Ai Key Takeaways

Σχετικά με αυτή την περίληψη

Η περίληψη δημιουργήθηκε αυτόματα με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης, ώστε να σας δώσει μια γρήγορη εικόνα των βασικών σημείων του άρθρου.

Οι περιλήψεις AI ενδέχεται να περιέχουν ανακρίβειες ή παραλείψεις. Για την πλήρη ενημέρωση, διαβάστε ολόκληρο το άρθρο.

  • Οι διωκτικές αρχές συνέλαβαν δύο άνδρες για τον εμπρησμό της τράπεζας Marfin τον Μάιο του 2010, βασιζόμενες σε στοιχεία που τους τοποθετούν στο σημείο της επίθεσης.
  • Οι κατηγορούμενοι οδηγήθηκαν στα δικαστήρια της Ευελπίδων, ενώ παράλληλα εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης για μια γυναίκα που κατοικεί στη Βρετανία.
  • Κατά την επίθεση που πραγματοποιήθηκε στη διάρκεια γενικής απεργίας, έχασαν τη ζωή τους τρεις εργαζόμενοι από ασφυξία λόγω των τοξικών αναθυμιάσεων.
  • Οι δράστες είχαν εισβάλει στο υποκατάστημα της τράπεζας πετώντας εύφλεκτο υλικό και βόμβες μολότοφ, προκαλώντας τον εγκλωβισμό των ατόμων που βρίσκονταν στο εσωτερικό του κτιρίου.
Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Στα δικαστήρια της Ευελπίδων οδηγήθηκαν το απόγευμα της Παρασκευής (10/7) οι δύο συλληφθέντες για τον εμπρησμό στην τράπεζα της Marfin, κατά την διάρκεια μεγάλου συλλαλητηρίου για το πρώτο μνημόνιο, τον Μάιο του 2010.

Πρόκειται για δύο άντρες που συνελήφθησαν μετά από στοιχεία που συνέλεξαν οι διωκτικές αρχές, τα οποία φαίνεται να τους τοποθετούν στο επίμαχο σημείο. Παράλληλα έχει εκδοθεί ένταλμα σύλληψης για μία γυναίκα, που επίσης της αποδίδεται ρόλος στην εμπρησμό, η οποία εδώ και χρόνια κατοικεί με την οικογένειά της στην Βρετανία.

Advertisement
Advertisement

Οι δύο συλληφθέντες, συνοδεύονταν από πάνοπλους αστυνομικούς. Ο ένας από τους δύο, είχε καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του ενώ ο δεύτερος έδειξε να μην ενοχλείται από τα βλέμματα και τους δημοσιογράφους που βρέθηκαν στο σημείο.

Δείτε εικόνες:

Συλλήψεις 16 χρόνια μετά τον φονικό εμπρησμό – Η μοιραία 5η Μαίου 2010

Η Ελλάδα βρισκόταν τότε στην αρχή της μεγάλης οικονομικής κρίσης. Στις 5 Μαΐου 2010 είχε προκηρυχθεί γενική απεργία και δεκάδες χιλιάδες πολίτες είχαν συγκεντρωθεί στο κέντρο της Αθήνας, διαμαρτυρόμενοι για τα μέτρα λιτότητας και την επικείμενη ψήφιση του πρώτου Μνημονίου.

Μέσα στη μεγάλη πορεία παρεισέφρησαν ομάδες κουκουλοφόρων. Λίγο πριν από τις δύο το μεσημέρι, μία ομάδα επιτέθηκε στο υποκατάστημα της Marfin Egnatia Bank, στη συμβολή των οδών Σταδίου και Χρήστου Λαδά. Στο κτίριο βρίσκονταν περίπου 25 έως 30 εργαζόμενοι – σε δικαστικές αποφάσεις καταγράφονται 27 άνθρωποι –, παρά τη γενική απεργία και την τεράστια διαδήλωση που περνούσε απ’ έξω.

Οι δράστες έσπασαν τα τζάμια, έριξαν εύφλεκτο υλικό και πέταξαν ενεργοποιημένες βόμβες μολότοφ στο εσωτερικό. Η φωτιά εξαπλώθηκε αστραπιαία. Μαύρος, πυκνός και τοξικός καπνός πλημμύρισε τα κλιμακοστάσια και τους ορόφους, κόβοντας κάθε ορατότητα και μετατρέποντας το κτίριο σε παγίδα.

