Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Γράφει ο Δρ. Πάρις Α. Φωκαΐδης – Καθηγητής στην Πολυτεχνική Σχολή του Πανεπιστημίου Frederick, με εξειδίκευση στην ενεργειακή πολιτική και την ανθεκτικότητα – εκδότης του International Journal of Sustainable Energy.

*

Advertisement
Advertisement

Οι πρόσφατες εξελίξεις γύρω από το κυπριακό κοίτασμα «Αφροδίτη» στο οικόπεδο 12 της κυπριακής αποκλειστικής οικονομικής ζώνης, επαναφέρουν στο προσκήνιο το ερώτημα της ενεργειακής στρατηγικής της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η ανακοίνωση στις 23 Ιουνίου της κοινοπραξίας η οποία διαχειρίζεται το έργο —με επικεφαλής τη Chevron — αναφέρεται σε δυνατότητα παραγωγής περίπου 800 εκατ. κυβικών ποδιών φυσικού αερίου ημερησίως, γεγονός που αποτελεί αναμφίβολα σημαντική εξέλιξη. Η σημασία αυτής της ανακοίνωσης, ενισχύεται από το γεγονός ότι το έργο εισέρχεται πλέον στην πιο ώριμη τεχνική του φάση και συγκεκριμένα στο στάδιο του FEED (Front-End Engineering Design), σηματοδοτώντας με αυτό τον τρόπο την μετατροπή του κοιτάσματος σε επενδυτικό και γεωπολιτικό γεγονός.

Σύμφωνα με τον υφιστάμενο σχεδιασμό, το σχήμα ανάπτυξης προβλέπει τέσσερις αρχικές παραγωγικές γεωτρήσεις, σύνδεσή τους με πλωτή μονάδα παραγωγής και μεταφορά του φυσικού αερίου μέσω υποθαλάσσιου αγωγού προς την Αίγυπτο. Εκεί θα αξιοποιηθούν οι υφιστάμενες αιγυπτιακές υποδομές, είτε για κάλυψη αναγκών της αιγυπτιακής αγοράς είτε για περαιτέρω εμπορική αξιοποίηση. Το μοντέλο αυτό είναι τεχνικά λογικό και οικονομικά ελκυστικό. Η Αίγυπτος διαθέτει υποδομές, εμπειρία, εσωτερική αγορά και εγκαταστάσεις υγροποίησης, στοιχεία που η Κύπρος δεν έχει ακόμη αναπτύξει στον ίδιο βαθμό. Για τις εταιρείες, η επιλογή αυτή μειώνει το ρίσκο και επιταχύνει την εμπορική αξιοποίηση του κοιτάσματος.

Στο παρόν στάδιο, αυτό το μοντέλο αξιοποίησης παρουσιάζεται ως η πιο ρεαλιστική λύση. Η τριμερής συνεργασία Κύπρου–Ελλάδας–Αιγύπτου έχει δώσει θετικά αποτελέσματα, και το Κάιρο έχει λειτουργήσει τα τελευταία χρόνια ως σημαντικός παράγοντας σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο. Εντούτοις, η ιστορία της ενέργειας διδάσκει ότι οι υποδομές δημιουργούν εξαρτήσεις που διαρκούν δεκαετίες. Όταν ένα κοίτασμα σχεδιάζεται εξαρχής με αποκλειστική ή σχεδόν αποκλειστική όδευση προς ένα τρίτο κράτος, τότε η χώρα παραγωγής περιορίζει τα μελλοντικά της περιθώρια στρατηγικής αυτονομίας. Η Κύπρος μπορεί να εισπράξει έσοδα, να ενισχύσει τη διεθνή της εικόνα και να καταγράψει μια μεγάλη ενεργειακή επιτυχία, αν δεν αναπτύξει όμως παράλληλα εναλλακτικές υποδομές και διαδρομές, θα παραμείνει εξαρτημένη από αποφάσεις, προτεραιότητες και γεωπολιτικές ισορροπίες που δεν ελέγχει πλήρως.

Ένα άλλο επισφαλές σημείο για τους Κύπριους έγκειται στο γεγονός ότι η Ανατολική Μεσόγειος είναι μια περιοχή όπου οι ισορροπίες μεταβάλλονται. Μια μελλοντική αναθέρμανση των σχέσεων Καΐρου–Άγκυρας θα μπορούσε να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο η Αίγυπτος αντιλαμβάνεται την ενεργειακή ισορροπία στην περιοχή. Η Τουρκία επιδιώκει σταθερά να αποκτήσει ρόλο κεντρικού ενεργειακού διαδρόμου. Η Κύπρος, αντίθετα, λόγω του πολιτικού προβλήματος και της γεωγραφικής της θέσης, χρειάζεται να είναι εξαιρετικά προσεκτική ώστε να μη βρεθεί παγιδευμένη σε υποδομές που δεν της επιτρέπουν ευελιξία. Η εξάρτηση από την αιγυπτιακή οδό μπορεί σήμερα να μοιάζει ασφαλής, αλλά σε ένα διαφορετικό γεωπολιτικό περιβάλλον θα μπορούσε να λειτουργήσει ως περιορισμός ή και υπό συνθήκες να ακυρώσει το κυπριακό εκμεταλλευτικό πρόγραμμα.

