Βιβλίο: Εργαλείο ωρίμανσης της κοινωνίας

«...δεν είναι βιώσιμη η ζωή χωρίς ανάγνωση...Μια τέτοια πεποίθηση, κατάλληλα καλλιεργούμενη, θα καταλήξει κάποτε σε μια διαφορετική Ελλάδα...»
|
Marco VDM via Getty Images

«Δεν έχουμε Καβάφη, μήπως θέλετε Καρυωτάκη;».

Πάλι καλά, θα μπορούσε να αντιπροτείνει Στήβεν Χώκινγκ ή Στέλιο Παρλιάρο! Συγγραφείς είναι και αυτοί, έργα τους πωλούνται στα βιβλιοπωλεία…

Σήμερα κάνουμε χιούμορ, αλλά για κάτι πολύ σοβαρό. Θα συστήσω να διαβάσετε το πρόσφατο άρθρο του Δημήτρη Καμπουράκη.

Είμαι τακτικός θαμώνας των βιβλιοπωλείων. Αν και δεν μού έχει συμβεί ακριβώς το ίδιο περιστατικό, μού ήταν γνώριμη η νοοτροπία. Πρόκειται για το φαινόμενο κατά το οποίο συμπαθή νεαρά άτομα εργάζονται σε βιβλιοπωλεία, όπως θα εργάζονταν σε καταστήματα κινητής τηλεφωνίας…

Το πρόβλημά μας, φυσικά, δεν είναι τα νέα παιδιά που ψάχνουν μια εργασία για να ζήσουν. Βγήκαν και αυτά λειτουργικώς αναλφάβητα από τα σχολεία μας, όπως η πλειονότητα. Αλλά περιστατικά σαν το παραπάνω αποτελούν συμπτώματα μιας κοινωνικής αρρώστιας, για την οποία επιχειρώ εδώ να αρθρώσω λόγο. Πρόκειται για την κατάσταση του βιβλίου στον τόπο μας.

Χρειάζεται μήπως να επιχειρηματολογήσουμε ότι το βιβλίο δεν είναι ένα οποιοδήποτε προϊόν; Μόνο κάποιος που δεν διαβάζει έχει ανάγκη από τέτοια επιχειρήματα. Αλλά τι λέω; Έχουμε πολλούς σαν αυτούς, δυστυχώς, στην ωραία μας χώρα. Η οποία, με το βάρος της ιστορίας της και του πολιτισμού της, θα όφειλε να είναι διεθνής πρωτοπόρος στην φιλαναγνωσία! (Παρεμπιπτόντως, προ ετών δημοσιεύθηκαν εκπλήσσοντα στοιχεία από μια έκθεση βιβλίου της Κωνσταντινούπολης: ασφυκτικά πλήθη, συμμετοχή των μαθητών, συστηματική φιλαναγνωσία στα σχολεία).

Το θλιβερό φαινόμενο των αναλώσιμων νεαρών υπαλλήλων βιβλιοπωλείων – για τους οποίους αβίαστα σχηματίζεις την εντύπωση ότι διαβάζουν ελάχιστα οι ίδιοι – υπήρχε πάντα σε αρκετά συνοικιακά βιβλιοπωλεία, επιδεινώθηκε δε όταν προέκυψαν τα μεγάλα καταστήματα (δηλαδή ‘σούπερ μάρκετ’) βιβλίων. Φυσικά, βρίσκεται σε έντονη αντίθεση με το παλαιό καθεστώς των ενημερωμένων υπαλλήλων (συνήθως βιβλιοπωλείων του κέντρου), στους οποίους χαιρόσουν να απευθύνεσαι και τους οποίους σπάνια συναντάς πλέον.

Πώς θα αποκτήσουμε βιβλιοπωλεία με βιβλιοφιλική παιδεία; Θα διατυπώσω μερικές προτάσεις χωρίς κανένα κύρος ειδικού, παρά μόνο με τον πόνο του βιβλιόφιλου. Αλλά και με την πεποίθηση ότι κάθε επένδυση στο βιβλίο αποδίδει εθνικούς και κοινωνικούς καρπούς.

- Αν αυτός που θα πουλήσει κινητά τηλέφωνα, ηλεκτρικές συσκευές, ή αυτοκίνητα χρειάζεται προηγουμένως κάποια εκπαίδευση ώστε να μπορεί να απαντήσει στις ερωτήσεις των πελατών, γιατί να μην απαιτείται αυτή και για τον υπάλληλο που θα πουλήσει βιβλία; Δεν θα πρέπει στοιχειωδώς να γνωρίζει κάτι πέρα από τους σύγχρονους συγγραφείς των μπεστ-σέλλερς, δηλαδή σημαντικούς ποιητές και πεζογράφους που δεν βρίσκονται στην ζωή; Το ίδιο και για τους συγγραφείς δοκιμίων και μελετών: πώς να τούς πουλήσει ή να τούς συστήσει όταν αγνοεί ο ίδιος βασικά γεγονότα της Ελληνικής και Ευρωπαϊκής Ιστορίας, ή όταν αδυνατεί να ξεχωρίσει μεταξύ των λογοτεχνικών ειδών (μαρτυρίας / βιογραφίας / μυθοπλασίας) κτλ;

Και μήπως μια τέτοια εκπαίδευση είναι αποστολή του Συλλόγου Εκδοτών; Επένδυση θα αποτελεί γι’ αυτούς η δαπάνη, διότι το οικονομικό όφελος μακροπρόθεσμα θα επιστρέψει σε αυτούς.

