ΔΙΕΘΝΕΣ
09/08/2021 07:08 EEST | Updated 09/08/2021 09:15 EEST

Γιατί η ΕΕ θα πληρώσει πολύ πιο ακριβά τα εμβόλια Pfizer, Moderna στις νέες παραγγελίες

Είναι μόνο η αλλαγή των όρων στη σύμβαση ή μήπως η μεγάλη διαπραγματευτική ισχύ των εταιρειών;

Pier Marco Tacca via Getty Images
Φιαλίδια του εμβολίου Pfizer-BioNTech (Βενετία, Ιταλία, Απρίλιος 2021)

Πριν από περίπου μια εβδομάδα, οι Financial Times αποκάλυψαν πως οι τιμές των εμβολίων για την Covid-19 των εταιρειών Pfizer/BioNTechk και Moderna επί των οποίων η ΕΕ συμφώνησε για τις νέες παραγγελίες τους, είναι σημαντικά αυξημένες συγκριτικά με αυτές των πρώτων συμφωνιών.

Συγκεκριμένα, αποκαλύφθηκε πως η ΕΕ συμφώνησε να πληρώσει στην Pfizer και τη BioNTech 19,5 ευρώ (23,1 $) για κάθε εμβόλιο για τον COVID-19 στο πλαίσιο σύμβασης που υπογράφηκε τον Μάιο για έως 1,8 δισ. δόσεις. Η προηγούμενη συμφωνία προέβλεπε την αγορά 500 εκατ. εμβολίων έναντι 15,5 ευρώ το ένα. Αντίστοιχα η τιμή του ενός εμβολίου για την Moderna αυξήθηκε στα 25,5 δολάρια τη δόση για 300 εκατομμύρια δόσεις, από 22,6 δολάρια το εμβόλιο που ήταν η πρώτη συμφωνία για 160 εκατ. δόσεις. 

Πως δικαιολογούν όμως οι Βρυξέλλες αυτή τη συμφωνία και την μεγάλη αύξηση στην τιμή των εμβολίων στην οποία συμφώνησε;  

Σύμφωνα με το Reuters, η ΕΕ  συμφώνησε να πληρώσει ένα premium για τις νέες παραγγελίες εμβολίων COVID-19 επειδή απαιτεί αυστηρότερους όρους, όπως τουλάχιστον υποστηρίζουν ευρωπαίοι αξιωματούχοι, καθώς το μπλοκ προσπαθεί να διασφαλίσει τις προμήθειες μετά την δύσκολη πρώτη φάση  της εκστρατείας εμβολιασμού. Γιατί βέβαια η τήρηση των όρων μιας συμφωνίας που ούτως ή άλλως περιλαμβάνει ρήτρες σε περίπτωση αθέτησης των υποχρεώσεων από οποιαδήποτε συμβαλλόμενο, οδήγησε σε αύξηση της τιμής, δεν επεξηγήθηκε.  

Xinhua News Agency via Getty Images
Πρόεδρος της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν

Η υψηλότερη τιμή είναι και πάλι πάντως μικρότερη από ό,τι οι Ηνωμένες Πολιτείες συμφώνησαν να πληρώσουν στην τελευταία τους παραγγελία τον Ιούλιο.

Αξίζει όμως να σημειωθεί πως αν και η τιμή του εμβολίου της Moderna εξακολουθεί να βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο του εύρους τιμής που είχε ανακοινώσει και ήταν μεταξύ  25 και 37 δολαρίων η Pfizer και η BioNTech εκτόξευσαν την τιμή τους αν και προηγουμένως οι υπεύθυνοι δήλωναν ότι οι τιμές θα ήταν χαμηλότερες για συμφωνίες μεγαλύτερου αριθμού εμβολίων.

Η ευρωβουλευτής Τιτσιάνα Μπετζίν, μέλος του του κόμματος των 5 αστέρων της Ιταλίας, δήλωσε πως οι εταιρείες λήστεψαν την ΕΕ υποστηρίζοντας μάλιστα πως η συμφωνία σε αυτές τις τιμές είναι κάτι το «ανεξήγητο». 

Άλλοι πάλι, είπαν ότι υπάρχουν καλοί λόγοι για να πληρώσουν περισσότερα και ότι οι συνθήκες έχουν αλλάξει πολύ σε σχέση με τις πρώτες συμφωνίες με τους φαρμακευτικές εταιρίες πέρυσι.

