ΤΟ BLOG
24/04/2021 09:20 EEST | Updated 24/04/2021 09:20 EEST

Θέαμα, ηθικός πανικός, και επέκταση του κρατικού αυταρχισμού: Τρία σημεία για το ελληνικό #MeToo

Ο κυρίαρχος λόγος, μιντιακός και πολιτικός, είναι αυτός ο οποίος εμποδίζει το κίνημα να προσλάβει μαζικό χαρακτήρα.

LOUISA GOULIAMAKI via Getty Images
Η Σοφία Μπεκατώρου 

* Αθηνά Μιχαλακέα, Δικηγόρος ΔΣΑ, Υπ. Δρ., Νομική Σχολή, Birkbeck, Πανεπιστήμιο του Λονδίνου – Το κείμενο περιλαμβάνεται στην έκδοση «Ας μιλήσουμε για τα ΜΜΕ #4 – Eλληνικό #ΜeToo & δημόσιος λόγος » που θα δημοσιεύσει τη Δευτέρα η ομάδα Media Jokers σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ στο www.enainstitute.org 


Τον Ιανουάριο του 2021, μετά τη δημόσια καταγγελία της Σοφίας Μπεκατώρου για τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη από παράγοντα του αθλητισμού το 1998, το «κίνημα» του #MeToo έφτασε και στην Ελλάδα.

Σήμερα και ενώ έχουν μεσολαβήσει δυόμιση περίπου μήνες από την καταγγελία της Σ. Μπεκατώρου, το ελληνικό #MeToo έχει σε μεγάλο βαθμό περιοριστεί στους χώρους του αθλητισμού και του θεάματος.

Εκτός από μεμονωμένες καταγγελίες, κυρίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, για περιστατικά σεξουαλικής παρενόχλησης ή κακοποίησης που έχουν συμβεί εντός χώρων όπως τα πανεπιστήμια, το #MeToo δεν έχει λάβει προς το παρόν μαζικό χαρακτήρα.

Πέραν των εγγενών δυσκολιών που εντοπίζονται στην καταγγελία αντίστοιχων περιστατικών, δυσκολιών που σχετίζονται, τόσο με την ντροπή και τον φόβο που αισθάνονται οι επιζήσασες και επιζήσαντες της κακοποίησης, αλλά και της δυσκολίας απόδειξης της βλάβης που έχουν υποστεί, τελικά ο ίδιος ο κυρίαρχος λόγος, μιντιακός και πολιτικός, είναι αυτός ο οποίος εμποδίζει το κίνημα να προσλάβει μαζικό χαρακτήρα.

Εκκινώντας από καταγγελίες που αφορούν στον χώρο του θεάματος, αθλητικό και καλλιτεχνικό, τα συστημικά ΜΜΕ αντιμετωπίζουν και τις ίδιες τις καταγγελίες σαν θέαμα, σαν καταναλωτικό προϊόν.

Το γεγονός πως τα περιστατικά κακοποίησης ή παραβίασης καταγγέλλονται σε «ελαφριές» εκπομπές -που συχνά εμπίπτουν στον ορισμό της trash TV- έχει σαν πρώτη συνέπεια την αντιμετώπισή τους με όρους ατομικού βιώματος, χωρίς καν να γίνεται υπαινιγμός ότι σχετίζονται με δομικές ανισότητες και σχέσεις κυριαρχίας.

Πώς θα μπορούσε άλλωστε να συμβεί αυτό, όταν τα πρόσωπα που φαίνονται να πρωτοστατούν στο ρεύμα των αποκαλύψεων κατά της βίας είναι ευκατάστατες λευκές γυναίκες (και άντρες), στις περισσότερες περιπτώσεις διάσημες; Ή, ακόμα περισσότερο, πώς θα ήταν δυνατόν να καταδειχθούν οι συστημικές ανισότητες από τα ίδια Μέσα τα οποία τις διαιωνίζουν μέσω των έμφυλων ρόλων και προτύπων που κυριαρχούν στις αναπαραστάσεις τους;

