Υπό δρακόντεια μέτρα ασφαλείας οδηγήθηκαν το απόγευμα της Παρασκευής (10/7) στα δικαστήρια της πρώην Σχολής Ευελπίδων οι δύο συλληφθέντες για τον φονικό εμπρησμό της Τράπεζας Marfin το 2010.
Και οι δυο οδηγήθηκαν σήμερα κάτω από αυστηρά μέτρα ασφαλείας στα δικαστήρια με το ένταλμα της σύλληψης να αφορά στο αδίκημα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση κατά συρροή.
Σύμφωνα με το dikastiko.gr, και οι δύο ζήτησαν και έλαβαν προθεσμία για την Τρίτη για να ετοιμάσουν την υπερασπιστική τους γραμμή. Παράλληλα έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης για μία γυναίκα, που επίσης της αποδίδεται ρόλος στην εμπρησμό, η οποία εδώ και χρόνια κατοικεί με την οικογένειά της στην Βρετανία.
Το ελληνικό FBI άνοιξε ξανά την υπόθεση της Marfin
Η ανάσυρση της δικογραφίας από το αρχείο και η ραγδαία εξέλιξη των ερευνών οφείλονται στην κινητοποίηση της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος, του επονομαζόμενου «ελληνικό FBI», που φαίνεται να κατάφερε να ενώσει τα κομμάτια ενός παζλ που παρέμενε άλυτο για πάνω από μιάμιση δεκαετία.
Η πρώτη αστυνομική έρευνα
Η αρχική έρευνα ανατέθηκε στην Κρατική Ασφάλεια. Οι αρχές συγκέντρωσαν φωτογραφικό και βιντεοληπτικό υλικό από την πορεία, τις κάμερες καταστημάτων και τις λήψεις δημοσιογράφων και ιδιωτών. Το υλικό, ωστόσο, ήταν αποσπασματικό και πολλές εικόνες δεν είχαν την απαιτούμενη καθαρότητα για ασφαλή αναγνώριση.
Σημαντικό ρόλο στην πρώτη έρευνα έπαιξε μία ανώνυμη επιστολή, στην οποία κατονομάζονταν πρόσωπα από τον αντιεξουσιαστικό χώρο. Ακολούθησαν έρευνες, αναγνωρίσεις και εξετάσεις υπόπτων. Η υπόθεση, όμως, αντιμετώπισε εξαρχής σοβαρές αποδεικτικές δυσκολίες.
Μεταγενέστερα δημοσιεύματα κατέγραψαν ως κρίσιμα κενά το ότι δεν συλλέχθηκε εγκαίρως όλο το διαθέσιμο υλικό από κάμερες, ότι υπήρξε σύγχυση ανάμεσα στην ομάδα που επιτέθηκε στη Μαρφίν και σε εκείνη που επιτέθηκε την ίδια ημέρα στο βιβλιοπωλείο Ιανός, αλλά και ότι δεν έγινε τότε ολοκληρωμένη άρση τηλεπικοινωνιακών δεδομένων στην περιοχή. Πρόκειται για εκτιμήσεις που προέκυψαν από δημοσιογραφική έρευνα και όχι για τελεσίδικη δικαστική διαπίστωση.
Στη διάρκεια των ερευνών είχαν εξεταστεί τουλάχιστον τρία πρόσωπα. Τελικά, ένας κατηγορούμενος παραπέμφθηκε για την επίθεση στη Μαρφίν και ένας δεύτερος για την επίθεση στον Ιανό. Ο πρώτος κατηγορήθηκε ότι ενήργησε μαζί με δύο ακόμη άγνωστα άτομα.
Η δίκη για τους φερόμενους ως δράστες άρχισε έπειτα από αναβολές και ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο του 2016. Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο αθώωσε ομόφωνα και τους δύο κατηγορουμένους, υιοθετώντας και την πρόταση της εισαγγελικής αρχής.
Το δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχαν επαρκή και ασφαλή αποδεικτικά στοιχεία που να τους συνδέουν με τις επιθέσεις. Κανένας αυτόπτης μάρτυρας δεν τους αναγνώρισε με βεβαιότητα ως δράστες, ενώ μεγάλο μέρος της υπόθεσης είχε οικοδομηθεί γύρω από την ανώνυμη επιστολή και την αξιολόγηση φωτογραφιών και βίντεο.
