ΤΟ BLOG
04/02/2017 07:48 EET | Updated 05/02/2018 07:12 EET

Το κοινωνικό κόστος του άνθρακα, η νέα κυβέρνηση των ΗΠΑ και η κλιματική αλλαγή

Μήπως μπορεί να υπάρξει μια αντίστοιχη προσέγγιση και στην Ελλάδα ώστε να υπολογίζεται το «κοινωνικό κόστος, ή όφελος, του άνθρακα» κάθε φορά που μια ρυπογόνα εγκατάσταση μπαίνει σε λειτουργία ή αποσύρεται αντίστοιχα; Γεγονός είναι πάντως ότι ενώ η Ελλάδα έχει προσυπογράψει τη συμφωνία των Παρισίων για την κλιματική αλλαγή, την ίδια στιγμή καταναλώνει τις μεγαλύτερες κατά κεφαλήν ποσότητες λιγνίτη παγκοσμίως. Αν δεν επιταχυνθεί η μετάβαση στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η χώρα μέσα σε μια δεκαετία θα βρεθεί αντιμέτωπη με νέες προκλήσεις, τις οποίες θα είναι δύσκολο να αντιμετωπίσει, εκτιμούν οι ειδικοί.

Lukas Schulze via Getty Images

Υπάρχει μια σχεδόν ομόφωνη παραδοχή στο πλαίσιο της επιστημονικής κοινότητας που υποστηρίζει ότι η υπερθέρμανση του πλανήτη πρέπει να αντιμετωπιστεί άμεσα για να αποτραπούν καταστροφικές συνέπειες μέχρι το 2050.

Η συμφωνία ορόσημο των Παρισίων για το κλίμα (COP21) τον περασμένο χρόνο έθεσε ως στόχο τον περιορισμό της αύξησης της παγκόσμιας μέσης θερμοκρασίας στην επιφάνεια της Γης κάτω από τους 2°C, σε σχέση με την προβιομηχανική εποχή, προκειμένου να αποφευχθούν οι πλέον επικίνδυνες επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.

Η Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή υποδεικνύει ότι η άνοδος της θερμοκρασίας είναι αυτή που προκαλεί το λιώσιμο των πάγων στους πόλους και κατά συνέπεια άνοδο της στάθμης της θάλασσας, έντονες ξηρασίες και ελλείψεις τροφής που έχουν εκδηλωθεί σε πολλά μέρη του κόσμου. Φυσικές καταστροφές, σοβαροί κίνδυνοι για την ανθρώπινη υγεία, μείωση της γεωργικής παραγωγής και χαμηλότερη οικονομική ανάπτυξη, πέραν των άλλων, αποτιμώνται και σε οικονομικό κόστος, το λεγόμενο «κοινωνικό κόστος του άνθρακα», εξαιτίας των ζημιών που προκαλεί η εκπομπή κάθε νέου τόνου διοξειδίου του άνθρακα που εισέρχεται στην ατμόσφαιρα με άμεσες επιπτώσεις στην κοινωνία.

Το «κοινωνικό κόστος του άνθρακα» προσδιορίστηκε για πρώτη φορά από ομάδα εργασίας της κυβέρνησης των ΗΠΑ το 2010 η οποία συγκλήθηκε για αυτό το σκοπό. Στη συνέχεια επανεκτιμήθηκε το 2013. Το κόστος έχει οριστεί σε περίπου $36 ανά τόνο διοξειδίου του άνθρακα. Έκτοτε η τιμή αυτή έχει χρησιμοποιηθεί στη δημιουργία πολλών ομοσπονδιακών περιβαλλοντικών κανονισμών συμπεριλαμβανομένου του σχεδίου Clean Power Plan.

Οικονομικές έρευνες δεκαετιών απέδειξαν ότι η χρήση των ορυκτών καυσίμων και οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, χωρίς οικονομική αποτίμηση των συνεπειών τους, είχαν οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα. Η κυβέρνηση Ομπάμα και άλλοι ηγέτες του κόσμου έχουν ακολουθήσει μια επιθετική πολιτική στην προσπάθεια να μειωθούν οι αέριες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα και να αποτραπεί η υπερθέρμανση του πλανήτη. Από την άλλη πλευρά όμως ο νέος, Ρεπουμπλικανός, πρόεδρος των ΗΠΑ έχει επανειλημμένα εκφράσει δημόσια την αντίθεσή του σε ό,τι αφορά στα θέματα αυτά παρότι η Αμερική είναι μια από τις χώρες με τις μεγαλύτερες αέριες εκπομπές παγκοσμίως.

Ο κύριος Τραμπ, πριν ακόμη ορκιστεί ως πρόεδρος, είχε ορκιστεί να ακυρώσει την συμφωνία των Παρισίων και να παραβλέψει πολλές από τις δεσμεύσεις που αφορούν στη μείωση εκπομπών από τα ορυκτά καύσιμα, παρότι οι ΗΠΑ τις έχουν προσυπογράψει. Μάλιστα είχε αναφερθεί και περιγράψει την κλιματική αλλαγή ως επινόηση των Κινέζων και ότι πρόκειται για μια ακριβή απάτη. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι μέσα σε λίγη ώρα από την ορκωμοσία του, στις 20 Ιανουαρίου 2017, η ιστοσελίδα του Λευκού Οίκου είχε ανανεωθεί διευκρινίζοντας ότι ο πρόεδρος δεσμεύεται να εξαφανίσει τις επιζήμιες πολιτικές όπως το Climate Action Plan. Την ίδια στιγμή πάντως δεν υπήρξε καμία αναφορά στη συμφωνία των Παρισίων (COP21) και τις δεσμεύσεις της Αμερικής. Όμως τα σύννεφα πέφτουν βαριά, δεδομένου ότι το επιτελείο του απαρτίζεται από άτομα όπως ο επικεφαλής της EPA (Υπηρεσία Προστασίας του Περιβάλλοντος), ο Υπουργός Ενέργειας, και ο Υπουργός Εσωτερικών υποθέσεων, που είναι γνωστοί τόσο ως αμφισβητίες της κλιματικής αλλαγής όσο και για τη σχέση τους με πετρελαϊκά και άλλα συμφέροντα.

