Ai Key Takeaways

Σχετικά με αυτή την περίληψη

Η περίληψη δημιουργήθηκε αυτόματα με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης, ώστε να σας δώσει μια γρήγορη εικόνα των βασικών σημείων του άρθρου.

Οι περιλήψεις AI ενδέχεται να περιέχουν ανακρίβειες ή παραλείψεις. Για την πλήρη ενημέρωση, διαβάστε ολόκληρο το άρθρο.

  • Οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή ανέδειξαν εκ νέου την ευπάθεια της Ευρώπης λόγω της εξάρτησής της από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα, προκαλώντας προβληματισμό για τη στρατηγική ενεργειακής μετάβασης.
  • Ο Γιάννης Βαρδινογιάννης χαρακτήρισε λανθασμένη την απομάκρυνση από τα ορυκτά καύσιμα, υπογραμμίζοντας ότι οι κρίσεις επηρεάζουν άμεσα το κόστος παραγωγής, τις μεταφορές και τα νοικοκυριά.
  • Στην Ελλάδα, η συζήτηση επικεντρώνεται στη σταδιακή απολιγνιτοποίηση της ηλεκτροπαραγωγής, μια διαδικασία που επηρεάστηκε από την ενεργειακή κρίση και τις υψηλές τιμές των δικαιωμάτων εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα.
  • Παράλληλα, η πράσινη μετάβαση απαιτεί προσεκτική χωροθέτηση και υποδομές, ενώ η πυρηνική ενέργεια παραμένει ένα θεωρητικό ζήτημα για τη χώρα.
  • Το τελικό συμπέρασμα υποδεικνύει την ανάγκη για έναν ρεαλιστικό σχεδιασμό που θα εξισορροπεί την ενεργειακή ασφάλεια με την προστασία του περιβάλλοντος και την κοινωνική δικαιοσύνη.
Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Κάθε φορά που το πετρέλαιο παίρνει φωτιά, η Ευρώπη θυμάται απότομα κάτι που συχνά ξεχνά στις περιόδους ομαλότητας: ότι η ενέργεια δεν είναι μόνο περιβάλλον, ούτε μόνο αγορά. Είναι εθνική ασφάλεια, βιομηχανικό κόστος, ναυτιλία, μεταφορές, νοικοκυριά, γεωπολιτική. Η κρίση με το Ιράν, τις απειλές γύρω από τα Στενά του Ορμούζ και τις παρεμβάσεις Τραμπ ξανάφερε στο τραπέζι το ερώτημα: μήπως η Ευρώπη βιάστηκε να απομακρυνθεί από τα ορυκτά καύσιμα;

Η απάντηση δεν είναι απλή. Και σίγουρα δεν χωρά ούτε σε σύνθημα υπέρ του λιγνίτη, ούτε σε αφελές πανηγύρι για μια πράσινη μετάβαση χωρίς κόστος.

Advertisement
Advertisement

Ο Γιάννης Βαρδινογιάννης, πρόεδρος και CEO της Motor Oil, είπε στη γενική συνέλευση των μετόχων ότι ήταν «λάθος η στρατηγική της Ευρώπης να απομακρυνθούμε από τα ορυκτά καύσιμα». Το επιχείρημά του πατά πάνω σε μια πραγματικότητα: όσο η Ευρώπη παραμένει εξαρτημένη από εισαγόμενη ενέργεια, κάθε πολεμική κρίση στη Μέση Ανατολή περνά στα διυλιστήρια, στη ναυτιλία, στα εργοστάσια, στα πρατήρια, στα σπίτια.

Το πετρέλαιο τις τελευταίες εβδομάδες έκανε ακριβώς αυτό που κάνει πάντα σε περιόδους γεωπολιτικού κινδύνου: ανέβηκε απότομα, τρόμαξε τις αγορές, και στη συνέχεια υποχώρησε όταν φάνηκε αποκλιμάκωση. Αυτό δεν σημαίνει ότι λύθηκε το πρόβλημα. Σημαίνει ότι οι κοινωνίες παραμένουν όμηροι μιας αγοράς όπου μια απειλή στο Ορμούζ μπορεί να αλλάξει μέσα σε ώρες το κόστος μεταφορών, παραγωγής και θέρμανσης.