Εργαζόμενοι προσπάθησαν να περιορίσουν τη φωτιά με πυροσβεστήρες. Άλλοι αναζήτησαν έξοδο προς τα μπαλκόνια και την οροφή. Η κατάσταση, όμως, επιδεινωνόταν μέσα σε δευτερόλεπτα. Η κεντρική πόρτα, η οποία λειτουργούσε με τηλεχειρισμό, είχε καταστραφεί από την επίθεση, ενώ οι δυνατότητες διαφυγής από τα ανώτερα επίπεδα ήταν περιορισμένες.

Advertisement

Η Αγγελική Παπαθανασοπούλου ήταν 32 ετών και τεσσάρων μηνών έγκυος στο πρώτο της παιδί. Η Παρασκευή Ζούλια ήταν 35 ετών και ο Επαμεινώνδας Τσάκαλης 36. Ήταν τρεις άνθρωποι που είχαν πάει το πρωί στην εργασία τους και δεν γύρισαν ποτέ στα σπίτια και στις οικογένειές τους.

Οι περισσότεροι εργαζόμενοι κατάφεραν να διαφύγουν ή να απεγκλωβιστούν από τους πυροσβέστες. Η Αγγελική, η Παρασκευή και ο Επαμεινώνδας δεν πρόλαβαν. Εντοπίστηκαν στον τρίτο όροφο του κτιρίου. Ο θάνατός τους δεν προήλθε από εγκαύματα, αλλά από ασφυξία, εξαιτίας των τοξικών αναθυμιάσεων και του πυκνού καπνού που είχε κατακλύσει τους χώρους.

Μαζί με την Αγγελική χάθηκε και το αγέννητο παιδί της. Η τραγωδία είχε, συνεπώς, τρία καταγεγραμμένα ανθρώπινα θύματα, αλλά στη συλλογική μνήμη έμεινε και η τέταρτη ζωή που δεν πρόλαβε να γεννηθεί. Άλλοι 21 εργαζόμενοι υπέστησαν τραυματισμούς ή προβλήματα από την εισπνοή καπνού.

Advertisement

Οι εικόνες ανθρώπων που είχαν βγει στα μπαλκόνια και στα παράθυρα, καλώντας απεγνωσμένα σε βοήθεια, συγκλόνισαν τη χώρα. Την ίδια στιγμή, οι δράστες χάνονταν μέσα στο πλήθος, αφήνοντας πίσω τους ένα κτίριο στις φλόγες και τρεις οικογένειες βυθισμένες στο πένθος.

Η πρώτη αστυνομική έρευνα

Η αρχική έρευνα ανατέθηκε στην Κρατική Ασφάλεια. Οι αρχές συγκέντρωσαν φωτογραφικό και βιντεοληπτικό υλικό από την πορεία, τις κάμερες καταστημάτων και τις λήψεις δημοσιογράφων και ιδιωτών. Το υλικό, ωστόσο, ήταν αποσπασματικό και πολλές εικόνες δεν είχαν την απαιτούμενη καθαρότητα για ασφαλή αναγνώριση.

Advertisement

Σημαντικό ρόλο στην πρώτη έρευνα έπαιξε μία ανώνυμη επιστολή, στην οποία κατονομάζονταν πρόσωπα από τον αντιεξουσιαστικό χώρο. Ακολούθησαν έρευνες, αναγνωρίσεις και εξετάσεις υπόπτων. Η υπόθεση, όμως, αντιμετώπισε εξαρχής σοβαρές αποδεικτικές δυσκολίες.

Μεταγενέστερα δημοσιεύματα κατέγραψαν ως κρίσιμα κενά το ότι δεν συλλέχθηκε εγκαίρως όλο το διαθέσιμο υλικό από κάμερες, ότι υπήρξε σύγχυση ανάμεσα στην ομάδα που επιτέθηκε στη Μαρφίν και σε εκείνη που επιτέθηκε την ίδια ημέρα στο βιβλιοπωλείο Ιανός, αλλά και ότι δεν έγινε τότε ολοκληρωμένη άρση τηλεπικοινωνιακών δεδομένων στην περιοχή. Πρόκειται για εκτιμήσεις που προέκυψαν από δημοσιογραφική έρευνα και όχι για τελεσίδικη δικαστική διαπίστωση.

Στη διάρκεια των ερευνών είχαν εξεταστεί τουλάχιστον τρία πρόσωπα. Τελικά, ένας κατηγορούμενος παραπέμφθηκε για την επίθεση στη Μαρφίν και ένας δεύτερος για την επίθεση στον Ιανό. Ο πρώτος κατηγορήθηκε ότι ενήργησε μαζί με δύο ακόμη άγνωστα άτομα.

