Περισσότερο χρόνο στις ενεργοβόρες βιομηχανίες για να μειώσουν τους ρύπους τους, επιτρέποντάς τους έως το 2038 να εξακολουθήσουν να λαμβάνουν δωρεάν άδειες για μέρος των εκπομπών τους, αλλά με αντάλλαγμα υποχρεωτικές επενδύσεις στην Ευρώπη, προβλέπει το νέο πακέτο που παρουσίασε την Παρασκευή η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ταυτόχρονα, η Κομισιόν θέτει για πρώτη φορά στόχο να διπλασιαστεί έως το 2040 η χρήση ηλεκτρικής ενέργειας σε σπίτια, μεταφορές και εργοστάσια, από το 23% στο 46% της συνολικής κατανάλωσης.
Στην πράξη, η λεγόμενη ηλεκτροποίηση σημαίνει αντλίες θερμότητας αντί για λέβητες αερίου και πετρελαίου, ηλεκτρικά αυτοκίνητα αντί για κινητήρες καύσης και ηλεκτρικούς λέβητες και κλιβάνους αντί για βιομηχανικές εγκαταστάσεις που καίνε ορυκτά καύσιμα. «Χρειάστηκε από την Εποχή του Λίθου έως σήμερα για να φτάσουμε στο 23% και τώρα θέλουμε να το διπλασιάσουμε μέσα σε 14 χρόνια», δήλωσε ο επίτροπος Ενέργειας Νταν Γιόργκενσεν.
Το πακέτο προβλέπει ακόμη ότι από το 2029 οι αεροπορικές εταιρείες θα πληρώνουν για τους ρύπους των πτήσεων που αναχωρούν από την Ευρώπη προς προορισμούς σε απόσταση έως 5.000 χιλιομέτρων. Στη ναυτιλία, στο σύστημα εντάσσονται πλοία από 400 κόρους ολικής χωρητικότητας, ενώ περίπου 15 δισ. ευρώ ετησίως θα επιστρέφουν στον κλάδο για βιώσιμα καύσιμα και καθαρότερες τεχνολογίες.
Η δέσμη περιλαμβάνει τη σημαντικότερη αναθεώρηση του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών από τη μεταρρύθμιση του 2023, νέο Σχέδιο Δράσης για την Ηλεκτροποίηση και νομοθετική πρόταση για τις χρεώσεις δικτύου και τους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος.
Ο επίτροπος για το Κλίμα Βόπκε Χούκστρα υποστήριξε ότι στόχος είναι το ETS να εξελιχθεί σε «πραγματικό κινητήρα καινοτομίας και επενδύσεων», συμβάλλοντας και στην επανεκβιομηχάνιση της Ευρώπης. Η εκτελεστική αντιπρόεδρος Τερέσα Ριμπέρα χαρακτήρισε την απανθρακοποίηση οικονομική στρατηγική και στρατηγική ασφάλειας, καθώς περιορίζει την εξάρτηση από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα και ενισχύει την ανταγωνιστικότητα και την ανθεκτικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Περισσότερος χρόνος στη βιομηχανία, αλλά με αντάλλαγμα επενδύσεις
Το ETS υποχρεώνει τις επιχειρήσεις να παραδίδουν μία άδεια για κάθε τόνο διοξειδίου του άνθρακα που εκπέμπουν. Ορισμένες άδειες αγοράζονται, ενώ άλλες χορηγούνται δωρεάν σε βιομηχανίες που αντιμετωπίζουν ισχυρό διεθνή ανταγωνισμό, ώστε να μη μεταφέρουν την παραγωγή τους εκτός Ευρώπης.
Καθώς ο συνολικός αριθμός των αδειών μειώνεται κάθε χρόνο, η ρύπανση γίνεται σταδιακά ακριβότερη και οι επιχειρήσεις αποκτούν κίνητρο να επενδύσουν σε καθαρότερες τεχνολογίες. Από το 2005, οι εκπομπές στους τομείς που καλύπτονται από το σύστημα έχουν περιοριστεί περίπου κατά 50%, ενώ από το 2013 το ETS έχει αποφέρει περισσότερα από 270 δισ. ευρώ.
