ΤΟ BLOG
09/07/2018 15:31 EEST | Updated 09/07/2018 15:31 EEST

Βία και επιθετικότητα: εγγενής ή επίκτητη;

Mondadori Portfolio via Getty Images

Ουκ ολίγες είναι οι προσπάθειες να δοθούν κοινωνικές, πολιτικοοικονομικές, ψυχολογικές εξηγήσεις που επιχειρούν ανεπιτυχώς να εκλογικεύσουν φαινομενικά «αναίτιες» ή «παράλογες» εκδηλώσεις της ανθρώπινης επιθετικότητας. Η έρευνα της επιθετικής βίας και της καταστροφικότητας έχει ως αφετηρία τη διερεύνηση της βιολογικής αιτιοκρατίας των εν λόγω γνωρισμάτων στην ανθρώπινη φύση και αν είναι συνυφασμένα με αυτή με ένα τρόπο αναγκαίο και αναπόφευκτο ή αν τελικά τον καθοριστικό ρόλο εκδήλωσής τους διαδραματίζουν οι περιβαλλοντικοί -κοινωνιολογικοί παράγοντες.

Αρχικά, είναι σαφές πως ο γονότυπος αποτελεί το γενικό πλαίσιο-εύρος εμφάνισης ενός χαρακτηριστικού στον άνθρωπο υπό ορισμένες συνθήκες. Έτσι και τα ένστικτα, προϋποθέτουν την ύπαρξη ερεθισμάτων μέσα στον κόσμο και προκαλούν ορισμένες αντιδράσεις. Για παράδειγμα, ο φόβος είναι η κινητήριος δύναμη της επιθετικότητας. Ωστόσο, η κοινωνική κατάσταση επηρεάζει αναφανδόν τη συμπεριφορά μας με τη μορφή αρχών, ρόλων, κανόνων, ιδεολογιών.

″Είμαστε όλοι ικανοί για τα πιο φοβερά εγκλήματα. Για να φανταστείς έναν κόσμο όπου αυτό δεν είναι η πραγματικότητα, όπου η κάθε κρίση δεν οδηγεί σε νέες αγριότητες, όπου η κάθε εφημερίδα δεν είναι γεμάτη με πόλεμο και βία, πρέπει να φανταστείς έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι παύουν να είναι άνθρωποι.” Από την ταινία ”Εισβολή” (2007) με τη Νικόλ Κίντμαν και τον Ντάνιελ Κρεγκ.

Η ταινία Εισβολή, με το φινάλε της, φαίνεται να συμφωνεί με τον Άγγλο θεωρητικό της νεωτερικής πολιτικής φιλοσοφίας, Τόμας Χομπς, ο οποίος αντίκειται στην αγαθή φύση του ατόμου. Μάλιστα, επισημαίνει ότι τα ορθολογικά άτομα στα πλαίσια ιμπεριαλιστικών πρακτικών και πολιτικών εμφορούνται από άκρατο ανταγωνισμό και προβαίνουν σε ωμότητες, παρά τον πολιτισμό και τις προσπάθειές τους να τιθασεύσουν τα βίαιά τους ένστικτα. Στο έργο του «Λεβιάθαν», ο Χομπς επιχείρησε να αποδείξει ότι όχι μόνο οι άνθρωποι δε διαθέτουν αγαθή φύση, αλλά «ο άνθρωπος για τον άνθρωπο είναι λύκος» (Homo homini lupus) και ότι η σκαιότητα, η καταστροφικότητα, η επιθετικότητα και βία αποτελούν διαχρονικά γνωρίσματα της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

Για τον Lorenz, το σημαντικότερο εκπρόσωπο της ηθολογικής θεωρίας, της οποίας βασικό μειονέκτημα αποτελεί η ερμηνεία της λειτουργίας των ανθρώπινων ενστίκτων με βάση αυτή των ενστίκτων των ζώων, η επιθετικότητα στον άνθρωπο δεν είναι μια αντίδραση σε εξωτερικές προσλαμβάνουσες, αλλά ένας έμφυτος εσωτερικός ερεθισμός, απεκδυόμενος το μανδύα της εξωτερικής πρόκλησης.