Advertisement

Η δίκη για τους φερόμενους ως δράστες άρχισε έπειτα από αναβολές και ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο του 2016. Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο αθώωσε ομόφωνα και τους δύο κατηγορουμένους, υιοθετώντας και την πρόταση της εισαγγελικής αρχής.

Advertisement

Το δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχαν επαρκή και ασφαλή αποδεικτικά στοιχεία που να τους συνδέουν με τις επιθέσεις. Κανένας αυτόπτης μάρτυρας δεν τους αναγνώρισε με βεβαιότητα ως δράστες, ενώ μεγάλο μέρος της υπόθεσης είχε οικοδομηθεί γύρω από την ανώνυμη επιστολή και την αξιολόγηση φωτογραφιών και βίντεο.

Έτσι, η πρώτη μεγάλη ποινική διαδρομή για την ταυτοποίηση των εμπρηστών έκλεισε χωρίς καταδίκη. Οι φυσικοί αυτουργοί της επίθεσης παρέμειναν άγνωστοι και η υπόθεση μετατράπηκε σε ένα από τα πιο ηχηρά ανεξιχνίαστα εγκλήματα των τελευταίων δεκαετιών.

Η αθώωση εκείνων των κατηγορουμένων πρέπει να διαχωρίζεται απολύτως από τη σημερινή έρευνα. Μέχρι να γίνουν γνωστά τα πλήρη στοιχεία των νέων ενταλμάτων, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι σημερινές συλλήψεις αφορούν τα ίδια πρόσωπα ή στηρίζονται στο ίδιο αποδεικτικό υλικό.

Advertisement

Η ξεχωριστή δίκη για τις παραλείψεις ασφαλείας

Παράλληλα με την έρευνα για τους εμπρηστές, η Δικαιοσύνη εξέτασε τις ευθύνες στελεχών της τράπεζας για τις συνθήκες λειτουργίας του υποκαταστήματος και τα μέτρα πυρασφάλειας.

Η σχετική ποινική δίκη ολοκληρώθηκε το 2013. Ο διευθύνων σύμβουλος της τράπεζας, ο υπεύθυνος ασφαλείας του κτιρίου και η διευθύντρια του υποκαταστήματος καταδικάστηκαν για ανθρωποκτονία από αμέλεια σε βάρος των τριών εργαζομένων και για σωματικές βλάβες σε βάρος άλλων 21.

Στον διευθύνοντα σύμβουλο και στον υπεύθυνο ασφαλείας επιβλήθηκαν ποινές 22 ετών και στη διευθύντρια του καταστήματος ποινή πέντε ετών και ενός μήνα. Στη δίκη εξετάστηκαν η απουσία του προβλεπόμενου πιστοποιητικού πυρασφάλειας, η έλλειψη ολοκληρωμένης εκπαίδευσης και ασκήσεων εκκένωσης, η λειτουργία των εξόδων και το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι βρίσκονταν στο κατάστημα την ημέρα της μεγάλης απεργιακής κινητοποίησης.

Η ποινική κρίση για τις παραλείψεις έφτασε μέχρι τον Άρειο Πάγο. Με την απόφαση 2041/2018 κρίθηκε ότι η καταδικαστική απόφαση ήταν επαρκώς αιτιολογημένη ως προς τους αναιρεσείοντες. Το ανώτατο δικαστήριο δέχθηκε ότι, εάν είχαν ληφθεί τα απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας και υπήρχαν αποτελεσματικοί τρόποι διαφυγής, οι εργαζόμενοι θα μπορούσαν να είχαν εγκαταλείψει το κτίριο και οι θάνατοι και οι τραυματισμοί θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί.

Η καταδίκη αυτή, βεβαίως, δεν μειώνει ούτε υποκαθιστά την ευθύνη εκείνων που έσπασαν τα τζάμια και έριξαν τις μολότοφ γνωρίζοντας ότι υπήρχαν άνθρωποι στο εσωτερικό. Η Δικαιοσύνη εξέτασε δύο διαφορετικές αλυσίδες ευθύνης: την εγκληματική επίθεση και τις σοβαρές παραλείψεις που μετέτρεψαν το κτίριο σε θανάσιμη παγίδα.

Οι αποζημιώσεις και οι αστικές διαφορές

Οι οικογένειες των θυμάτων και εργαζόμενοι που είχαν εγκλωβιστεί προσέφυγαν και στα διοικητικά και πολιτικά δικαστήρια διεκδικώντας αποζημιώσεις.

