Τη σταδιακή κατάργηση των επιδοτήσεων στα ορυκτά καύσιμα, την αναμόρφωση της ενεργειακής φορολογίας, την επέκταση της κοινωνικής κατοικίας, την ενίσχυση των δεξιοτήτων, τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της Δικαιοσύνης και την επιτάχυνση κρίσιμων μεταρρυθμίσεων ζητά η Ευρωπαϊκή Επιτροπή από την Ελλάδα στις ειδικές ανά χώρα συστάσεις που δημοσίευσε στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου 2026.
Την ίδια στιγμή, οι Βρυξέλλες αναγνωρίζουν ότι η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει πλέον μακροοικονομικές ανισορροπίες, κλείνοντας έναν κύκλο που ξεκίνησε με την κρίση χρέους και τα μνημόνια. Ωστόσο, η Κομισιόν προειδοποιεί ότι η επόμενη πρόκληση για την ελληνική οικονομία δεν είναι πλέον η δημοσιονομική σταθερότητα, αλλά η ενίσχυση της παραγωγικότητας, η αντιμετώπιση του στεγαστικού προβλήματος, η ενεργειακή μετάβαση, η αναβάθμιση των δεξιοτήτων, η ανθεκτικότητα απέναντι στην κλιματική αλλαγή και η βελτίωση της ποιότητας των δημόσιων υπηρεσιών.
Σε μια ογκώδη έκθεση που λειτουργεί ταυτόχρονα ως απολογισμός και χάρτης πορείας για τα επόμενα χρόνια, η Επιτροπή καταγράφει μια οικονομία που συνεχίζει να αναπτύσσεται, αλλά εξακολουθεί να απέχει σημαντικά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Παρά τη βελτίωση των περισσότερων δεικτών, το πραγματικό ΑΕΠ παραμένει περίπου 14% χαμηλότερα από τα προ κρίσης επίπεδα του 2008, ενώ το κατά κεφαλήν εισόδημα αντιστοιχεί μόλις στο 68,4% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης δύο αριθμοί που υπενθυμίζουν πόση απόσταση απομένει ακόμα μέχρι την πλήρη σύγκλιση.
Η ενεργειακή εξάρτηση κρατά ψηλά το κόστος
Η ενέργεια βρίσκεται στο επίκεντρο της φετινής αξιολόγησης.
Παρά τη σημαντική αύξηση του μεριδίου των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην ηλεκτροπαραγωγή, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να παραμένει ιδιαίτερα εξαρτημένη από τα ορυκτά καύσιμα. Οι τιμές χονδρικής ηλεκτρικής ενέργειας παραμένουν ευμετάβλητες και υψηλότερες από τον μέσο όρο της ΕΕ, κυρίως λόγω της μεγάλης εξάρτησης από το φυσικό αέριο.
Οι Βρυξέλλες ζητούν την επιτάχυνση της ανάπτυξης υπεράκτιων αιολικών πάρκων, την ολοκλήρωση των ηλεκτρικών διασυνδέσεων των νησιών, την εγκατάσταση έξυπνων μετρητών, την ενίσχυση των υποδομών αποθήκευσης ενέργειας, τη μείωση των απωλειών στα δίκτυα και την προώθηση λύσεων ευελιξίας στο ηλεκτρικό σύστημα.
Ιδιαίτερα αιχμηρή είναι η αναφορά στις επιδοτήσεις ορυκτών καυσίμων. Η Επιτροπή σημειώνει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικές επιδοτήσεις χωρίς να προβλέπεται σταδιακή κατάργησή τους έως το 2030, ενώ υπογραμμίζει ότι η ενεργειακή φορολογία συνεχίζει να ευνοεί τα ορυκτά καύσιμα έναντι της ηλεκτρικής ενέργειας.
Στις συστάσεις της καλεί την Αθήνα να αναπροσαρμόσει τους ενεργειακούς φόρους ώστε να ενθαρρύνει τον εξηλεκτρισμό και να λάβει συγκεκριμένα μέτρα για τη σταδιακή κατάργηση των επιδοτήσεων ορυκτών καυσίμων, ιδίως στη βιομηχανία.