Παραμένουν λοιπόν αόρατες οι πολλαπλές καταπιέσεις και εκφάνσεις της βίας που υφίστανται οι φτωχές γυναίκες, οι μαύρες, οι μετανάστριες και προσφύγισσες, τα τρανς και κουήρ υποκείμενα (με τις τρανς και μπάι γυναίκες να αποτελούν τα συνηθέστερα θύματα βίας, σύμφωνα με έρευνες, βλ. hrc.org), οι εργαζόμενες και εργαζόμενοι στο σεξ, τα άτομα με αναπηρία, οι χωρισμένες ή ανύπαντρες μητέρες. 

Μια δεύτερη συνέπεια είναι αυτή του φαινομένου των «τηλεδικών».

Η θεατρικοποίηση ποινικών υποθέσεων από τον δημοσιογραφικό λόγο δεν προέκυψε βεβαίως από το #MeToo, αλλά ήδη με την εμφάνιση της ιδιωτικής τηλεόρασης.

Οι «τηλεδίκες» δεν περιορίζονται στις «κουτσομπολίστικες» εκπομπές, παρά διεξάγονται όλο το 24ωρο, ακόμα και στα κεντρικά δελτία ειδήσεων.

Υπό το πρόσχημα της ενημέρωσης και της αποτροπής τέλεσης νέων αδικημάτων, υπερβαίνεται η αρχή της μυστικότητας της προδικασίας, με δικογραφίες και άλλα έγγραφα να διαρρέουν συχνά στο σύνολό τους, ενώ στήνονται εικονικά δικαστήρια με τον παρουσιαστή σε ρόλο Προέδρου -πολλές φορές μάλιστα και με την αντιδεοντολογική παρουσία των δικηγόρων των αντίθετων μερών.

Η υπερέκθεση των λεπτομερειών των ποινικών υποθέσεων παραβιάζει συστηματικά, πέραν του τεκμηρίου αθωότητας, το δικαίωμα στην προσωπικότητα, όχι μόνο του υπόπτου/κατηγορουμένου, αλλά και των θυμάτων, μέσω της δημοσιοποίησης των καταθέσεών τους, ιδιαίτερα των πιο ευαίσθητων σημείων τους.

Είναι χαρακτηριστικό πως οι επιζήσασες σεξουαλικής κακοποίησης που προσφεύγουν στη δικαιοσύνη βιώνουν έναν διαρκή επανατραυματισμό, μέσω των αναγκαίων για την εξεύρεση της αντικειμενικής αλήθειας ποινικών διαδικασιών· η αναπαραγωγή των ιστοριών τους από τα ΜΜΕ συχνά λειτουργεί ως μια ακόμα αναβίωση του τραύματος.

Η δημοσιοποίηση βλάπτει επίσης και τη διαφάνεια και την ακεραιότητα της ποινικής διαδικασίας, καθώς αφήνει χρόνο στον θύτη να καταστρέψει τεκμήρια, να εκβιάσει μάρτυρες κ.ο.κ.

Η επένδυση της πληροφορίας με δραματικότητα εθίζει το κοινό στη «δημοσιογραφία της κλειδαρότρυπας», ενώ το χειραγωγεί γεννώντας του συναισθήματα μίσους για τον (φερόμενο ως) θύτη και οίκτου για το θύμα.

Κάθε συμβάν επενδύεται από ένα διπλό οιονεί πορνογραφικό βλέμμα: των Μέσων και του κοινού.

Το κουτσομπολιό, το οποίο αναπαράγει διαρκώς λεπτομέρειες γύρω από το συμβάν της κακοποίησης, συσκοτίζει και συγκαλύπτει τις δομικές αιτίες της, αλλά και απευθύνεται στα πιο ακραία, αντιδραστικά, συντηρητικά αντανακλαστικά, τα οποία τελικά υποστηλώνουν τις συστημικές δομές και ιεραρχίες που γεννούν τη βία. 