Τον Σεπτέμβριο του 2020 η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι το Ελληνικό Δημόσιο παραιτείται αμετάκλητα από την αναίρεση που είχε ασκηθεί σχετικά με τις αποζημιώσεις των δικαιούχων. Η απόφαση άνοιξε τον δρόμο για την καταβολή των ποσών που είχαν επιδικαστεί στις οικογένειες και στους εργαζομένους.

Σε διαφορετική αστική διαφορά, η οποία αφορούσε τις ζημιές στο νεοκλασικό ακίνητο όπου στεγαζόταν η τράπεζα, ο Άρειος Πάγος με την απόφαση 1532/2024 αναίρεσε απόφαση του Εφετείου και επέστρεψε την υπόθεση για νέα κρίση. Επισήμανε ελλείψεις και αντιφάσεις στην εξέταση της ενδεχόμενης ευθύνης της μισθώτριας τράπεζας και μελών του διοικητικού συμβουλίου για τα μέτρα ασφαλείας. Η συγκεκριμένη διαδικασία δεν αφορούσε την ταυτοποίηση των εμπρηστών ούτε αποτελούσε τελική απόφαση για τις αποζημιώσεις των οικογενειών.

Ο φάκελος ανοίγει ξανά

Το γεγονός ότι η πρώτη ποινική διαδικασία κατέληξε σε αθώωση δεν σήμαινε ότι η υπόθεση εγκαταλείφθηκε οριστικά. Το 2020, με τη συμπλήρωση δέκα ετών από την τραγωδία, συγκροτήθηκε νέα ομάδα αξιωματικών για την επανεξέταση του φακέλου, των φωτογραφιών και των βίντεο.

Τον Μάρτιο του 2021 η Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών διέταξε νέα προκαταρκτική εξέταση, έπειτα από την υποβολή πρόσθετου υλικού από την Αστυνομία. Η έρευνα ανατέθηκε εκ νέου στην Κρατική Ασφάλεια, με στόχο να αξιολογηθούν από την αρχή παλαιά και νεότερα στοιχεία.

Στη δεύτερη αυτή περίοδο της έρευνας συγκεντρώθηκε, σύμφωνα με δημοσιεύματα, πολλαπλάσιο υλικό από εκείνο που υπήρχε στην αρχική δικογραφία. Οι αστυνομικοί εξέτασαν φωτογραφίες, βίντεο και τη δράση προσώπων που φέρονταν να είχαν εμφανιστεί σε μεταγενέστερες εμπρηστικές επιθέσεις. Και αυτή η προσπάθεια, ωστόσο, δεν οδήγησε τότε σε συλλήψεις, καθώς κρίθηκε ότι δεν υπήρχαν επαρκείς ενδείξεις για ασφαλή ποινική θεμελίωση.

Μία τρίτη φάση άρχισε να διαμορφώνεται το 2025, όταν η έρευνα πέρασε στη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος, το αποκαλούμενο «ελληνικό FBI». Οι αρχές φέρονται να εστίασαν σε έναν κύκλο περίπου 13 προσώπων από τον αντιεξουσιαστικό χώρο, επανεξετάζοντας τις κινήσεις τους, τις μεταξύ τους σχέσεις και το οπτικό υλικό της ημέρας.

Η μεγάλη καμπή του 2026

Οι δύο συλλήψεις και το τρίτο ένταλμα αποτελούν την πρώτη χειροπιαστή εξέλιξη ύστερα από τη νέα, πολυετή έρευνα. Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιο νέο αποδεικτικό στοιχείο επέτρεψε στις αρχές να υπερβούν τα αδιέξοδα του παρελθόντος.

Τις απαντήσεις θα δώσουν η επίσημη ενημέρωση της ΕΛ.ΑΣ., η δικογραφία, οι απολογίες ενώπιον του ανακριτή και, εφόσον η υπόθεση παραπεμφθεί, η δημόσια ακροαματική διαδικασία.

Δεκαέξι χρόνια μετά, οι οικογένειες της Αγγελικής, της Παρασκευής και του Επαμεινώνδα δεν χρειάζονται απλώς υπόπτους. Χρειάζονται πλήρη αλήθεια, αδιάσειστα στοιχεία και μία δικαστική απόφαση που δεν θα αφήνει σκιές. Γιατί η Μαρφίν δεν είναι απλώς ένας παλιός φάκελος της Αστυνομίας. Είναι τρεις άνθρωποι που πνίγηκαν από τον καπνό στον χώρο της εργασίας τους, ένα αγέννητο παιδί που δεν πρόλαβε να δει το φως και μία πληγή που παραμένει ανοιχτή για ολόκληρη την ελληνική κοινωνία.