Παράλληλα επισημαίνει ότι η Ελλάδα παραμένει μεταξύ των χωρών της ΕΕ με τη μεγαλύτερη φορολογική ευνοϊκή μεταχείριση του diesel σε σχέση με τη βενζίνη, παρότι το diesel είναι περιβαλλοντικά πιο επιβαρυντικό.
Τα μέτρα στήριξης
Η Επιτροπή αναφέρεται επίσης στα μέτρα στήριξης που υιοθέτησε η ελληνική κυβέρνηση μετά το ενεργειακό σοκ που προκάλεσαν οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, καταγράφοντας μεταξύ άλλων την επιδότηση diesel ύψους 0,16 ευρώ ανά λίτρο, το fuel pass των 50–60 ευρώ ανά όχημα για Απρίλιο–Μάιο 2026, την επιδότηση λιπασμάτων που καλύπτει το 15% του κόστους για τους αγρότες, την έκτακτη ενίσχυση 150 ευρώ ανά παιδί και τη στήριξη των ακτοπλοϊκών μεταφορών.
Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής, το δημοσιονομικό κόστος των μέτρων αυτών ανέρχεται σε περίπου 0,2% του ΑΕΠ το 2026, ενώ εάν παρέμεναν σε ισχύ έως το τέλος του έτους θα μπορούσε να φθάσει το 0,6% του ΑΕΠ.
Ωστόσο, η Κομισιόν ξεκαθαρίζει ότι τα μέτρα θα πρέπει να είναι προσωρινά, στοχευμένα στην προστασία των ευάλωτων νοικοκυριών ή στην κάλυψη των αναγκών ενεργοβόρων επιχειρήσεων και να μην υπονομεύουν τα κίνητρα για εξοικονόμηση ενέργειας.
Τέλος στις μακροοικονομικές ανισορροπίες
Η σημαντικότερη θετική είδηση της έκθεσης είναι η απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να βγάλει την Ελλάδα από την κατηγορία των χωρών που αντιμετωπίζουν μακροοικονομικές ανισορροπίες.
Η απόφαση δεν ήρθε ξαφνικά. Βασίστηκε σε εις βάθος ανασκόπηση που ξεκίνησε ήδη από τον Νοέμβριο του 2025 και ολοκληρώθηκε τον Μάιο του 2026, αξιολογώντας συστηματικά τις ευπάθειες της ελληνικής οικονομίας.
Σύμφωνα με την αξιολόγηση, οι ευπάθειες που σχετίζονταν με το δημόσιο και το εξωτερικό χρέος έχουν υποχωρήσει σημαντικά χάρη στη σταθερή ανάπτυξη, στα συνεχή δημοσιονομικά πλεονάσματα, στη βελτίωση των τραπεζικών ισολογισμών και στις μεταρρυθμίσεις των τελευταίων ετών.
Η γενική κυβέρνηση κατέγραψε πλεόνασμα 1,7% του ΑΕΠ το 2025, ενώ προβλέπεται πλεόνασμα 0,8% το 2026 και 0,6% το 2027. Το πρωτογενές πλεόνασμα αναμένεται να παραμείνει πάνω από το 3,5% του ΑΕΠ, ενώ το δημόσιο χρέος, αν και παραμένει το υψηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, συνεχίζει να αποκλιμακώνεται: από 154,2% του ΑΕΠ το 2024 στο 146,1% το 2025, με πρόβλεψη για 140,7% το 2026 και 134,4% το 2027.
Δημόσιες επενδύσεις και Ταμείο Ανάκαμψης
Καθοριστικό ρόλο στη διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής διαδραματίζουν οι δημόσιες επενδύσεις μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και των ευρωπαϊκών πόρων συνοχής. Η Επιτροπή σημειώνει ότι η Ελλάδα υλοποιεί τα προγράμματα συνοχής με ταχύτερους ρυθμούς από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, τόσο ως προς την επιλογή έργων όσο και ως προς τις πληρωμές ένα από τα λίγα ευρήματα που παρουσιάζει ανεπιφύλακτα θετική εικόνα.
Ωστόσο, οι Βρυξέλλες ζητούν μεγαλύτερη έμφαση σε τομείς όπως η καινοτομία, οι σιδηρόδρομοι, οι δημόσιες συγκοινωνίες, η διαχείριση αποβλήτων και οι πολιτικές συγκράτησης ανθρώπινου δυναμικού στις περιφέρειες που αντιμετωπίζουν δημογραφική συρρίκνωση.
