Η Νιτσιάκος περνά σταδιακά στον έλεγχο της MHP, ενός ουκρανικού κολοσσού στον χώρο των πουλερικών. Η συμφωνία είναι μεγάλη, όχι μόνο λόγω μεγέθους, αλλά κυρίως λόγω συμβολισμού. Δείχνει ότι η Ελλάδα δεν είναι πια απλώς αγορά κατανάλωσης ή χώρα τουρισμού. Είναι χώρα παραγωγής, υποδομών, ανθρώπινου δυναμικού και γεωγραφικής υπεραξίας. Και το στοίχημα είναι να καταφέρει να μετατρέψει το κύμα εξαγορών και επενδύσεων σε σταθερή ανάπτυξη, περισσότερες δουλειές και ισχυρότερο ρόλο στα Βαλκάνια.
Ο Γιούρι Κόσιουκ δεν είναι ένας τυχαίος επιχειρηματίας. Στην Ουκρανία τον αποκαλούν «βασιλιά του κοτόπουλου» και όχι άδικα.
Ο Γιούρι Κόσιουκ γεννήθηκε το 1968 στην περιοχή Τσερκάσι της Ουκρανίας και σπούδασε τεχνολογία τροφίμων στο Ινστιτούτο Βιομηχανίας Τροφίμων του Κιέβου. Ξεκίνησε την επιχειρηματική του διαδρομή στις αρχές της δεκαετίας του 1990, αρχικά με εμπορικές δραστηριότητες και στη συνέχεια με σιτηρά, πριν στραφεί το 1998 στην πτηνοτροφία, ιδρύοντας την MHP με μόλις δέκα εργαζόμενους. Από εκείνη τη μικρή αφετηρία, ο Κόσιουκ δημιούργησε έναν από τους ισχυρότερους αγροδιατροφικούς ομίλους της Ευρώπης, εισάγοντας την εταιρεία στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου το 2008 και χτίζοντας γύρω από την MHP ένα καθετοποιημένο μοντέλο παραγωγής που ξεκινά από τις ζωοτροφές και φτάνει μέχρι το τελικό προϊόν στο ράφι. Για ένα σύντομο διάστημα το 2014 πέρασε και από την πολιτική σκηνή της Ουκρανίας, ως αναπληρωτής επικεφαλής της προεδρικής διοίκησης, παραμένοντας όμως κυρίως γνωστός ως ο άνθρωπος που μετέτρεψε την ουκρανική πτηνοτροφία σε διεθνή επιχειρηματική δύναμη.
Η MHP, ο όμιλος που δημιούργησε, εξελίχθηκε σε έναν από τους μεγαλύτερους παραγωγούς πουλερικών στην Ευρώπη, με παρουσία σε δεκάδες αγορές και καθετοποιημένο μοντέλο παραγωγής: από τις ζωοτροφές μέχρι την επεξεργασία, τη συσκευασία και τη διανομή.
Απέναντί του, η Νιτσιάκος. Μια ελληνική εταιρεία που δεν έγινε γνωστή από διαφημιστικά πυροτεχνήματα, αλλά από παραγωγή, συνέπεια, εξαγωγική προσπάθεια και βαθιά παρουσία στην ελληνική περιφέρεια. Μια εταιρεία που ταυτίστηκε με την πτηνοτροφία, με την Ήπειρο, με την αγροδιατροφική αλυσίδα, με εκατοντάδες ανθρώπους που εργάζονται άμεσα ή έμμεσα γύρω από αυτήν.
Η συμφωνία για τη σταδιακή απόκτηση του 70% της Νιτσιάκος από την MHP, με προοπτική ακόμη και πλήρους εξαγοράς στο μέλλον, δεν είναι μια απλή αλλαγή μετοχικής σύνθεσης. Είναι ένα από εκείνα τα deals που δείχνουν ότι η Ελλάδα έχει αρχίσει να μπαίνει πιο καθαρά στο ραντάρ μεγάλων διεθνών παικτών. Και μάλιστα όχι μόνο στον τουρισμό, στα ακίνητα ή στην ενέργεια, αλλά και στην παραγωγή τροφίμων.
