεντί Φρανσέζ το καλοκαίρι του 2019; Γιατί δεν έφυγε από την «Αντιγόνη» το 2006, την απολύτως πρωτοποριακή αλλά και ουσιαστική σκηνοθετική πρόταση του Λευτέρη Βογιατζή στο αρχαίο δράμα; Γιατί δεν έφυγε από τις «Βάκχες» του Θεόδωρου Τερζόπουλου ή τον «Οιδίποδα Τύραννο» του Ταντάσι Σουζούκι το 2002; Γιατί η πραγματική αξία κάθε καλλιτέχνη δοκιμάζεται και αποδεικνύεται όταν αναμετράται με τους μεγάλους κλασικούς. Οι οποίοι ονομάζονται έτσι, γιατί τα κείμενά τους είναι απολύτως σύγχρονα 2.500 χρόνια μετά. Μελετήστε τα κείμενα, αφουγκραστείτε τις αρχέγονες δονήσεις τους και αυτά θα σας καθοδηγήσουν. Γιατί πηγαίνουμε τόσα καλοκαίρια στην Επίδαυρο και βλέπουμε τα ίδια έργα τόσες φορές; Γιατί κάθε φορά ανακαλύπτουμε νέους φάρους σε αυτά, αν έχουμε την τύχη να τα παρακολουθήσουμε μέσα από μία εμπνευσμένη σκηνοθετική πρόταση.

- Στο τέλος της ημέρας, υπάρχει μεταξύ αυτών κάποια παράσταση η ανάμνηση της οποίας μπορεί να διατηρήσει ατόφια την υψηλή συγκίνηση, για παράδειγμα, της «Αντιγόνης» του αείμνηστου Λευτέρη Βογιατζή;

Όπως ανέφερα και πριν, το επίπεδο των παραστάσεων των τελευταίων αρκετών χρόνων είναι από μέτριο έως κακό και αυτό έχει ως συνέπεια να μειώνονται συνεχώς οι προσδοκίες των θεατών. Από αυτόν τον γενικό κανόνα δεν μπορεί να εξαιρεθεί, δυστυχώς, το φετινό καλοκαίρι της Επιδαύρου. Κατ’ εμέ, παρά τον θόρυβο που έγινε για τους «Σφήκες» και τη «Μήδεια», η ουσιαστική συζήτηση θα έπρεπε να εκκινήσει από τον «Οιδίποδα Τύραννο» σε σκηνοθεσία Σίμου Κακάλα.

«Οιδίπους Τύραννος», Γιάννης Στάνκογλου
«Οιδίπους Τύραννος», Γιάννης Στάνκογλου
Νεκτάριος Κουρής

Από τη συνεχόμενη εργασία του πάνω στο αρχαίο δράμα και τις μάσκες -παρά κάποιες αστοχίες (π.χ. κοστούμι Οιδίποδα, ανάθεση ρόλου Ιοκάστης στην αδύναμη σκηνικά και με προβληματικές φωνητικές δυνατότητες Μαριλίτα Λαμπροπούλου). Το γιατί ακούστηκαν, για όλους τους λάθος λόγους, οι «Σφήκες» και η «Μήδεια» και όχι ο «Οιδίπους Τύραννος» του Κακάλα, θα πρέπει να μας προβληματίσει όλους τους δημοσιογραφούντες.

Όσο για το παράδειγμα της «Αντιγόνης» του Λευτέρη Βογιατζή, που αναφέρετε, η απάντηση είναι δυστυχώς, όχι. Εν αναμονή, λοιπόν.

Δημοφιλή