Η πρόοδος της τεχνολογίας, η συνεργασία με άλλες υπηρεσίες και μία νέα ματιά στην έρευνα έφεραν –σύμφωνα με πληροφορίες- τα εντάλματα σύλληψης για την υπόθεση εμπρησμού της Τράπεζας Marfin, τον Μάιο του 2010.
Τα στελέχη του Τμήματος Ανθρωποκτονιών, τα οποία ανέλαβαν την έρευνα επικέντρωσαν το ενδιαφέρον τους στο να ταυτοποιήσουν πρώτα όχι τους δράστες αυτούς καθαυτούς, αλλά αυτόπτες μάρτυρες, οι οποίοι θα μπορούσαν να τους παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες. Κατάφεραν να ταυτοποιήσουν κάποιους από αυτούς, τους προσέγγισαν και τους ζήτησαν πληροφορίες και βίντεο. Αν και κανένας από αυτούς δεν θέλησε να συνεργαστεί με τις αρχές, έφθασε στο Τμήμα Ανθρωποκτονιών ένα ανώνυμο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, το οποίο περιείχε και εικόνες και πληροφορίες.
Κομβικό ρόλο στην εξέλιξη της έρευνας έπαιξε και το υλικό από μία υπόθεση του 2020, την οποία τότε είχαν χειριστεί στελέχη της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας. Είχαν συλλάβει έναν 48χρονο –σήμερα- από τον αντιεξουσιαστικό χώρο για κατοχή 11 κιλών εκρηκτικής ύλης, πυροκροτητών και φυσιγγίων καλάσνικοφ. Μεταξύ των ευρημάτων της υπόθεσης ήταν κάποια ψηφιακά πειστήρια της συντρόφου του, που περιείχαν φωτογραφίες και βίντεο, από το 2019. Σε αυτό το υλικό τα στελέχη του Ανθρωποκτονιών, εντόπισαν υλικό που απεικόνιζε καθαρά τα πρόσωπα τριών φίλων της. Δύο ανδρών και μίας γυναίκας που είχαν χαρακτηριστικά και αμφίεση που ταίριαζε με το «παλιό υλικό». Αυτές οι απεικονίσεις, συγκρίθηκαν με το παλιό υλικό, που είχε γίνει ευκρινέστερο, στα εγκληματολογικά εργαστήρια, με αποτέλεσμα την ταυτοποίηση των δραστών της Μαρφίν.
Αυτά τα στοιχεία παρουσίασαν στον Εισαγγελέα, ο οποίος άσκησε τις ποινικές διώξεις σε βάρος τους και Ανακριτής εξέδωσε τα εντάλματα σύλληψης.
Οι δύο 42χρονοι αρνούνται την όποια εμπλοκή τους στην υπόθεση και έλαβαν προθεσμία μέχρι την Τρίτη προκειμένου να προετοιμάσουν την απολογία τους, ενώ εκκρεμεί το ένταλμα για τη σύλληψη της 44χρονης, που μένει μόνιμα τα τελευταία χρόνια στη Μεγάλη Βρετανία.