Μια άλλη σκοπιά ανάγνωσης των εξελίξεων, αφορά στον περιορισμό της Κύπρου στον ρόλο του προμηθευτή πρώτης ύλης προς την Αίγυπτο, μεταφέροντας με αυτό τον τρόπο την κάθε προστιθέμενη αξία του ενεργειακού προγράμματος εκτός Κύπρου. Οι υποδομές, οι υπηρεσίες, οι τεχνικές αλυσίδες, οι εμπορικές συμβάσεις, η ενεργειακή διπλωματία και μέρος της διαπραγματευτικής ισχύος θα συγκεντρωθούν στο Κάΐρο. Για ένα μικρό κράτος, η ενέργεια δεν είναι μόνο έσοδο. Είναι εργαλείο κυριαρχίας, περιφερειακής παρουσίας και γεωπολιτικής αναβάθμισης. Αν αυτό το εργαλείο ασκείται κυρίως μέσω τρίτου κράτους, τότε η κυριαρχική του αξία μειώνεται.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ανάπτυξη του ελληνικού εκμεταλλευτικού προγράμματος στην Ανατολική Μεσόγειο αποκτά ιδιαίτερη σημασία, τόσο για την Ελλάδα αλλά και για την Κύπρο. Αυτό προϋποθέτει φυσικά την ανάπτυξη των ελληνικών κοιτασμάτων, εφόσον επιβεβαιωθούν και καταστούν εμπορικά αξιοποιήσιμα, σε συνδυασμό με τις κατάλληλες υποδομές μεταφοράς, επεξεργασίας, αποθήκευσης ή εξαγωγής. Η Ελλάδα οφείλει να προσεγγίσει το δικό της πρόγραμμα και ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής ενεργειακής αρχιτεκτονικής, στην οποία μπορεί οργανικά να ενταχθεί και η Κύπρος. Αυτό θα προσέδιδε μεγαλύτερη ισχύ και γεωπολιτικό βάθος στο ίδιο το ελληνικό εκμεταλλευτικό πρόγραμμα. Η Ελλάδα δεν θα εμφανιζόταν απλώς ως χώρα με πιθανούς ενεργειακούς πόρους, αλλά ως φυσικός πυλώνας διασύνδεσης του ελληνικού και κυπριακού χώρου με την ευρωπαϊκή αγορά, μετατρέποντας το ελληνικό πρόγραμμα από εθνικό εγχείρημα σε περιφερειακή στρατηγική πλατφόρμα για όλη την Ανατολική Μεσόγειο.

Advertisement

Για την Κύπρο, μια τέτοια εξέλιξη θα είχε ακόμη μεγαλύτερη σημασία, καθότι θα της έδινε τη δυνατότητα να προχωρήσει τα ενεργειακά της σχέδια με μεγαλύτερη ασφάλεια, αξιοπιστία και στρατηγική άνεση, μαζί με τη φυσική της σύμμαχο. Η Κύπρος δεν θα χρειαζόταν να απομακρυνθεί από τη συνεργασία με την Αίγυπτο. Η ύπαρξη ελληνικής εναλλακτικής θα ενίσχυε τη διαπραγματευτική της θέση, θα μείωνε την εξάρτηση από μελλοντικές γεωπολιτικές μεταβολές και θα προσέδιδε στο κυπριακό ενεργειακό πρόγραμμα μεγαλύτερη ανθεκτικότητα.

Η Ανατολική Μεσόγειος δεν θα παραμείνει ίδια τα επόμενα χρόνια. Η ενεργειακή συνεργασία της Κύπρου με την Αίγυπτο στο παρόν στάδιο είναι χρήσιμη και αναγκαία, δεν πρέπει όμως να εξελιχθεί σε μονόδρομο. Η ελληνική ενεργειακή διάσταση μπορεί να αποτελέσει τον απαραίτητο δεύτερο πυλώνα: έναν πυλώνα που θα δώσει βάθος στο ελληνικό ενεργειακό πρόγραμμα, ασφάλεια στην Κύπρο και πραγματική στρατηγική συνοχή στον ελληνισμό της Ανατολικής Μεσογείου.

Advertisement

Advertisement