Η επιλογή του Rex Tillerson, που από τη θέση του διευθύνοντος συμβούλου της ExxonMobil μεταπηδά για να αναλάβει τη θέση του Υπουργού Εξωτερικών (Secretary of State) των ΗΠΑ, επίσης δεν είναι τυχαία, ούτε εξέπληξαν αυτά που κατέθεσε όταν κλήθηκε ενώπιον της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας στο Καπιτώλιο. Ναι μεν παραδέχτηκε ότι «υπάρχει ο κίνδυνος της κλιματικής αλλαγής, με αρκετά σοβαρές συνέπειες ώστε να πρέπει να ληφθούν μέτρα», δεν έδειξε εντούτοις να θεωρεί το θέμα αυτό ως μια επείγουσα υπόθεση για να αναληφθεί άμεσα δράση.

Το ερώτημα που τίθεται από πολλούς πλέον είναι κατά πόσο υπάρχει το νομικό πλαίσιο για να γίνει μια εκ βάθρων ανατροπή στην πολιτική του προέδρου Ομπάμα και κατά συνέπεια να κλονιστεί η ισχύς της συμφωνίας των Παρισίων, εξαιτίας μιας αλλαγής στάσης της Αμερικής. Σε επιμέρους θέματα, όπως αυτό για το «κοινωνικό κόστος του άνθρακα», είναι σχεδόν βέβαιο ότι η νέα κυβέρνηση δεν θα μπορεί να κάνει σημαντικές ανατροπές χωρίς να παρέχει επαρκή επιστημονική και οικονομική τεκμηρίωση, υποστηρίζει ο Richard Revesz, ένας καθηγητής Νομικών και Επίτιμος Κοσμήτορας της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης. Σε αντίθετη περίπτωση, η οποιαδήποτε κίνηση αμφισβήτησης θα μπορεί να προσβληθεί στο δικαστήριο ως διαβλητή και αυθαίρετη.

Η Εθνική Ακαδημία Επιστημών (National Academy of Sciences) προκειμένου να βρεθεί προετοιμασμένη για ένα τέτοιο ενδεχόμενο έχει συστήσει μια επιτροπή εμπειρογνωμόνων και επανεξετάζει το μοντέλο με τις οικονομικές πτυχές της κλιματικής αλλαγής. Έτσι θα μπορεί να επικαλεστεί και να βάλει στο τραπέζι των συνομιλιών και τα νέα στοιχεία που θα προκύψουν, σε περίπτωση που ζητηθεί να γίνει αναθεώρηση του «κοινωνικού κόστους του άνθρακα». Ήδη, μια επιστημονική δημοσίευση του 2015 εκτιμούσε ότι σε προηγούμενα μοντέλα δεν είχε ληφθεί αρκετά υπόψη η επίδραση των υψηλότερων θερμοκρασιών στο ΑΕΠ. Μόλις οι συγγραφείς του το συνυπολόγισαν, βρήκαν ότι το «κοινωνικό κόστος του άνθρακα» εκτινάχθηκε στα ύψη, μέχρι περίπου $220 ανά τόνο διοξειδίου του άνθρακα.

Και άλλες χώρες πλην των ΗΠΑ (Καναδάς, Γαλλία, Γερμανία, Μεξικό, Νορβηγία, Αγγλία) έχουν κάνει τις δικές τους ανεξάρτητες εκτιμήσεις και έχουν εισάγει το «κοινωνικό κόστος του άνθρακα» στη θεσμοθέτηση των δικών τους κανονιστικών ρυθμίσεων. Στην Αμερική, η πολιτεία της Μινεσότα χρησιμοποίησε πρόσφατα το «κοινωνικό κόστος του άνθρακα» για να υπολογίσει την αξία της ηλιακής ενέργειας.

Μήπως μπορεί να υπάρξει μια αντίστοιχη προσέγγιση και στην Ελλάδα ώστε να υπολογίζεται το «κοινωνικό κόστος, ή όφελος, του άνθρακα» κάθε φορά που μια ρυπογόνα εγκατάσταση μπαίνει σε λειτουργία ή αποσύρεται αντίστοιχα; Γεγονός είναι πάντως ότι ενώ η Ελλάδα έχει προσυπογράψει τη συμφωνία των Παρισίων για την κλιματική αλλαγή, την ίδια στιγμή καταναλώνει τις μεγαλύτερες κατά κεφαλήν ποσότητες λιγνίτη παγκοσμίως. Αν δεν επιταχυνθεί η μετάβαση στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η χώρα μέσα σε μια δεκαετία θα βρεθεί αντιμέτωπη με νέες προκλήσεις τις οποίες θα είναι δύσκολο να αντιμετωπίσει, εκτιμούν οι ειδικοί. Στο μεταξύ, καλό θα ήταν με δεδομένο το «κοινωνικό κόστος του άνθρακα» να υπάρξουν κίνητρα για βιώσιμη ανάπτυξη στον τομέα της Ενέργειας.