Έτσι, η πρώτη μεγάλη ποινική διαδρομή για την ταυτοποίηση των εμπρηστών έκλεισε χωρίς καταδίκη. Οι φυσικοί αυτουργοί της επίθεσης παρέμειναν άγνωστοι και η υπόθεση μετατράπηκε σε ένα από τα πιο ηχηρά ανεξιχνίαστα εγκλήματα των τελευταίων δεκαετιών.
Η αθώωση εκείνων των κατηγορουμένων πρέπει να διαχωρίζεται απολύτως από τη σημερινή έρευνα. Μέχρι να γίνουν γνωστά τα πλήρη στοιχεία των νέων ενταλμάτων, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι σημερινές συλλήψεις αφορούν τα ίδια πρόσωπα ή στηρίζονται στο ίδιο αποδεικτικό υλικό.
Ο φάκελος ανοίγει ξανά
Το γεγονός ότι η πρώτη ποινική διαδικασία κατέληξε σε αθώωση δεν σήμαινε ότι η υπόθεση εγκαταλείφθηκε οριστικά. Το 2020, με τη συμπλήρωση δέκα ετών από την τραγωδία, συγκροτήθηκε νέα ομάδα αξιωματικών για την επανεξέταση του φακέλου, των φωτογραφιών και των βίντεο.
Τον Μάρτιο του 2021 η Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών διέταξε νέα προκαταρκτική εξέταση, έπειτα από την υποβολή πρόσθετου υλικού από την Αστυνομία. Η έρευνα ανατέθηκε εκ νέου στην Κρατική Ασφάλεια, με στόχο να αξιολογηθούν από την αρχή παλαιά και νεότερα στοιχεία.
Στη δεύτερη αυτή περίοδο της έρευνας συγκεντρώθηκε, σύμφωνα με δημοσιεύματα, πολλαπλάσιο υλικό από εκείνο που υπήρχε στην αρχική δικογραφία. Οι αστυνομικοί εξέτασαν φωτογραφίες, βίντεο και τη δράση προσώπων που φέρονταν να είχαν εμφανιστεί σε μεταγενέστερες εμπρηστικές επιθέσεις. Και αυτή η προσπάθεια, ωστόσο, δεν οδήγησε τότε σε συλλήψεις, καθώς κρίθηκε ότι δεν υπήρχαν επαρκείς ενδείξεις για ασφαλή ποινική θεμελίωση.
Μία τρίτη φάση άρχισε να διαμορφώνεται το 2025, όταν η έρευνα πέρασε στη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος, το αποκαλούμενο «ελληνικό FBI». Οι αρχές φέρονται να εστίασαν σε έναν κύκλο περίπου 13 προσώπων από τον αντιεξουσιαστικό χώρο, επανεξετάζοντας τις κινήσεις τους, τις μεταξύ τους σχέσεις και το οπτικό υλικό της ημέρας.
Η μεγάλη καμπή του 2026
Οι δύο συλλήψεις και το τρίτο ένταλμα αποτελούν την πρώτη χειροπιαστή εξέλιξη ύστερα από τη νέα, πολυετή έρευνα. Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιο νέο αποδεικτικό στοιχείο επέτρεψε στις αρχές να υπερβούν τα αδιέξοδα του παρελθόντος.
Τις απαντήσεις θα δώσουν η επίσημη ενημέρωση της ΕΛ.ΑΣ., η δικογραφία, οι απολογίες ενώπιον του ανακριτή και, εφόσον η υπόθεση παραπεμφθεί, η δημόσια ακροαματική διαδικασία.
Δεκαέξι χρόνια μετά, οι οικογένειες της Αγγελικής, της Παρασκευής και του Επαμεινώνδα δεν χρειάζονται απλώς υπόπτους. Χρειάζονται πλήρη αλήθεια, αδιάσειστα στοιχεία και μία δικαστική απόφαση που δεν θα αφήνει σκιές. Γιατί η Μαρφίν δεν είναι απλώς ένας παλιός φάκελος της Αστυνομίας. Είναι τρεις άνθρωποι που πνίγηκαν από τον καπνό στον χώρο της εργασίας τους, ένα αγέννητο παιδί που δεν πρόλαβε να δει το φως και μία πληγή που παραμένει ανοιχτή για ολόκληρη την ελληνική κοινωνία.