Η νέα πρόταση επιβραδύνει τον ρυθμό με τον οποίο μειώνονται οι διαθέσιμες άδειες μετά το 2030. Η ετήσια μείωση θα περιοριστεί από το 4,4% στο 3,7% την περίοδο 2031-2035 και στο 1,7% από το 2036 έως το 2040.
Με τη νέα τροχιά, άδειες εκπομπών θα συνεχίσουν να εκδίδονται και μέσα στη δεκαετία του 2040, ενώ με τους ισχύοντες κανόνες το συνολικό ανώτατο όριο θα μηδενιζόταν περίπου το 2039. Η Επιτροπή επιμένει ότι ο περισσότερος χρόνος για τη βιομηχανία δεν αλλάζει τον δεσμευτικό στόχο μείωσης των καθαρών εκπομπών κατά 90% έως το 2040.
Τα δωρεάν δικαιώματα θα συνεχιστούν μετά το 2030, αλλά θα συνδέονται με συγκεκριμένα σχέδια απανθρακοποίησης. Οι εγκαταστάσεις θα πρέπει να επενδύουν στην Ευρώπη ποσό ίσο με το 100% της αξίας των δωρεάν αδειών που λαμβάνουν. Όσες επιχειρήσεις δεν παρουσιάζουν και δεν υλοποιούν τις απαιτούμενες επενδύσεις δεν θα δικαιούνται το σύνολο της στήριξης.
«Η δωρεάν κατανομή δεν σημαίνει δωρεάν χρήμα», τόνισε ο Χούκστρα, αναφερόμενος σε εταιρείες που πωλούσαν τις δωρεάν άδειες και αξιοποιούσαν τα έσοδα για επενδύσεις εκτός Ευρώπης. Για τους κλάδους που καλύπτονται από τον συνοριακό μηχανισμό άνθρακα, τον CBAM, η πλήρης κατάργηση των δωρεάν δικαιωμάτων μετατίθεται από το 2034 στο 2038.
Τράπεζα 100 δισ. ευρώ και επιστροφή των εσόδων
Η Επιτροπή επιχειρεί παράλληλα να μετατρέψει μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων που παράγει το ETS σε χρηματοδότηση της βιομηχανικής μετάβασης.
Τα κράτη μέλη θα υποχρεούνται να διαθέτουν τουλάχιστον το 50% των εθνικών εσόδων τους από το σύστημα σε επενδύσεις για καθαρότερη παραγωγή στους κλάδους που υπάγονται σε αυτό. Σύμφωνα με τον Χούκστρα, οι κυβερνήσεις εισπράττουν περίπου το 80% των συνολικών εσόδων, αλλά λιγότερο από το 10% κατευθυνόταν έως σήμερα στη βιομηχανική απανθρακοποίηση.
Δημιουργείται επίσης Τράπεζα Βιομηχανικής Απανθρακοποίησης, με χρηματοδότηση 100 δισ. ευρώ. Στην πρώτη φάση θα λειτουργήσει μηχανισμός επιτάχυνσης επενδύσεων ύψους 30 δισ. ευρώ πριν από το 2030, προκειμένου να στηριχθούν επιχειρήσεις που επενδύουν νωρίς σε καθαρές τεχνολογίες, αποθήκευση ενέργειας και ηλεκτροποίηση της παραγωγής.
Στο σύστημα προβλέπεται ακόμη να εισαχθούν έως 250 εκατ. τόνοι μόνιμων απορροφήσεων άνθρακα εντός ΕΕ. Από το 2036 θα μπορεί επίσης να χρησιμοποιείται περιορισμένος αριθμός διεθνών πιστώσεων, έως 2%, έπειτα από αξιολόγηση της Επιτροπής.