Από την πλευρά του υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Γαλλίας Κλεμέντ Μπούν δήλωσε στο γαλλικό ραδιόφωνο RFI τη Δευτέρα αυτές οι πιθανότατα υψηλότερες τιμές βρίσκονται ακόμη υπό διαπραγμάτευση και είναι αποτέλεσμα αυστηρότερων ρητρών σε ό,τι αφορά τις μεταλλάξεις του κοροονοϊού, την παραγωγή και τις παραδόσεις.

Ένας άλλος ευρωπαίος αξιωματούχος εξοικειωμένος με τις διαπραγματεύσεις με τους κατασκευαστές εμβολίων είπε ότι η αξία τους αυξήθηκε αφού προέκυψαν στοιχεία για την αποτελεσματικότητά τους και για τον θετικό αντίκτυπο που είχαν στη βοήθεια της οικονομίας να ανακάμψει από την πανδημία. «Αρκετοί παράγοντες έπαιξαν ρόλο», είπε, μιλώντας υπό τον όρο της ανωνυμίας.

picture alliance via Getty Images
Φιαλίδια των εμβολίων Pfizer/Biontech, Astrazeneca, Johnson & Johnson, Moderna 

 

Διαπραγματευτική δύναμη της Pfizer

Όλα τα εμβόλια που χρησιμοποιούνται στην Ευρώπη έχουν αποδειχθεί ότι έχουν ευεργετική επίδραση, αλλά αυτά που κατασκευάστηκαν από την AstraZeneca (AZN.L) και την Johnson & Johnson, αντιμετώπισαν περιορισμούς στη χρήση τους στην ΕΕ λόγω ανησυχιών ότι σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να οδηγήσουν στην εμφάνιση θρομβώσεων. Ακόμη και στη Βρετανία υπήρξε σύσταση να μην χορηγείται σε άτομα κάτω των 40 ετών εφόσον υπάρχει άλλο διαθέσιμο εμβόλιο. 

Βέβαια προσφάτως καταγράφηκαν-αρχικά στο Ισραήλ και αργότερα και σε άλλες χώρες- και σοβαρά, αν και εξίσου σπάνια όπως στην περίπτωση των θρομβώσεων, περιστατικά μυοκαρδίτιδας σε άτομα που εμβολιάστηκαν με το εμβόλιο της Pfizer. Ωστόσο, σε αυτή την περίπτωση δεν προκλήθηκε αντίστοιχο κύμα ανησυχίας και άρνησης εμβολιασμού με το σκεύασμα όπως έγινε με αυτό της AstraZeneca.

Βέβαια, AstraZeneca και Johnson & Johnson, και κυρίως η πρώτη, είχε και σοβαρά προβλήματα έγκαιρης παράδοσης των δόσεων για τις οποίες έχει δεσμευτεί προς την ΕΕ γεγονός που οδήγησε σε μια σφοδρή διαμάχη η οποία έχει πάρει πλέον τη νομική οδό.

Όπως εκτιμά το Reuters, η διαπραγματευτική δύναμη της Pfizer/BioNTech και της Moderna έχει αυξηθεί ενώ πρόσθετες απαιτήσεις της ΕΕ είναι πιθανό να αυξήσουν το κόστος κατασκευής και παράδοσης εμβολίων.

GEOFFROY VAN DER HASSELT via Getty Images
Εμβολιασμός στη Γαλλία στο χώρο όπου οπαδοί του ποδοσφαίρου παρακολουθούν αγώνες του EURO 2020 (23 Ιουνίου 2021, Παρίσι)

Εκπρόσωπος της Pfizerαρνήθηκε να σχολιάσει τις αυξημένες τιμές για την ΕΕ αλλά είπε ότι η τελευταία σύμβαση με την ΕΕ ήταν διαφορετική από την αρχική, συμπεριλαμβανομένων θεμάτων που αφορούσαν την παραγωγή και την παράδοση. Η δε Modernaδεν απάντησε σε αίτημα για σχόλιο.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία συντονίζει τις διαπραγματεύσεις με τους κατασκευαστές εμβολίων μαζί με τους εκπροσώπους των κυβερνήσεων της ΕΕ, αρνήθηκε να επίσης να σχολιάσει επίσημα, επικαλούμενη ρήτρες εμπιστευτικότητας.