- Ότι χρειάζεται να μειωθεί η τιμή των βιβλίων, ούτε λόγος. Αλλά από πού; Οι συγγραφείς ήδη εισπράττουν ελάχιστα, οι μεταφραστές υποαμείβονται, οι εκδότες παλεύουν να επιβιώσουν αφού την οικονομική κρίση διαδέχθηκε η πανδημική. Μήπως είναι καιρός να σκεφθούμε την κατάργηση του ΦΠΑ, όχι μόνο στην πώληση του βιβλίου, αλλά και στην διαδικασία παραγωγής του;

Αυτή την στιγμή ο ΦΠΑ ανέρχεται στο 6% (ευτυχώς μειωμένο) στην φάση πώλησης του βιβλίου, αλλά στο 24% κατά τα διάφορα στάδια παραγωγής του (αμοιβές συγγραφέων, μεταφραστών, εικονογράφων, ατελιέ, τυπογραφείου). Η αποφασιστική πλήρης κατάργησή του, από τη μια θα μείωνε δραστικά την τελική τιμή, ενώ από την άλλη θα μετέδιδε ένα ισχυρό συμβολικό νήμα στην κοινωνία: το βιβλίο δεν είναι προϊόν σαν όλα τα άλλα.

Ουσιαστικά ό,τι χάσει το κράτος από την έμμεση φορολόγηση του βιβλίου θα τό κερδίσει πολλαπλάσια σε άλλους τομείς. Περισσότερη φιλαναγνωσία, ιδίως στους νέους, σημαίνει βελτίωση της σχολικής επίδοσης, μείωση της νεανικής (αργότερα και της ενήλικης) παραβατικότητας, μείωση της νεανικής ψυχοπαθολογίας και της συνακόλουθης δαπάνης σε ψυχοθεραπείες κτλ. Και τούτο διότι, όπως έχει πλέον γίνει σαφές από τις παρενέργειες της κυριαρχίας της εικόνας, η υποχώρηση της ανάγνωσης εντύπων μέσων εξωθεί σε υπερβολική χρήση, έως παντοδυναμίας, των ηλεκτρονικών μέσων, με αποτέλεσμα να σπρώχνεται στο περιθώριο η ανάγνωση στην οθόνη κάτω από την γοητεία της διαδικτυακής αναζήτησης, των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, και των ηλεκτρονικών παιγνιδιών. (Βέβαια, έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχουν σε οθόνες όλα όσα μπορεί να βρει κανείς σε βιβλία). Και να μην παραλείψω την υπενθύμιση ότι νίκη της οθόνης απέναντι στο χαρτί εγκυμονεί και ατυχήματα που δεν αποτιμώνται οικονομικά, όπως πχ ευαλωτότητα του πολίτη απέναντι στον λαϊκισμό.

Με άλλα λόγια, η συντριπτική κυριαρχία της οθόνης δημιουργεί τις ψυχολογικές συνθήκες ώστε να μην διεξάγεται πάνω της η αναγνωστική λειτουργία και να προτιμώνται ψυχαγωγικές δραστηριότητες. Αυτό καταλήγει σε προφανή μείωση της ολικής φιλαναγνωσίας. Εν ολίγοις, η αποφυγή της ανάγνωσης αχρηστεύει σπουδαία δημιουργικά μονοπάτια του εγκεφάλου, ενισχύοντας άλλα (ψυχαγωγικά) που προδιαθέτουν προς εθισμό. Μεταφράζω: η τόση συνηθισμένη φράση «δεν μού αρέσει το διάβασμα» πρέπει να σημάνει συναγερμό για μια κοινωνία που τήν ενδιαφέρει το μέλλον της, επειδή προοιωνίζεται βαρύτατους ψυχολογικούς και κοινωνικοπολιτικούς κινδύνους (Για κάποια τεκμηρίωση κοιτάξτε εδώ)..

Είναι επείγουσα ανάγκη οι επόμενες γενιές να διαπαιδαγωγηθούν με τα συμβολικά μηνύματα ότι μπορούμε να κάνουμε χωρίς καινούργια ρούχα, έπιπλα, κοσμήματα κ.ο.κ., αλλά δεν είναι βιώσιμη η ζωή χωρίς ανάγνωση. (Βλέπε το άρθρο μου «Ανθρωπιστικές σπουδές μέσα σε αλλαγή παραδείγματος; Μάλλον κάτι διέφυγε της προσοχής μας», στο βιβλίο Μουσικές για την ψυχή και για τον κόσμο). Μια τέτοια πεποίθηση, κατάλληλα καλλιεργούμενη, θα καταλήξει κάποτε σε μια διαφορετική Ελλάδα. Αλλά εδώ απαιτούνται πολιτικοί που μπορούν να οραματισθούν κάτι το οποίο εκτείνεται πιο πέρα από τις επόμενες εκλογές…

Πήγαινε στην αρχική σελίδα