Εντούτοις, το μοντέλο της βιολογικής αιτιοκρατίας και της ενστικτώδους ορμής υπόκειται σε δριμεία κριτική εξαιτίας των ευρημάτων πολυσχιδών ανθρωπολογικών μελετών, όπου πρυτανεύει η εναπόθεση των αιτιών της καταστροφικής βίας σε περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς και πολιτιστικούς και εξωγενείς παράγοντες.

Η ατομική συμπεριφορά δεν αποτελεί παρά ένα αμάλγαμα επιρροής κοινωνικοπεριβαλλοντικών δυνάμεων, των προσωπικών γνωρισμάτων και του χαρακτήρα του ατόμου. Μέσα από την εύκολη και ασυναίσθητη υποτίμηση της δύναμης και της διάχυσης των καταστασιακών ελέγχων πάνω στη συμπεριφορά μας, ζούσε στην ουτοπία της ελευθερίας του εαυτού λόγω της δυσκολίας μας να τους αναγνώσουμε και να τους διακρίνουμε με την πρώτη ματιά.

Το Πείραμα Ζιμπάρντο (Πανεπιστημίο Στάνφορντ) θεωρείται, ίσως, το πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα στον τομέα της Ψυχολογίας που αντανακλά ακόμα και το ενδεχόμενο εκμηδενισμού των προδιαθέσεων της προσωπικότητας του ατόμου, των αξιών ή του παρελθόντος του μέσα από την εκδήλωση συμπεριφορών ξένων προς το ”εγώ” μας, υπό το καθεστώς επιβολής ισχυρών εξωτερικών συνθηκών.

Ο ίδιος διατάθηκε το εξής: «Η έρευνά μου για την απώλεια της ατομικής ταυτότητας (deindividuation), στο πείραμα της φυλακής του Stanford, έχει καταδείξει με πόση δύναμη εργαστηριακές καταστάσεις και καταστάσεις πεδίου μπορούν να ωθήσουν καλούς ανθρώπους να εκδηλώσουν συμπεριφορές τις οποίες μέχρι τότε θεωρούσαν αδιανόητες. Κατά τον ίδιο τρόπο, ο συνάδελφος μου, Stanley Milgram, σε πολλές μελέτες στις οποίες συμμετείχε ευρύ και ποικιλόμορφο δείγμα, κατέδειξε ότι η πλειονότητα των ανθρώπων μπορεί να καταλήξει να υπακούει τυφλά στις επιταγές της εξουσίας, υποβάλλοντας τα θύματα σε ηλεκτροσοκ που θα μπορούσαν να είναι θανατηφόρα».

Εν κατακλείδι, η αντιπαράθεση της Βιολογίας με τον Πολιτισμό ή του Γονιδιώματος με την Εξέλιξη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κοινωνιογνωσιακά ως ”άγονη”. Η εμμονή κάποιου/ας σε έναν από τους δύο πόλους και η μη σύζευγή τους, καταλήγει σε μια στείρα και διαστρεβλωμένη εικόνα της ανθρώπινης φύσης. Διότι, ναι μεν επιτυχία της πειραματικής μελέτης των μορφολογικών και μετρήσιμων χαρακτηριστικών των ανθρώπων είναι αναντίρρητη, μολαταύτα οι γνώσεις που διαθέτουμε για τα χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς είναι πολύ περιορισμένες, λόγω της πολυμορφικότητας και πολυπλοκότητάς τους μέσα στην ενιαία σύνθεση του ατομικό και του κοινωνικό αντιληπτικού πεδίου.

Bιβλιογραφία

1. Carrington, K.& Hogg R. (2002). Critical Criminology. Issues, debates, challenges. Willan Publishing, σελ.160

2. Μαρία Τζιράρκα, Το πείραμα Stanford και η ερμηνεία της βίας. Η απήχησή του στην εγκληματολογική θεωρία