Αυτό έχει τεράστια σημασία.
Γιατί η αγροδιατροφή δεν είναι ένας δευτερεύων κλάδος. Είναι στρατηγικός τομέας. Συνδέεται με την επισιτιστική ασφάλεια, με τις εξαγωγές, με την περιφέρεια, με την απασχόληση, με την τεχνολογία, με την κτηνοτροφία, με την πρωτογενή παραγωγή. Όταν ένας μεγάλος ευρωπαϊκός όμιλος μπαίνει σε μια ελληνική εταιρεία τέτοιου μεγέθους, το μήνυμα είναι σαφές: η Ελλάδα μπορεί να γίνει βάση παραγωγής, κόμβος εξαγωγών και πύλη προς μια ευρύτερη περιφερειακή αγορά.
Τα τελευταία πέντε χρόνια δεν είναι λίγες οι ελληνικές επιχειρήσεις που βρέθηκαν στο επίκεντρο μεγάλων εξαγορών ή επενδυτικών κινήσεων. Η CVC επένδυσε δυναμικά στην Ελλάδα, από την υγεία και την ασφάλιση μέχρι τα τρόφιμα και την τεχνολογία. Η Εθνική Ασφαλιστική πέρασε σε νέα χέρια και στη συνέχεια αποτέλεσε αντικείμενο νέας συμφωνίας με την Τράπεζα Πειραιώς. Το Skroutz, μια από τις πιο αναγνωρίσιμες ελληνικές ψηφιακές πλατφόρμες, πέρασε από τη CVC στη Blackstone, με αποτίμηση που δείχνει ότι και η ελληνική τεχνολογία μπορεί να αποκτήσει διεθνή βάρος. Στον χώρο των τροφίμων, των υποδομών, της ενέργειας, των logistics και των υπηρεσιών, οι κινήσεις πολλαπλασιάζονται.
Δεν πρόκειται για τυχαίο φαινόμενο. Η Ελλάδα βγήκε από τη δεκαετή κρίση με πληγές, αλλά και με μια πιο καθαρή ανάγκη: να σταματήσει να συζητά μόνο για κατανάλωση και να αρχίσει να μιλά ξανά για παραγωγή. Η επιστροφή της επενδυτικής εμπιστοσύνης, η αναβάθμιση της χώρας, η γεωπολιτική της θέση, τα ευρωπαϊκά κονδύλια, η ψηφιοποίηση του κράτους και η σταθερότερη εικόνα της οικονομίας έχουν δημιουργήσει ένα νέο περιβάλλον.
Η Ελλάδα έχει πλεονεκτήματα που πολλές χώρες της περιοχής θα ήθελαν να έχουν. Έχει λιμάνια με στρατηγική σημασία, από τον Πειραιά μέχρι τη Θεσσαλονίκη και την Αλεξανδρούπολη. Έχει αεροδρόμια που μπορούν να λειτουργήσουν ως κόμβοι μετακίνησης, εμπορίου και τουρισμού. Έχει πρόσβαση στη Μεσόγειο, στα Βαλκάνια, στη Μαύρη Θάλασσα, στη Μέση Ανατολή. Έχει ανθρώπους με τεχνική γνώση, εμπειρία, προσαρμοστικότητα και εργασιακή κουλτούρα που δεν πρέπει να υποτιμάται.
Έχει, επίσης, μια θέση που σήμερα αποκτά νέα αξία. Τα Βαλκάνια δεν είναι πια μια περιοχή στο περιθώριο. Είναι μια ζώνη με ανάγκη για υποδομές, ενέργεια, τρόφιμα, μεταφορές, τεχνολογία, χρηματοδότηση και παραγωγή. Όσο οι ευρωπαϊκές αλυσίδες εφοδιασμού αναδιατάσσονται, όσο οι επιχειρήσεις θέλουν να βρίσκονται πιο κοντά στις αγορές τους, όσο η γεωπολιτική αβεβαιότητα κάνει τη σταθερότητα πολύτιμο αγαθό, η Ελλάδα μπορεί να λειτουργήσει ως ο φυσικός πυλώνας της περιοχής.
