Η έξοδος των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων από τον ΟΠΕΚ δεν είναι μια απλή ενεργειακή είδηση. Είναι μια κίνηση που ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στο παγκόσμιο παιχνίδι ισχύος γύρω από το πετρέλαιο και, όπως συμβαίνει πάντα, κάποιοι κερδίζουν, κάποιοι χάνουν και κάποιοι απλώς παρακολουθούν τις εξελίξεις πληρώνοντας το κόστος…
Σε πρώτη ανάγνωση, ο μεγάλος κερδισμένος είναι τα ίδια τα ΗΑΕ. Εκτός ΟΠΕΚ, αποκτούν πλήρη ελευθερία κινήσεων, μπορούν να αυξήσουν την παραγωγή τους, να προσαρμόσουν τις τιμές τους και να διεκδικήσουν μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς χωρίς περιορισμούς. Με άλλα λόγια, εγκαταλείπουν τη λογική του «καρτέλ» για να παίξουν επιθετικά ως αυτόνομος παίκτης.
Η εξέλιξη αυτή, όμως, δεν μένει εκεί. Επηρεάζει άμεσα και τις Ηνωμένες Πολιτείες, που λειτουργούν ταυτόχρονα ως μεγάλος παραγωγός και καταναλωτής. Οι ΗΠΑ ωφελούνται αν οι τιμές του πετρελαίου κινηθούν σε χαμηλότερα επίπεδα, καθώς περιορίζεται ο πληθωρισμός. Ωστόσο, δεν θέλουν υπερβολικά χαμηλές τιμές, γιατί αυτό πλήττει την εγχώρια παραγωγή σχιστολιθικού πετρελαίου. Για την Ουάσινγκτον, το ιδανικό σενάριο είναι μια αγορά χωρίς ισχυρά καρτέλ αλλά με σχετική ισορροπία.
Η «παράμετρος» της Κίνας
Στον αντίποδα, η Κίνα μπορεί να αποδειχθεί ο πιο «ήσυχος» κερδισμένος. Ως ο μεγαλύτερος εισαγωγέας ενέργειας στον κόσμο, επωφελείται από κάθε αύξηση της προσφοράς και κάθε ένταση ανταγωνισμού μεταξύ παραγωγών. Μια πιο «χαλαρή» αγορά πετρελαίου της δίνει τη δυνατότητα να διαπραγματεύεται καλύτερες τιμές και να συνάπτει διμερείς συμφωνίες με χώρες όπως τα ΗΑΕ.
Αντίθετα, η Ρωσία βρίσκεται σε πιο δύσκολη θέση. Η οικονομία της βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στα έσοδα από το πετρέλαιο και στη συνεργασία με τον ΟΠΕΚ μέσω του σχήματος OPEC+. Αν η αποχώρηση των ΗΑΕ οδηγήσει σε αυξημένη παραγωγή και πτώση τιμών, η Μόσχα θα δει τα έσοδά της να πιέζονται και την επιρροή της να περιορίζεται.
Αστάθεια τιμών
Στην Ευρώπη, και ειδικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Θεωρητικά, οι ευρωπαϊκές οικονομίες θα μπορούσαν να ωφεληθούν από χαμηλότερες τιμές ενέργειας. Στην πράξη, όμως, το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι το επίπεδο των τιμών αλλά η αστάθεια. Μια αγορά χωρίς σαφή συντονισμό οδηγεί σε έντονες διακυμάνσεις, που δυσκολεύουν τον ενεργειακό σχεδιασμό και κρατούν ψηλά την αβεβαιότητα για επιχειρήσεις και καταναλωτές.
«Παθητικός παίκτης» η Ελλάδα
Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα «παθητικού παίκτη». Δεν επηρεάζει τις εξελίξεις, αλλά τις υφίσταται άμεσα. Οι μεταβολές στην τιμή του πετρελαίου περνούν σχεδόν αυτόματα στην αντλία και από εκεί σε όλη την οικονομία, στις μεταφορές, στα τρόφιμα, στις υπηρεσίες. Το αποτέλεσμα δεν είναι απαραίτητα μόνιμα υψηλές τιμές, αλλά κάτι πιο δύσκολο για τα νοικοκυριά, η αβεβαιότητα. Οι τιμές μπορεί να ανεβαίνουν και να πέφτουν απότομα, καθιστώντας τον οικογενειακό προϋπολογισμό όλο και πιο δύσκολο να προβλεφθεί.
Σε τελική ανάλυση, η αποχώρηση των ΗΑΕ από τον ΟΠΕΚ δεν δημιουργεί έναν ξεκάθαρο νικητή. Δημιουργεί ένα νέο περιβάλλον όπου το βασικό πλεονέκτημα δεν είναι απλώς η παραγωγή πετρελαίου, αλλά η ικανότητα διαχείρισης της αστάθειας. Κερδίζουν όσοι έχουν ευελιξία και ισχύ. Χάνουν όσοι χρειάζονται σταθερότητα.
Και για χώρες όπως η Ελλάδα, το ερώτημα δεν είναι ποιος κερδίζει. Είναι πόσο θα κοστίσει αυτό το νέο παιχνίδι στην καθημερινότητα των πολιτών.