Στεγαστική κρίση
Ένα από τα μεγαλύτερα κεφάλαια της έκθεσης αφορά τη στέγαση.
Σύμφωνα με την Επιτροπή, οι τιμές κατοικιών αυξάνονται με υψηλό ρυθμό από το 2019, ενώ οι αυξήσεις στις τιμές αγοράς και στα ενοίκια έχουν ξεπεράσει την αύξηση των εισοδημάτων.
Η προσφορά νέων κατοικιών παραμένει περιορισμένη μετά από χρόνια χαμηλών επενδύσεων στην οικοδομή, ενώ η ξένη ζήτηση που συνδέεται με την Golden Visa και τις τουριστικές επενδύσεις συνέβαλε στην αύξηση των τιμών τα προηγούμενα χρόνια.
Η Επιτροπή συνδέει επίσης ευθέως το στεγαστικό πρόβλημα με τα κόκκινα δάνεια
Παρότι τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια έχουν μειωθεί στους τραπεζικούς ισολογισμούς, μεγάλο μέρος τους βρίσκεται πλέον υπό τη διαχείριση servicers και η διαδικασία εκκαθάρισής τους προχωρά αργά.
Οι δικαστικές καθυστερήσεις πριν και μετά τους πλειστηριασμούς αποθαρρύνουν τους υποψήφιους αγοραστές και καθυστερούν τη διάθεση ακινήτων στην αγορά.
«Οι καθυστερήσεις αυτές επιδεινώνουν την κρίση προσιτής στέγασης, καθώς πολλές κενές κατοικίες παραμένουν εγκλωβισμένες σε διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης οφειλών», σημειώνει χαρακτηριστικά η έκθεση.
Η Κομισιόν καλεί την Ελλάδα να εφαρμόσει την εθνική στρατηγική στέγασης και την «Κοινωνική Αντιπαροχή» και ζητά αύξηση της προσφοράς κοινωνικής και προσιτής κατοικίας.
Οι επενδύσεις συνεχίζουν να σκοντάφτουν στη γραφειοκρατία-Προβλήματα με τον αιγιαλό
Παρά τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος μέσω της ψηφιοποίησης πολλών διαδικασιών, οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να θεωρούν τη γραφειοκρατία σημαντικό εμπόδιο.
Οι περιβαλλοντικές αδειοδοτήσεις παραμένουν χρονοβόρες και πολύπλοκες, ενώ η Επιτροπή ζητά την ολοκλήρωση του σχετικού κανονιστικού πλαισίου.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο καθεστώς παραχωρήσεων στον αιγιαλό.
«Το νομικό πλαίσιο για τις συμβάσεις παραχώρησης στον αιγιαλό είναι παρωχημένο και εμποδίζει επενδύσεις σε υφιστάμενες και νέες υποδομές», αναφέρει η έκθεση.
Παράλληλα, μόλις το 20% της ελληνικής επικράτειας καλύπτεται σήμερα από εγκεκριμένα τοπικά πολεοδομικά σχέδια.
Δικαιοσύνη και επιχειρηματικό περιβάλλον
Οι Βρυξέλλες αναγνωρίζουν τις πρόσφατες μεταρρυθμίσεις στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και την πρόοδο στην ψηφιοποίηση ορισμένων δικαστικών διαδικασιών.
Ωστόσο, η διάρκεια των διαδικασιών στα πολιτικά, ποινικά και διοικητικά δικαστήρια εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στις υψηλότερες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με αρνητικές επιπτώσεις στην εκτέλεση συμβάσεων, στην προστασία περιουσιακών δικαιωμάτων, στις δημόσιες συμβάσεις, στους πλειστηριασμούς και τελικά στην επενδυτική δραστηριότητα.
Το Δημόσιο καθυστερεί να πληρώσει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά ευρήματα της έκθεσης αφορά τις καθυστερημένες πληρωμές του Δημοσίου.