Όμως για να γίνει αυτό, χρειάζεται σχέδιο.
Επένδυση δεν είναι απλώς η αγορά μιας ελληνικής εταιρείας. Επένδυση είναι να μπαίνει νέο κεφάλαιο στην παραγωγή. Να εκσυγχρονίζονται εργοστάσια. Να ανοίγουν νέες γραμμές προϊόντων. Να αυξάνονται οι εξαγωγές. Να εκπαιδεύονται εργαζόμενοι. Να δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας. Να στηρίζονται οι τοπικοί προμηθευτές. Να παραμένει αξία στην ελληνική οικονομία.
Αυτό πρέπει να είναι και η βασική εθνική γραμμή: κάθε μεγάλη εξαγορά, κάθε μεγάλη επένδυση, κάθε στρατηγική είσοδος ξένου ομίλου στην Ελλάδα να συνοδεύεται από σαφείς δεσμεύσεις για την απασχόληση και την παραγωγική βάση. Όχι μόνο να διασφαλίζονται οι υπάρχουσες θέσεις εργασίας, αλλά, όπου υπάρχουν οι προϋποθέσεις, να πολλαπλασιάζονται σταδιακά.
Δεν μπορεί η Ελλάδα να επιδιώκει επενδύσεις χωρίς κοινωνικό αποτύπωμα. Το ζητούμενο είναι μια ώριμη ισορροπία: ανοιχτή οικονομία, αλλά με κανόνες. Φιλικό περιβάλλον για τον επενδυτή, αλλά και προστασία για τον εργαζόμενο. Γρήγορες διαδικασίες, αλλά όχι ασυδοσία. Φορολογική ελκυστικότητα, γιατί το φορολογικό περιβάλλον είναι κρίσιμο. Οι σοβαροί επενδυτές δεν ζητούν μόνο χαμηλούς φόρους. Ζητούν κανόνες που δεν αλλάζουν κάθε χρόνο, δικαιοσύνη που λειτουργεί, αδειοδοτήσεις που δεν κρατούν χρόνια, ψηφιακές υπηρεσίες που δεν ταλαιπωρούν, υποδομές που αντέχουν.
Αν τα πετύχουμε αυτά, τότε η Ελλάδα δεν θα είναι απλώς μια χώρα στην οποία αγοράζονται εταιρείες. Θα είναι χώρα στην οποία χτίζονται εταιρείες.
Η συμφωνία για τη Νιτσιάκος πρέπει να διαβαστεί μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Δεν είναι μόνο μια είδηση για την πτηνοτροφία. Είναι μια υπενθύμιση ότι η ελληνική παραγωγή έχει αξία. Ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις, όταν έχουν ιστορία, οργάνωση και παρουσία στην αγορά, μπορούν να προσελκύσουν μεγάλους διεθνείς παίκτες. Ότι η περιφέρεια μπορεί να βρεθεί στο επίκεντρο διεθνών συμφωνιών. Ότι η χώρα μπορεί να μετατραπεί σε κόμβο τροφίμων, logistics και εξαγωγών.
Η επόμενη πενταετία θα είναι καθοριστική. Στα Βαλκάνια θα γίνουν πολλές κινήσεις. Τράπεζες, τρόφιμα, ενέργεια, μεταφορές, τεχνολογία, ασφαλιστικές εταιρείες, λιμάνια, logistics και βιομηχανία θα βρεθούν στο επίκεντρο. Όποιος κινηθεί γρήγορα, οργανωμένα και έξυπνα, θα πάρει θέση. Όποιος μείνει στη γραφειοκρατία, στον φόβο και στην εσωστρέφεια, θα βλέπει τις εξελίξεις να περνούν δίπλα του.