Ο αντιδραστικός λόγος χρειάζεται τον ηθικό πανικό για να επιβιώσει. Και ο ηθικός πανικός πάντοτε βασίζεται σε απλουστευτικά σχήματα, καρικατούρες, προκειμένου να κερδίσει έδαφος.

Ο δράστης σεξουαλικών εγκλημάτων στον κυρίαρχο δημοσιογραφικό λόγο είναι πάντοτε μια τέτοια καρικατούρα· τον 19ο αιώνα, ήταν ο μαύρος άντρας στην Αμερική (Davis, 1981) και ο έμπορος λευκής σαρκός στην Ευρώπη, στον Μεσοπόλεμο ο πάσχων από psychopathia sexualis, από το 1950 έως το 1980 περίπου ένας ομοφυλόφιλος παρενδυτικός κακοποιός (ο οποίος ήταν και παιδόφιλος) (Levine & Meiners, 2020, σ. 47) τη δεκαετία του 2010 οι πρόσφυγες.

Μπορεί ανά εποχή η καρικατούρα να αλλάζει μορφές, αλλά πάντοτε αποτελεί έναν ξένο κίνδυνο (stranger danger), ένα νοσηρό υπερσεξουαλικοποιημένο Άλλο που εμφανίζεται στον δημόσιο χώρο και τον καταχράται.

Αποσιωπάται έτσι το γεγονός που οι φεμινίστριες ήδη από τη δεκαετία του 1970 προσπάθησαν να αναδείξουν, ότι τα περισσότερα κακοποιητικά συμβάντα διαδραματίζονται εντός της οικογένειας (Levine & Meiners, 2020, 17) από οικεία πρόσωπα, όπως μαρτυρεί και η αύξηση περιστατικών ενδοοικογενειακής βίας την περίοδο των λοκντάουν (Evans, Lindauer & Farrell, 2020· ΠΟΥ).

Όπως φάνηκε και στην υπόθεση του κατηγορούμενου για κατά συρροή βιασμούς -ενηλίκων και ανηλίκων- Δ. Λιγνάδη, ο μιντιακός αλλά συχνά και ο κινηματικός λόγος παρέμεινε αγκιστρωμένος σε αντίστοιχες αναπαραστάσεις, αντί να καταδείξει ευθέως την πεποίθηση του κατηγορουμένου ότι είχε δικαιώματα επί άλλων σωμάτων, πεποίθηση που ενισχυόταν από τα προνόμιά του.

Το βάρος μετατοπίστηκε από την ίδια την πράξη του βιασμού στην ανηλικότητα ορισμένων από τα θύματά του, αλλά και στο φύλο τους.

Η σεξουαλική συνεύρεση ενός άνδρα με ανήλικα αγόρια, τα οποία προσέγγιζε συχνά σε πάρκα και πλατείες, ενεργοποίησε πρώτα το ταμπού της ομόφυλης ανδρικής σεξουαλικότητας και στη συνέχεια αυτό της παιδεραστίας.

Η ταύτιση αυτή, ριζωμένη στην ψυχιατρικοποίηση των «αποκλινουσών» σεξουαλικοτήτων (ακόμα κι αν πρόκειται για το συναινετικό σεξ μεταξύ ενηλίκων), έδωσε πάτημα αφενός στον συνήγορο του κατηγορούμενου να εξαπολύσει ομοφοβικούς χαρακτηρισμούς επιτιθέμενος, κατά την προσφιλή του τακτική, στο ήθος των καταγγελλόντων, αφετέρου στον αντιπρόεδρο της Βουλής και πρώην υπουργό Δικαιοσύνης Χαράλαμπο Αθανασίου να εκφραστεί ανοιχτά εντός της Βουλής κατά του αποχαρακτηρισμού το 2015 της «παρά φύσιν» ασέλγειας ως αδικήματος.