Σύμφωνα με την Επιτροπή, το 33% των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στην Ελλάδα αντιμετωπίζουν καθυστερημένες πληρωμές από δημόσιους φορείς, έναντι 20% κατά μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Παράλληλα, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η πολιτική έρευνας και καινοτομίας παραμένει κατακερματισμένη μεταξύ πολλών υπουργείων και δημόσιων φορέων, ενώ η αγορά επιχειρηματικών κεφαλαίων και venture capital εξακολουθεί να υπολείπεται σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Η Κομισιόν ζητά επανεξέταση 1.236 φοροαπαλλαγών
Η Επιτροπή αναγνωρίζει τη σημαντική πρόοδο στη φορολογική συμμόρφωση μέσω της ψηφιοποίησης της φορολογικής διοίκησης και των τελωνείων.
Ωστόσο υπογραμμίζει ότι το ελληνικό φορολογικό σύστημα εξακολουθεί να περιλαμβάνει 1.236 φορολογικές δαπάνες και εξαιρέσεις το 2025, με σημαντικό δημοσιονομικό κόστος, και ζητά συστηματική αξιολόγηση και εξορθολογισμό τους.
Παιδεία: η Κομισιόν ζητά αξιολόγηση εκπαιδευτικών
Ιδιαίτερα αιχμηρή εμφανίζεται η Επιτροπή στο κεφάλαιο της εκπαίδευσης.
Σύμφωνα με τα τελευταία αποτελέσματα PISA του ΟΟΣΑ, οι επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών στις βασικές δεξιότητες συγκαταλέγονται στις χαμηλότερες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και έχουν επιδεινωθεί από το 2018 σε όλες σχεδόν τις κοινωνικές ομάδες.
Η Κομισιόν αποδίδει μέρος του προβλήματος στη χαμηλή αυτονομία των σχολικών μονάδων, στις περιορισμένες δυνατότητες επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών και στην απουσία ισχυρής κουλτούρας αξιολόγησης.
Στις τελικές της συστάσεις καλεί την Ελλάδα να βελτιώσει τα εκπαιδευτικά αποτελέσματα μέσω της επέκτασης της επιμόρφωσης και της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών, καθώς και της ενίσχυσης της αυτονομίας των σχολικών μονάδων.
Παράλληλα, μόλις το 28,8% των παιδιών κάτω των τριών ετών συμμετέχει σε δομές προσχολικής φροντίδας και εκπαίδευσης, έναντι 39,3% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Κοινωνική σύγκλιση, απασχόληση και φτώχεια
Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις εννέα χώρες που εξετάστηκαν εις βάθος στο πλαίσιο του νέου Πλαισίου Κοινωνικής Σύγκλισης.
Παρά τη μείωση της ανεργίας, η συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας παραμένει ιδιαίτερα χαμηλή, με το χάσμα απασχόλησης μεταξύ ανδρών και γυναικών να είναι σχεδόν διπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Υψηλό παραμένει επίσης το ποσοστό νέων που δεν εργάζονται, δεν σπουδάζουν και δεν συμμετέχουν σε κατάρτιση, το οποίο ανήλθε στο 13,6% το 2025.
Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η αποτελεσματικότητα των κοινωνικών μεταβιβάσεων παραμένει χαμηλότερη από τον μέσο όρο της ΕΕ και έχει υποχωρήσει τα τελευταία χρόνια.
Για τον λόγο αυτό καλεί την Ελλάδα να αυξήσει τη συμμετοχή γυναικών, νέων και ευάλωτων ομάδων στην αγορά εργασίας μέσω ευέλικτων μορφών απασχόλησης και επέκτασης των δομών παιδικής και μακροχρόνιας φροντίδας, να βελτιώσει την πρόσβαση στις κοινωνικές υπηρεσίες και να ενισχύσει την προσφορά προσιτής και κοινωνικής κατοικίας.
Υγεία και οδοντιατρική περίθαλψη
Στον τομέα της υγείας, η Επιτροπή αναγνωρίζει τις επενδύσεις στην πρωτοβάθμια φροντίδα και τις μεταρρυθμίσεις του Ταμείου Ανάκαμψης.
Ωστόσο, η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές ελλείψεις νοσηλευτών και γενικών ιατρών, καθώς και σημαντικές γεωγραφικές ανισότητες στην πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό παραμένει το γεγονός ότι η χώρα καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό ιδιωτικών πληρωμών για υπηρεσίες υγείας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η Επιτροπή ζητά μείωση των ιδιωτικών επιβαρύνσεων των ασθενών, ενίσχυση της πρωτοβάθμιας φροντίδας και αντιμετώπιση των ελλείψεων σε γιατρούς και νοσηλευτές, ενώ κάνει ειδική αναφορά στην ανάγκη ενίσχυσης της δημόσιας κάλυψης της οδοντιατρικής περίθαλψης.
