ΤΟ BLOG
11/01/2021 09:46 EET | Updated 11/01/2021 09:46 EET

Το φαινόμενο Τραμπ και η άσκηση (εξωτερικής) πολιτικής

Πώς προέκυψε ο διχασμός στις ΗΠΑ

ANDREW CABALLERO-REYNOLDS via Getty Images

To φαινόμενο Τραμπ κατέδειξε στο μέγιστο βαθμό τη σημασία της πολυεπίπεδης άσκησης πολιτικής, υπό την έννοια πως μπορεί ο ηγέτης ως μονάδα (unit level) να παίζει ρόλο στη διαμόρφωση εξωτερικής πολιτικής, ωστόσο μια πιο ολιστική προσέγγιση θα μπορούσε να εξηγήσει το φαινόμενο Τραμπ. Υπό την έννοια αυτή, η θέαση εσωτερικών εξελίξεων είναι απόληξη μιας συνολικής κατανόησης παραγόντων (δομών και ιδεών) που επηρεάζουν την άσκηση πολιτικής.

Αδιαμφισβήτητα η αμερικανική εξωτερική πολιτική – περισσότερο από κάθε άλλη δομή – δεν είναι μόνο ισχυρή αλλά και συμπαγής δεδομένου του πολυδαίδαλου σκελετού της πάνω στον οποίον στηρίζεται η λήψη αποφάσεων της χώρας. H γραφειοκρατική αυτή δομή των ΗΠΑ επιβεβαιώνει ακριβώς τον περίπλοκο χαρακτήρα της άσκησης πολιτικής.

Τα γεγονότα μέσα ή έξω από το Καπιτώλιο, πέραν φανατικών στοιχείων, αντικατοπτρίζουν ίσως μια συσσωρευμένη δυσαρέσκεια, απόρροια κοινωνικών πολιτικών και εδράζονται στην πιο πρόσφατη γενικευμένη δυσαρέσκεια που έφερε το αποτέλεσμα της διχαστικής εκλογικής αναμέτρησης στις 3 Νοεμβρίου 2020. Στο εσωτερικό, αποτυχημένες πολιτικές στο στρατόπεδο των δημοκρατικών όπως αυτές εκφράστηκαν και στις λανθασμένες εκτιμήσεις εκπροσώπησης κατά τη διάρκεια της εκλογικής αναμέτρησης, συνδέθηκαν με την ανάγκη των ψηφοφόρων για αλλαγή και διαμόρφωση ενός νέο πλαισίου δράσης. H ήττα Κλίντον σηματοδότησε την απαρχή της γιγάντωσης του διχαστικού κλίματος που κορυφώθηκε με την άνοδο Τραμπ στην εξουσία. Επομένως η περίοδος Τραμπ έφερε στην επιφάνεια τις ίδιες διχαστικές τάσεις που ενυπήρχαν στο εσωτερικό της αμερικανικής διοίκησης ως απόρροια αυτής της τεταμένης περιόδου.

Ο Τραμπ δεν έφερε μόνο αλλαγή στον τρόπο άσκησης της εξωτερικής πολιτικής μέσω της υπερχρήσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Αλλά αποτελεί ίσως και το μοναδικό παράδειγμα Αμερικανού Προέδρου στην πρόσφατη αμερικανική πολιτική πραγματικότητα που παρέκλινε της ευθύγραμμης ομαλής κίνησης που η αμερικανική εξωτερική πολιτκή διέγραφε από το 1945 – ορόσημο της στροφής της χώρας από την ενασχόληση με τα του οίκου της στη διεθνή δράση.