Νωρίτερα φέτος κάποιοι νομοθέτες, μέσα ενημέρωσης και ορισμένοι αναλυτές επέκριναν το μπλοκ για το ότι πλήρωνε πολύ λίγα για την αρχική προμήθεια εμβολίων COVID-19, υποστηρίζοντας μάλιστα ότι αυτό είχε συμβάλει στις αρχικές καθυστερήσεις στην προσπάθεια εμβολιασμού.

«Είναι εύκολο να επικρίνεις την ΕΕ επειδή ξοδεύει λίγα και με αργούς ρυθμούς ή επειδή ξοδεύει πάρα πολλά», σχολίασε η Τζιοβάννα Ντε Μάιο, από αμερικανική ερευνητική ομάδα Brookings Institution. «Η πραγματικότητα είναι πολύ πιο περίπλοκη και ίσως είναι σωστό να δοθεί προτεραιότητα στην πρόσβαση στα εμβόλια και όχι στο κόστος, δεδομένου του ρυθμού με τον οποίο εξαπλώνεται η μετάλλαξη Δέλτα».

Στις 23 Ιουλίου, η Ουάσιγκτον αγόρασε επιπλέον 200 εκατομμύρια εμβόλια από την Pfizer σε τιμή 24 δολαρίων τη δόση (20,1 ευρώ), ανέφερε η εταιρεία, από 19,5 δολάρια που οι ΗΠΑ πλήρωσαν για τα πρώτα 300 εκατομμύρια εμβόλια.

Η Pfizer είπε ότι οι υψηλότερες τιμές στις ΗΠΑ αντικατοπτρίζουν τις επενδύσεις που απαιτούνται για την παραγωγή, τη συσκευασία και την παράδοση νέων σκευασμάτων του εμβολίου, καθώς και το επιπλέον κόστος για την παραγωγή μικρότερων μεγεθών συσκευασίας που ταιριάζουν σε «μεμονωμένα γραφεία παροχής ιατρικών υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων αυτά των παιδίατρων».

 

picture alliance via Getty Images

 

MADE IN THE EU

Όταν η ΕΕ συμφώνησε τον Μάιο για την τρίτη σύμβαση προμήθειας με την Pfizer για έως και 1,8 δισεκατομμύρια δόσεις, η Επιτροπή είπε ότι η νέα σύμβαση απαιτεί τα εμβόλια να κατασκευάζονται στην ΕΕ και τα βασικά συστατικά να προέρχονται από χώρες εντός του μπλοκ.

Στις πρώτες συμφωνίες προμήθειας, η ΕΕ είχε απαιτήσει να κατασκευάζονται επί κοινοτικού εδάφους μόνο εμβόλια στην ΕΕ και όχι τα συστατικά τους.

Η συγκέντρωση της παραγωγής στην Ευρώπη μπορεί να βοηθήσει στην εξασφάλιση του εφοδιασμού τώρα που οι γραμμές παραγωγής είναι καλά εγκατεστημένες αλλά είναι επίσης πιθανό να αυξήσει το κόστος.

Η Κομισιόν ανέφερε επίσης σε δήλωσή της ότι βάσει της νέας σύμβασης «σε ό,τι αφορά προμήθειες για τις αρές του 2022, οι παραδόσεις στην ΕΕ είναι εγγυημένες» ενώ στο πλαίσιο της πρώτης σύμβασης η Pfizer έπρεπε μόνο να καταβάλει τις καλύτερες δυνατές προσπάθειες για την αποστολή του προκαθορισμένου αριθμού δόσεων εμβολίων, εντός καθορισμένων προθεσμιών.

Η Pfizer έχει τηρήσει μέχρι τώρα τις δεσμεύσεις της προς την ΕΕ και έχει επιτύχει ελαφρώς περισσότερα από ό, τι είχε αρχικά προγραμματιστεί το πρώτο τρίμηνο του έτους.

Μια άλλη μεγάλη αλλαγή από τις πρώτες συμβάσεις είναι η εμφάνιση των μεταλλάξεων του κορονοϊού που σημαίνει ότι κάποια εμβόλια μπορεί να μην είναι αποτελεσματικά για αυτές.

Αξιωματούχοι της ΕΕ δήλωσαν ότι οι κυβερνήσεις θα μπορούσαν να αρνηθούν να αγοράσουν εμβόλια που δεν προστατεύουν από μεταλλάξει ενώ οι εταιρείες θα πρέπει να προσαρμόσουν γρήγορα τα εμβόλιά τους, ενδεχομένως με σημαντικό κόστος.

Πηγές: Reuters, Financial Times