Σφοδρές αντιδράσεις προκαλεί η δημιουργία Μητρώου Φερεγγυότητας Ενοικιαστών, που αναμένεται να τεθεί σε εφαρμογή το 2026 και έχει χαρακτηριστεί από πολλούς ως «Τειρεσίας των ενοικιαστών». Σε μια αγορά όπου τα ενοίκια έχουν εκτοξευθεί και τα εισοδήματα δεν ακολουθούν, κάθε νέα παρέμβαση αντιμετωπίζεται με καχυποψία!
Από τη μία πλευρά ιδιοκτήτες που ζητούν μεγαλύτερη ασφάλεια στις μισθώσεις και από την άλλη ενοικιαστές που φοβούνται ότι θα στιγματιστούν σε μια ήδη ασφυκτική αγορά. Το πραγματικό ερώτημα, όμως, δεν είναι αν θα καταγράφεται η συνέπεια των ενοικιαστών, αλλά αν το μέτρο αυτό μπορεί να αγγίξει τον πυρήνα του προβλήματος. Τα ενοίκια που αυξάνονται ταχύτερα από τα εισοδήματα και μια αγορά κατοικίας που αδυνατεί να προσφέρει προσιτές λύσεις για τη μεγάλη πλειονότητα των πολιτών.
Το Μητρώο Φερεγγυότητας Ενοικιαστών αποτελεί ένα ψηφιακό εργαλείο που, σύμφωνα με κυβερνητικά στελέχη, που θα τεθεί σε πιλοτική εφαρμογή στις αρχές του 2026 και προβλέπεται να λειτουργήσει πλήρως από τα μέσα της ίδιας χρονιάς. Το μέτρο αυτό αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο αξιολογούνται οι υποψήφιοι ενοικιαστές πριν από την υπογραφή κάθε νέας μίσθωσης, με στόχο να περιοριστούν οι «τυφλές» μισθώσεις και να δοθεί στους ιδιοκτήτες μια αξιόπιστη ένδειξη της μισθωτικής συμπεριφοράς των ενοικιαστών.
Στην πράξη, η βάση αυτή θα καταγράφει στοιχεία που αντλούνται από τα ψηφιακά συστήματα της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) και θα συνδέονται με τα δηλωμένα μισθωτήρια συμβόλαια. Θα λαμβάνονται υπόψη στοιχεία όπως:
- καθυστερήσεις ή συστηματικές αθετήσεις πληρωμών,
- ληξιπρόθεσμες οφειλές από δηλωμένα μισθώματα,
- περιπτώσεις τελεσίδικων αποφάσεων για απλήρωτα ενοίκια.
Με βάση αυτά, θα διαμορφώνεται ένα συνοπτικό «προφίλ συνέπειας» για κάθε ενοικιαστή, το οποίο ο ιδιοκτήτης θα μπορεί να λαμβάνει υπόψη πριν από τη μίσθωση, χωρίς όμως να έχει πρόσβαση σε αναλυτικά οικονομικά δεδομένα. Κάθε έλεγχος θα γίνεται με τη συναίνεση του ενοικιαστή, όπως προβλέπεται στο νέο πλαίσιο προστασίας των προσωπικών δεδομένων. Παράλληλα, ο ίδιος ο υποψήφιος ενοικιαστής θα μπορεί να προσκομίζει πιστοποιητικό φερεγγυότητας, που θα βεβαιώνει την απουσία ληξιπρόθεσμων οφειλών και θα ενισχύει την αξιοπιστία του στις διαπραγματεύσεις πριν από ένα συμβόλαιο.
Οι υποστηρικτές του μέτρου επισημαίνουν ότι ένα τέτοιο σύστημα θα μπορούσε να αποθαρρύνει τους κακοπληρωτές, να μειώσει το ρίσκο για τους ιδιοκτήτες και να βοηθήσει να επιστρέψουν περισσότερα ακίνητα στη μακροχρόνια αγορά ενοικίασης, κάτι που έως τώρα εμποδίζεται εν μέρει από την αβεβαιότητα για την οικονομική συνέπεια των ενοικιαστών.
Ωστόσο, το πρόβλημα της αγοράς κατοικίας και των ενοικίων δεν είναι μονοδιάστατο. Η εκδήλωση συνεχώς υψηλών μισθωμάτων δεν αποδίδεται μόνο σε ζητήματα φερεγγυότητας, έχει βαθιές ρίζες στη συνολική ανισορροπία προσφοράς και ζήτησης, στην εντατική χρήση ακινήτων για βραχυχρόνια μίσθωση, στις διαρθρωτικές αδυναμίες της αγοράς, αλλά και στην αδυναμία σημαντικού μέρους των πολιτών να αποταμιεύσει επαρκώς ή να αυξήσει το εισόδημά του εν μέσω αυξανόμενων τιμών αγαθών και υπηρεσιών. Αν και η Ελλάδα δεν διαθέτει πλήρη συγκριτικά στοιχεία για την ευρωπαϊκή εικόνα, μελέτες δείχνουν ότι ένα μεγάλο ποσοστό του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών κατευθύνεται στη στέγαση – σε κάποιες εκτιμήσεις σχεδόν το 35% – σηματοδοτώντας πόσο βαρύ είναι το κόστος αυτό σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η δημιουργία του Μητρώου Φερεγγυότητας είναι μια προσπάθεια προσαρμογής της ελληνικής αγοράς σε πιο σύγχρονες πρακτικές που εφαρμόζονται σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, και μπορεί να συμβάλει στη βελτίωση της λειτουργίας των μισθώσεων.
Για να υπάρξει ουσιαστική αποσυμπίεση των ενοικίων και ανακούφιση των νοικοκυριών, η κυβέρνηση προωθεί ένα συνολικότερο σχέδιο που συνδυάζει αυξημένη προσφορά κατοικιών, φορολογικά κίνητρα για μακροχρόνιες μισθώσεις, ευρύτερη στήριξη των ενοικιαστών με περιορισμένα εισοδήματα, αλλά και μέτρα που εκτιμάται ότι αντιμετωπίζουν τις δομικές δυσλειτουργίες της αγοράς.
Σε κάθε περίπτωση, η εφαρμογή του Μητρώου μέσα στο 2026 αποτελεί ένα κρίσιμο βήμα που αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η αγορά ενοικίων και αναδεικνύει την ανάγκη για συνεχή παρακολούθηση, αξιολόγηση και πιθανή προσαρμογή των πολιτικών που σχετίζονται με το δικαίωμα στη στέγη.