Περαιτέρω, η ταύτιση ομοφυλοφιλίας-παιδεραστίας αλλά και η αντιμετώπιση των εφήβων ως εκνηπιωμένα, αποσεξουαλικοποιημένα όντα, εκ προοιμίου ανίκανα να συναινέσουν (σε αντίθεση με τις παραδοχές της βιολογίας, της ψυχολογίας και της νομικής επιστήμης), εντέλει βλάπτουν τα ίδια τα θύματα: αν μας απασχολεί η απουσία συναίνεσης μόνο σε περιπτώσεις που αυτή είναι αδύνατο να υπάρξει, τότε παραβλέπουμε τον μεγαλύτερο αριθμό σεξουαλικών παραβιάσεων, ενώ παραγνωρίζουμε και τις μορφές που μπορεί να πάρει η κακοποίηση και την έκταση του σεξισμού και της κουλτούρας του βιασμού.

Αν δεν μας τρομάζει η ίδια η απουσία συναίνεσης, παρά το «να μη γίνουν τα παιδιά μας αδερφές», τότε έμμεσα αποδεχόμαστε την κακοποίηση σε βάρος των γυναικών ως κανονικότητα. 

Ο αντιδραστικός λόγος των ΜΜΕ και ο Νόμος αλληλεπιδρούν με σύνθετους τρόπους.

Το πρόταγμα «να σπάσει η σιωπή», πέραν της πίεσης που ασκεί σε όσες επιζήσασες κακοποίησης δεν είναι έτοιμες να μιλήσουν ανοιχτά για το τι τους έχει συμβεί, προϋποθέτει αφενός πως η κοινωνία είναι έτοιμη να ακούσει αφετέρου ότι υφίστανται υποδομές ικανές να αντιμετωπίσουν τις διαφορετικές αποχρώσεις της σεξουαλικής, σωματικής και ψυχολογικής εκμετάλλευσης.

Στην πράξη, οι δαιδαλώδεις, σχεδόν καφκικές διαδικασίες αποθαρρύνουν τα θύματα/επιζήσασες από το να προσφύγουν στη δικαιοσύνη κι έτσι αυτά επιλέγουν αντί της δικαστικής οδού τη δημόσια καταγγελία της κακοποίησης που έχουν υποστεί εν είδει δικαιοσύνης: το naming and shaming είναι η τιμωρία του θύτη.

Παράλληλα, αυξάνονται οι συζητήσεις σχετικά με την «αναγκαιότητα» αυστηροποίησης των ποινών· το κράτος της καταστολής κερδίζει έδαφος έπειτα από μαζικές κοινωνικές κρίσεις (Lancaster, 2011).

Αντίστοιχα κι εδώ, μετά τον κλονισμό που προκάλεσε στην κυβέρνηση η υπόθεση Λιγνάδη, σε μια απόπειρα να σταματήσει ο θόρυβος γύρω από την πιθανή συγκάλυψη των πράξεων που απαριθμούνται στο κατηγορητήριο, ο πρωθυπουργός εξήγγειλε τη θέσπιση αυστηρότερων ποινών για τα «Εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας» (naftemporiki.gr, 25/02/2021).

Παρόλο που αναμένουμε τη συγκεκριμενοποίησή τους, δεν μπορούμε να αισιοδοξούμε απέναντι στις προθέσεις μιας κυβέρνησης που υπαινίσσεται ως λύση την αύξηση του ηλικιακού ορίου της συναίνεσης· υπενθυμίζεται ότι μία από τις πρώτες κινήσεις της κυβέρνησης αυτής ήταν να μετονομάσει την Γ.Γ. Ισότητας των Φύλων σε Γ.Γ. Δημογραφικής και Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων, ενώ καταθέτει προς ψήφιση νομοσχέδιο για την υποχρεωτική συνεπιμέλεια.

Ο λόγος των ΜΜΕ που θέλει τον κακοποιητή ξένο, ποτέ οικείο πρόσωπο, πραγματώνεται στη νομοθετική πρωτοβουλία που, με πρόσχημα το συμφέρον του παιδιού, δεν αφαιρεί την επιμέλεια από τον κακοποιητή γονέα του μέχρι την αμετάκλητη καταδίκη του τελευταίου.