Κλίμα, νερό, φυσικές καταστροφές και μεταφορές
Η Επιτροπή χαρακτηρίζει την Ελλάδα μία από τις πλέον ευάλωτες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στην κλιματική αλλαγή.
Πυρκαγιές, πλημμύρες, ξηρασίες και ακραία καιρικά φαινόμενα προκαλούν ολοένα μεγαλύτερες πιέσεις στις υποδομές και στην οικονομία.
Η χώρα συγκαταλέγεται επίσης στις πλέον υδατικά πιεσμένες της ΕΕ. Πάνω από το 80% της συνολικής κατανάλωσης νερού αφορά τη γεωργία, ενώ διαπιστώνονται ελλείψεις στην αποθήκευση υδάτων και στην επαναχρησιμοποίηση επεξεργασμένων λυμάτων.
Οι Βρυξέλλες ζητούν καλύτερη διαχείριση υδάτινων πόρων, ενίσχυση της κλιματικής ανθεκτικότητας και μεγαλύτερη ασφαλιστική κάλυψη έναντι φυσικών καταστροφών, η οποία παραμένει από τις χαμηλότερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Μεταφορές: Γηρασμένα αυτοκίνητα, παλιά πλοία και στοίχημα ο σιδηρόδρομος
Η Επιτροπή αφιερώνει ξεχωριστό κεφάλαιο στις μεταφορές, επισημαίνοντας ότι η Ελλάδα διαθέτει έναν από τους γηραιότερους στόλους οχημάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που καθιστά τον τομέα των μεταφορών έναν από τους μεγαλύτερους παραγωγούς εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.
Για τον λόγο αυτό ζητά μια ολοκληρωμένη στρατηγική απανθρακοποίησης των μεταφορών, με μεγαλύτερη διείσδυση της ηλεκτροκίνησης, αναβάθμιση των δημόσιων συγκοινωνιών και βελτίωση των αστικών μεταφορών.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στην ακτοπλοΐα. Σύμφωνα με την έκθεση, πάνω από το 80% των επιβατηγών πλοίων της χώρας είναι ηλικίας άνω των 20 ετών και δεν διαθέτουν σύγχρονες πράσινες τεχνολογίες. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η ανανέωση του στόλου μπορεί να αποφέρει σημαντικά οικονομικά και περιβαλλοντικά οφέλη.
Ξεχωριστή έμφαση δίνεται στους σιδηροδρόμους. Η Κομισιόν ζητά την επιτάχυνση της μεταρρύθμισης του σιδηροδρομικού τομέα, την πλήρη ανάπτυξη του Ευρωπαϊκού Συστήματος Διαχείρισης Σιδηροδρομικής Κυκλοφορίας (ERTMS) και την ενίσχυση της Ρυθμιστικής Αρχής Σιδηροδρόμων.
Όπως σημειώνει, ένα σύγχρονο και αξιόπιστο σιδηροδρομικό δίκτυο θα μπορούσε να επιτρέψει στην Ελλάδα να αξιοποιήσει τη στρατηγική της θέση ως πύλη μεταξύ της Ευρώπης, της Ανατολικής Μεσογείου και της περιοχής της Μαύρης Θάλασσας.
Η εικόνα που προκύπτει από την έκθεση είναι μιας χώρας που έχει αφήσει πίσω της τις πιο οξείες δημοσιονομικές και χρηματοπιστωτικές αδυναμίες της κρίσης, χωρίς όμως να έχει ακόμη καλύψει το αναπτυξιακό και κοινωνικό χάσμα με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Για την Επιτροπή, το στοίχημα της επόμενης δεκαετίας δεν είναι πλέον η δημοσιονομική διάσωση της Ελλάδας, αλλά η επιτάχυνση της παραγωγικότητας, η αντιμετώπιση του στεγαστικού προβλήματος, η αναβάθμιση των δεξιοτήτων και η προσαρμογή σε μια οικονομία χαμηλών εκπομπών και υψηλότερης ανθεκτικότητας.