Στην Ελλάδα, όμως, η μεγάλη συζήτηση δεν αφορά γενικά όλα τα ορυκτά καύσιμα. Αφορά κυρίως τον λιγνίτη. Το πάλαι ποτέ «εθνικό καύσιμο» στήριξε επί δεκαετίες την ηλεκτροπαραγωγή, έδωσε δουλειές στη Δυτική Μακεδονία και στη Μεγαλόπολη, δημιούργησε ολόκληρες τοπικές οικονομίες γύρω από τη ΔΕΗ, τα ορυχεία, τους εργολάβους, τις μεταφορές, την τηλεθέρμανση.

Η πολιτική απόφαση για το τέλος του λιγνίτη ανακοινώθηκε το 2019, με στόχο το κλείσιμο όλων των λιγνιτικών μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας έως το 2028. Δεν καταργήθηκαν, λοιπόν, «τα καύσιμα» στην Ελλάδα. Αυτό που αποφασίστηκε ήταν η σταδιακή απολιγνιτοποίηση της ηλεκτροπαραγωγής. Στην πράξη, η διαδικασία επιταχύνθηκε, επιβραδύνθηκε ξανά λόγω της ενεργειακής κρίσης, και σήμερα το ορόσημο παραμένει η οριστική έξοδος του λιγνίτη από την παραγωγή ρεύματος.

Η Ελλάδα είχε δύο μεγάλα λιγνιτικά κέντρα: της Δυτικής Μακεδονίας και της Μεγαλόπολης. Στη Δυτική Μακεδονία τα βασικά ορυχεία ήταν το Κύριο Πεδίο, η Καρδιά, το Νότιο Πεδίο, το Αμύνταιο και η Φλώρινα/Μελίτη. Στη Μεγαλόπολη υπήρχαν τα επιμέρους πεδία Θωκνίας, Χωρεμίου, Κυπαρισσίων και Μαραθούσας. Η ίδια η ΔΕΗ αναφέρει ότι μετά την παύση λειτουργίας Αμυνταίου και Καρδιάς, σε λειτουργία έμειναν κυρίως το Νότιο Πεδίο και η Μαυροπηγή, ενώ το Χωρέμι στη Μεγαλόπολη όδευε προς περάτωση.

Κάποια περιουσιακά στοιχεία επιχειρήθηκε να περάσουν σε διαδικασία αποεπένδυσης. Το 2018-2019 μπήκαν στο τραπέζι οι λιγνιτικές μονάδες Μελίτης και Μεγαλόπολης, στο πλαίσιο ευρωπαϊκών και μνημονιακών δεσμεύσεων για περιορισμό της δεσπόζουσας θέσης της ΔΕΗ. Όμως οι διαγωνισμοί δεν απέδωσαν. Οι επενδυτές δεν έδειξαν το ενδιαφέρον που αναμενόταν, ακριβώς επειδή ο λιγνίτης είχε ήδη αρχίσει να γίνεται οικονομικά ασύμφορος.

Advertisement

Και εδώ βρίσκεται η δύσκολη αλήθεια. Ο λιγνίτης ήταν κάποτε φθηνός επειδή δεν πλήρωνε ολόκληρο το κόστος του. Σήμερα το κόστος των δικαιωμάτων εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα τον κάνει βαριά επιλογή. Οι ελληνικές λιγνιτικές μονάδες εκπέμπουν περίπου 1,15 έως 1,6 τόνους CO₂ ανά μεγαβατώρα. Με τιμές ρύπων κοντά στα 80 ευρώ ανά τόνο, μόνο οι ρύποι μπορούν να κοστίζουν 92 έως 160 ευρώ ανά μεγαβατώρα, πριν υπολογιστούν μισθοί, συντήρηση, καύσιμο, ορυχεία, μεταφορές.