Πολύ περισσότερο, αυτός ο διχασμός προκύπτει από τα έργα και τις ημέρες της ίδιας της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και μπορεί κι όλας να εντοπιστεί στη θητεία Ομπάμα (2009-2017) και την άσκηση διφορούμενων πολιτικών μεταξύ των δύο θητειών του. Αυτή η διττή πολιτική που εφαρμόστηκε και στον αμερικανικό πολιτικό λόγο εκφράστηκε μέσω συγκεκριμένων πολιτικών και κυρίως του reset policy (πολιτική επαναφοράς).Δηλαδή μια προσπάθεια επαναφοράς της θέσης της Αμερικής στον κόσμο με τρόπο που οδήγησε σε πολιτικές αντιθέσεων. Παρόλο που ο Ομπάμα ζήτησε μια νέα αρχή μεταξύ των Μουσουλμάνων και των Ηνωμένων Πολιτειών (ομιλία στο Κάιρο, 4 Ιουνίου 2009), παρενέβη στη Λιβύη, επέβαλε κυρώσεις στο Ιράν (2011) και αντιτάχθηκε στην προσπάθεια της Παλαιστινιακής Αρχής για κρατικότητα μέσω του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας ( NSC, Σεπτέμβριος 2011). Το πρόβλημα ωστόσο εντοπίζεται στο γεγονός πως ενώ ο Ομπάμα αρχικά επέλεξε να παγώσει παραδοσιακές πρακτικές λίγο αργότερα θα επιχειρούσε να επαναδραστηριοποιήσει την αμερικανική πολιτική πάνω στην ίδια γραμμή τακτικών. Αυτή η αντιθετική πολιτική που εφαρμόστηκε κυρίως στην περιοχή της Μέσης Ανατολής και κορυφώθηκε με την ανθρωπιστική στρατιωτική επέμβαση το 2011 στη Λιβύη και την υποστήριξη του ΝΑΤΟ και της διεθνούς κοινότητας, με στόχο την ανατροπή του Muammar al-Qaddafi ή η ασκήση πίεσης στο καθεστώς του Αιγύπτιου προέδρου Μουμπάρακ να παραιτηθεί, διαφέρουν από τις αρχικές του διακηρύξεις. Στην περίπτωση της Λιβύης, ένας συνασπισμός ξεκίνησε μια στρατιωτική επέμβαση (19 Μαρτίου 2011) για την εφαρμογή του ψηφίσματος 1973 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ ως απάντηση σε ένοπλες συγκρούσεις κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου στη Λιβύη. Ταυτόχρονα, και ενώ ο Ομπάμα στην περίπτωση της Συρίας θα υποστήριζε με τον ίδιο τρόπο ότι η Αμερική θα πρέπει να αναλάβει στρατιωτική δράση κατά του συριακού καθεστώτος, το αποτέλεσμα ήταν διαφορετικό.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο διαμορφώθηκαν κενά ισχύος – απότοκοι παραμέτρων κακοδιαχείρισης και έλλειψης σταθερότητας σε ότι αφορά τις επιλογές της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής που όμως αντανακλούν την πορεία τρόπου λήψης αποφάσεων τελευταία. Παραδείγματα όπως η αμερικανική ιρανική εξωτερική πολιτική, η πολιτική στο Ιράκ αλλά πολύ περισσότερο το Συριακό με αποκορύφωμα την αμερικανική κουρδική πολιτική είναι χαρακτηριστικά. Στην περίπτωση της Συρίας επί παραδείγματι, η απόσυρση των αμερικανικών στρατευμάτων στο βορρά μετά την απελευθέρωση κομβικών περιοχών όπως η Ράκκα από το Ισλαμικό Κράτος και το πράσινο φως στην τουρκική εισβολή με ισχυρισμούς πως ”βρισκόμαστε στα σύνορά τους αρκετά καιρό...κρατήσαμε το πετρέλαιο” και από την άλλη η σύναψη πετρελαϊκής συμφωνίας των ΗΠΑ (μέσω της πετρελαϊκής εταιρείας Delta Crescent Energy LLC) με την αυτόνομη διοίκηση της βορειοανατολικής Συρίας (Rojavayê Kurdistan, WesternKurdistan, 11 November 2013) υπό την ηγεσία των Κούρδων προβάλλει τις τάσεις που επικρατούσαν το τελευταίο διάστημα στη διαχείριση των εξωτερικών ζητημάτων. Εν αντιθέσει, άλλες προτεραιότητες της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, όπως η προστασία του Ισραήλ, παρέμειναν σταθερές ή και ενισχύθηκαν όσον αφορά τη διαμόρφωση πολιτικής.

Έτσι αυτό το κενό ισχύος, ανεξαρτήτως έκφρασής του – είτε στο εσωτερικό είτε στο εξωτερικό – απορρέει από την έλλειψη συνοχής η οποία φαίνεται να συνεχίζεται εν απουσία μιας Προεδρίας που θα εκπροσωπεί τα πραγματικά αμερικανικά εθνικά συμφέροντα – ως κοινωνική επιταγή. Προϋπόθεση τέτοιων πολιτικών σχετίζεται άμεσα με την κατανόηση τόσο από τη διοίκηση όσο και των διαφόρων γραφειοκρατιών της για το τι συμβαίνει στον κόσμο. Στη βάση αυτή φαίνεται πως ο Τραμπ δεν είναι η αιτία αλλά η αφορμή για μια άλλη συστημική αλλαγή εντός ενός δημοκρατικού πλαισίου.