Οι αεροπορικές θα πληρώνουν για πτήσεις έως 5.000 χιλιόμετρα
Από το 2029, οι αεροπορικές εταιρείες θα πρέπει να αγοράζουν δικαιώματα εκπομπών, δηλαδή να πληρώνουν για τους ρύπους, και για πτήσεις που αναχωρούν από αεροδρόμια του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου προς τρίτες χώρες σε απόσταση έως 5.000 χιλιομέτρων από το γεωγραφικό κέντρο της ΕΕ.
Στο νέο καθεστώς θα ενταχθούν προορισμοί στην Τουρκία, στη Βόρεια Αφρική και στη Μέση Ανατολή, περιλαμβανομένων μεγάλων ανταγωνιστικών αεροπορικών κόμβων. Οι πτήσεις προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Κίνα και την Ιαπωνία θα παραμείνουν εκτός λόγω απόστασης.
Ο Χούκστρα επικαλέστηκε δύο φορές το παράδειγμα των πτήσεων από τις Βρυξέλλες προς τα ελληνικά νησιά. Οι πτήσεις αυτές πληρώνουν ήδη για τους ρύπους τους, ενώ αντίστοιχες διαδρομές προς κοντινούς προορισμούς στην απέναντι πλευρά της Μεσογείου δεν είχαν την ίδια επιβάρυνση.
Όλα τα ιδιωτικά τζετ θα ενταχθούν στο σύστημα, τόσο κατά την αναχώρηση όσο και κατά την άφιξή τους στην Ευρώπη, ανεξαρτήτως απόστασης. Η χρηματοδότηση για βιώσιμα αεροπορικά καύσιμα αυξάνεται στα 15 δισ. ευρώ για την περίοδο 2029-2040, ενώ το 2032 θα επανεξεταστεί ο διεθνής μηχανισμός CORSIA.
Ναυτιλία: 15 δισ. ευρώ τον χρόνο και μικρότερα πλοία
Στη ναυτιλία, το όριο ένταξης στο ETS μειώνεται από τους 5.000 στους 400 κόρους ολικής χωρητικότητας, με αποτέλεσμα περισσότερα μικρότερα πλοία να υποχρεώνονται να πληρώνουν για τις εκπομπές τους.
Περίπου 15 δισ. ευρώ ετησίως, ποσό σχεδόν οκταπλάσιο από τα σημερινά επίπεδα, θα επιστρέφουν στον κλάδο για βιώσιμα καύσιμα και τεχνολογίες καθαρής πρόωσης. Σύμφωνα με τον Χούκστρα, στόχος είναι να δοθεί ώθηση και στη δημιουργία πανευρωπαϊκής αγοράς παραγωγής και διύλισης νέων ναυτιλιακών καυσίμων.
Για την ελληνική ακτοπλοΐα έχει ιδιαίτερη σημασία η παράταση έως το 2035 των παρεκκλίσεων για δρομολόγια προς μικρά νησιά χωρίς σταθερή χερσαία σύνδεση και για ορισμένες επιβατικές γραμμές δημόσιας υπηρεσίας. Δεν πρόκειται, ωστόσο, για γενική εξαίρεση όλων των δρομολογίων του Αιγαίου.
Στον κατάλογο των γειτονικών λιμένων μεταφόρτωσης θα προστεθούν λιμάνια της νότιας Μεσογείου και του Ηνωμένου Βασιλείου, ώστε να αποτρέπεται η αλλαγή δρομολογίων μόνο και μόνο για την αποφυγή του ευρωπαϊκού κόστους ρύπων. Η ρύθμιση έχει άμεσο ενδιαφέρον για τον ανταγωνισμό του Πειραιά με λιμάνια της Βόρειας Αφρικής και της ανατολικής Μεσογείου.
Προβλέπεται ακόμη αποφυγή διπλής χρέωσης εάν επιτευχθεί διεθνής συμφωνία στον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό, ενώ η Κομισιόν θέλει έως το 2040 περίπου ένα στα τρία ευρωπαϊκά φέρι να κινείται με ηλεκτρική ενέργεια από μπαταρίες.