Το περιβαλλοντικό κόστος ήταν επίσης τεράστιο: εκπομπές CO₂, σωματίδια, διοξείδιο του θείου, οξείδια του αζώτου, τέφρα, αλλοιωμένα εδάφη, υδάτινη πίεση, πληγές στο τοπίο. Οι τοπικές κοινωνίες πλήρωσαν την ανάπτυξη με θέσεις εργασίας, αλλά και με περιβαλλοντική υποβάθμιση.

Πράσινη ενέργεια και τα πυρινικά εργοστάσια

Advertisement

Από την άλλη, η πράσινη ενέργεια δεν είναι ουδέτερη. Τα αιολικά πάρκα χρειάζονται σωστή χωροθέτηση, γιατί μπορούν να επηρεάσουν τοπία, βουνοκορφές, ορνιθοπανίδα, τουριστικές και κτηνοτροφικές δραστηριότητες. Τα φωτοβολταϊκά απαιτούν μεγάλες εκτάσεις, δίκτυα, μπαταρίες, πρώτες ύλες, ανακύκλωση πάνελ. Η πράσινη μετάβαση δεν πρέπει να γίνει με λογική «όπου βρούμε γη, βάζουμε πάνελ». Χρειάζεται χωροταξία, αποθήκευση, δίκτυα, συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών και προστασία υψηλής παραγωγικής γης.

Υπάρχει και το πυρηνικό ερώτημα. Η ατομική ενέργεια έχει πολύ χαμηλές εκπομπές CO₂ στη λειτουργία της και γι’ αυτό αρκετές ευρωπαϊκές χώρες τη θεωρούν μέρος της λύσης. Όμως φέρει άλλους κινδύνους: υψηλό κόστος κατασκευής, διαχείριση ραδιενεργών αποβλήτων, ανάγκη απόλυτης ασφάλειας, γεωπολιτική ευαισθησία. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση λειτουργούν πυρηνικοί αντιδραστήρες σε 12 χώρες, μεταξύ των οποίων η Γαλλία, η Φινλανδία, η Σουηδία, η Ισπανία, η Τσεχία, η Σλοβακία, η Ουγγαρία, η Ρουμανία και η Βουλγαρία. Η Ελλάδα δεν έχει πυρηνικό εργοστάσιο και η συζήτηση παραμένει περισσότερο θεωρητική παρά πολιτικά ώριμη.

Στην Ευρώπη, ο άνθρακας και ο λιγνίτης δεν έχουν εξαφανιστεί. Παραμένουν σε χώρες όπως η Πολωνία, η Γερμανία, η Τσεχία, η Βουλγαρία, η Ρουμανία και, σε πολύ μικρότερο βαθμό, η Ελλάδα. Εκτός ΕΕ, η εξάρτηση είναι ακόμη πιο έντονη στα Δυτικά Βαλκάνια και στην Τουρκία.

Advertisement

Ποια είναι, λοιπόν, η «ντιρεκτίβα» της Ευρώπης; Δεν είναι μία μόνο οδηγία. Είναι ένα πλέγμα πολιτικών: το Ευρωπαϊκό Πράσινο Σύμφωνο, το Fit for 55, το Σύστημα Εμπορίας Ρύπων, η Οδηγία για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, που βάζει στόχο τουλάχιστον 42,5% ΑΠΕ έως το 2030, και οι κανόνες για τις μεγάλες βιομηχανικές εκπομπές.

Το συμπέρασμα είναι λιγότερο βολικό απ’ όσο θα ήθελαν και οι δύο πλευρές. Η επιστροφή στον λιγνίτη θα ήταν ακριβή και βρώμικη. Η άκριτη πράσινη μετάβαση μπορεί να γίνει κοινωνικά άδικη και περιβαλλοντικά προβληματική. Η Ευρώπη χρειάζεται κάτι δυσκολότερο: ενεργειακή ασφάλεια, καθαρότερη παραγωγή, αποθήκευση, δίκτυα, ρεαλισμό στα καύσιμα μετάβασης και δίκαιη στήριξη των περιοχών που έχασαν το παλιό τους παραγωγικό μοντέλο.

Advertisement