Η προστασία της ανηλικότητας δεν χρησιμοποιείται παρά ως πρόσχημα για περαιτέρω συντηρητικοποίηση.

Ο στιγματιστικός και συχνά απανθρωποποιητικός κυρίαρχος λόγος που διαιωνίζεται από τα ΜΜΕ, απευθύνεται, όχι μόνο στους θύτες, αλλά και στα θύματα.

Άλλωστε, εκτός της συγκυρίας του #MeToo, τα Μέσα διαρκώς αναπαράγουν πατριαρχικά στερεότυπα γύρω από τη γυναικεία σεξουαλικότητα, ακόμα και απέναντι σε επιζήσασες βιασμών.

Ο κυρίαρχος λοιπόν πλειοδοτεί στην ενεργοποίηση των πιο συντηρητικών κοινωνικών αντανακλαστικών και τελικά στην επέκταση του κρατικού αυταρχισμού.

Σε αυτόν τον λόγο τα κοινωνικά κινήματα πρέπει να υψώσουν ένα ανάχωμα.

Τελικά χρειάζεται να βρεθεί ισορροπία μεταξύ της σκληρής αυτής βιοπολιτικής που αντιμετωπίζει τον ποινικό νόμο ως πανάκεια για τη θεραπεία συστημικών καταπιέσεων και της διατήρησης του status quo, που θέλει τα θύματα σιωπηρά και φοβισμένα και τους θύτες να διακατέχονται από αίσθημα ανωτερότητας και από τη βεβαιότητα της ατιμωρησίας.

Συνεπώς εκ των πραγμάτων καλούμαστε να μιλήσουμε για το ποιων βελτιώσεων χρήζει το νομικό πλαίσιο, αλλά και για το ποιες είναι οι εγγενείς αδυναμίες του.

Για όλες τις διαφορετικές αποχρώσεις της σεξουαλικής αλλά και της ψυχολογικής βίας, για αυτές που εμπίπτουν στη σφαίρα του ποινικού δικαίου και για εκείνες που την υπερβαίνουν.

Για την κατεύθυνση προς την οποία πρέπει τα κινήματα της κοινωνικής απελευθέρωσης να εργαστούν, παράλληλα με τον Νόμο αλλά και ανεξάρτητα από αυτόν.

 

Παραπομπές:

Davis, A.Y.  (1981). Rape, Racism and the Capitalism Setting. The Black Scholar, 12.6, σσ. 39–45.

Evans, M.L., Lindauer, M., & Farrell, M.E. (16/09/2020). A Pandemic within a Pandemic — Intimate Partner Violence during Covid-19. The New England Journal of Medicine.  https://www.nejm.org/doi/full/10.1056/NEJMp2024046

Human Rights Campaign (HRC). Sexual Assault and the LGBTQ Community. https://www.hrc.org/resources/sexual-assault-and-the-lgbt-community

Lancaster,  R.N. (2011). Sex Panic and the Punitive State, Sex Panic and the Punitive State, 2011 <https://doi.org/10.1177/0094306111419111bb>.

Levine, J & Meiners, E.R. (2020). The Feminist and the Sex Offender. Confronting Sexual Harm, Ending State Violence. Λονδίνο, Νέα Υόρκη: Verso.

naftemporiki.gr. (25/02/2021). Κυρ. Μητσοτάκης: Αλλάζει ο ποινικός κώδικας- Αυστηροποιούνται οι ποινές για τα αδικήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας. https://www.naftemporiki.gr/story/1696701/kur-mitsotakis-allazei-o-poinikos-kodikas-austiropoiountai-oi-poines-gia-ta-adikimata-kata-tis-genetisias-eleutheria

ΠΟΥ (15/04/2020). Coronavirus disease (COVID-19): Violence against women. https://www.who.int/emergencies/diseases/novel-coronavirus-2019/question-and-answers-hub/q-a-detail/coronavirus-disease-covid-19-violence-against-women