Από το αέριο και το πετρέλαιο στο ρεύμα
Το Σχέδιο Δράσης για την Ηλεκτροποίηση ξεκινά από ένα παράδοξο: παρότι περίπου το 70% του ηλεκτρικού ρεύματος στην ΕΕ παράγεται πλέον από καθαρές, εγχώριες πηγές, ο ηλεκτρισμός εξακολουθεί να καλύπτει μόλις το 23% της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας, ποσοστό που παραμένει στάσιμο επί μία δεκαετία.
Η Κομισιόν θέλει να ανεβάσει το μερίδιο στο 46% έως το 2040. Εκτιμά ότι η στροφή αυτή μπορεί να περιορίσει κατά 260 δισ. ευρώ ετησίως τον λογαριασμό εισαγωγών ορυκτών καυσίμων.
Το βασικό εμπόδιο είναι η τιμή. Σε αρκετές χώρες το ρεύμα κοστίζει έως και τρεις φορές περισσότερο από το φυσικό αέριο. Η Επιτροπή επιδιώκει έως το 2030 η αναλογία να μην υπερβαίνει το 2,5 προς 1 για τα νοικοκυριά και το 2 προς 1 για τη βιομηχανία.
Το σχέδιο προβλέπει το ρεύμα να φορολογείται λιγότερο από το φυσικό αέριο, αλλαγές στις χρεώσεις δικτύου, ανάπτυξη νέας αποθήκευσης και περισσότερους έξυπνους μετρητές. Έως το 2030 τουλάχιστον το 50% των καταναλωτών θα πρέπει να διαθέτει έξυπνο μετρητή και η δυναμικότητα αποθήκευσης να φτάσει τα 200 GW. Το ποσοστό των έξυπνων μετρητών θα αυξηθεί στο 75% έως το 2033.
Η Επιτροπή επιδιώκει επίσης τον διπλασιασμό του ρυθμού εγκατάστασης αντλιών θερμότητας σε περισσότερες από πέντε εκατομμύρια τον χρόνο και την προσθήκη 100 GW νέων ανανεώσιμων πηγών ετησίως.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της, ένα ηλεκτρικό αυτοκίνητο μπορεί να κοστίζει έως 78% λιγότερο στη χρήση από ένα αντίστοιχο βενζινοκίνητο, ενώ η αντικατάσταση λέβητα αερίου με αντλία θερμότητας μπορεί να μειώσει έως 60% τον λογαριασμό θέρμανσης. Προβλέπονται επίσης προγράμματα κοινωνικής μίσθωσης ηλεκτρικών οχημάτων και άλλων τεχνολογιών για νοικοκυριά με χαμηλότερο εισόδημα.
Η μάχη μεταφέρεται σε κράτη και Ευρωκοινοβούλιο
Οι προτάσεις πρέπει τώρα να συμφωνηθούν με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα κράτη μέλη, με την Επιτροπή να επιδιώκει την ολοκλήρωση της συμφωνίας έως το πρώτο τρίμηνο του 2027.
Η διαπραγμάτευση αναμένεται δύσκολη. Χώρες και βιομηχανίες που ζητούσαν μεγαλύτερη χαλάρωση του ETS θεωρούν ότι η πρόταση δεν προχωρά αρκετά, ενώ άλλες κυβερνήσεις και περιβαλλοντικές οργανώσεις προειδοποιούν ότι ο περισσότερος χρόνος και τα δωρεάν δικαιώματα μπορεί να ανταμείψουν όσους καθυστέρησαν να επενδύσουν.
Ο Χούκστρα απορρίπτει ότι πρόκειται για εγκατάλειψη της κλιματικής φιλοδοξίας. Αντιτείνει ότι η στήριξη συνδέεται πλέον με υποχρεωτικές επενδύσεις στην Ευρώπη και ότι χωρίς μεγαλύτερη ευελιξία παραγωγή, κεφάλαια και θέσεις εργασίας κινδυνεύουν να μεταφερθούν εκτός ΕΕ.