ΤΟ BLOG
24/04/2017 09:20 EEST | Updated 26/04/2017 05:55 EEST

Η Αρμενική γενοκτονία ως αποτέλεσμα των γεωστρατηγικών ανταγωνισμών στην ευρύτερη Μέση Ανατολή

Τα γεγονότα όμως που λαμβάνουν χώρα εκείνη την περίοδο στα ρωσοτουρκικά σύνορα μας πλησιάζουν περισσότερο στην καρδιά του προβλήματος: Η κήρυξη του πολέμου μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας την 13η/4/1877, βασισμένη από ρωσικής πλευράς στο μυστικό πρωτόκολλο μεταξύ Αυστρο-Ουγγαρίας και Ρωσίας, το οποίο και προέβλεπε παραχώρηση των εδαφών της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης εις τη Διπλή Μοναρχία, ενόχλησε ιδιαιτέρως τη Γηραιά Αλβυώνα, η οποία φοβουμένη την κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως και τον έλεγχο των Δαρδανελλίων από τις προελαύνουσες ρωσικές δυνάμεις απέστειλε τον Βρετανικό Βασιλικό Στόλο στις 29/1/1878 στα Δαρδανέλλια.

Τα γεγονότα που αποτελούν τη βάση για μια γεωπολιτική εξήγηση του Αρμενικού ζητήματος και της αντίστοιχης αρμενικής γενοκτονίας, πρέπει να τοποθετηθούν εξαρχής σε ό,τι αφορά το διπλωματικό τους πλαίσιο, ώστε να καταστεί δυνατόν να εξαχθούν και τα πρέποντα γεωπολιτικά συμπεράσματα. Και η αρχή αυτών των γεγονότων βρίσκεται στη γεωπολιτική ζύμωση με πρωταγωνιστή τη Γερμανία, που ακολουθεί τη συνθήκη ειρήνης της Φραγκφούρτης.

Ο Βίσμαρκ καθιστά έκτοτε ως κύριο άξονα της εξωτερικής του πολιτικής τον έλεγχο της εξελίξεως στις γαλλο-γερμανικές σχέσεις, θεωρώντας, και δικαίως, ότι η Γαλλία δεν θα απεδέχετο καθόλου εύκολα τον ακρωτηριασμό των εδαφών της, όπως αυτός προέκυψε μετά την προσάρτηση από τη Γερμανία των επαρχιών της Αλσατίας και της Λωραίνης. Ήταν διαυγές για τον Βίσμαρκ ότι θα αντιμετώπιζε σύντομα έναν πόλεμο από γαλλικής πλευράς για την αποκατάσταση αυτής της εκκρεμότητος. Κατέληξε ως εκ τούτου στην απόφαση να σχηματίσει γύρω από τη Γερμανία ένα αδιάρρηκτο δίκτυο συμμαχιών που θα την προστάτευαν από μια τυχόν Γαλλορωσική σύμπραξη.

Θεωρώντας ως ιδιαιτέρως ευαίσθητο σημείο της όλης του πολιτικής την ειρήνη στη Βαλκανική, έκανε το παν για να την προστατεύσει και κυρίως να αποφύγει την ανάμιξη σε μια πιθανή ανάφλεξη των Βαλκανίων της πιστής του συμμάχου Αυστρο - Ουγγαρίας, η οποία θα ενέπλεκε μοιραίως στο βαλκανικό παίγνιο και τη Ρωσία, αυξάνοντας κατακόρυφα τον κίνδυνο σύναψης ενός Γαλλο-Ρωσικού Συμφώνου, γεγο-νός το οποίο θα έπληττε καίρια τα συμφέροντα αλλά και την ευρωπαϊκή ηγεμονία των δύο Κεντρικών Αυτοκρατοριών.

Με αυτό το σκεπτικό ο Βίσμαρκ κατάφερε να διατηρήσει μέχρι το 1890 ένα ισχυρό δακτύλιο Ευρασιατικών δυνάμεων στην γερμανική σφαίρα επιρροής. Το κύριο όργανο αυτής της ισορροπίας αποτελούσε η Τριπλή Συμμαχία Γερμανίας με το σκέλος των δύο Αυτοκρατοριών (Αυστρο-Ουγγαρίας και Ρωσίας), σκέλος που ενισχύθηκε και με μια μυστική συμφωνία μεταξύ των δύο τελευταίων, κρίσιμη για την έναρξη του ρωσοτουρκικού πολέμου, όπως θα διαπιστώσουμε αμέσως παρακάτω.

Η άνοδος στο θρόνο του Κάιζερ Γουλιέλμου του II, απεδείχθη καταστροφική για το βισμαρκιανό συμμαχικό πλέγμα που με τόση προσοχή, υπομονή και στρατηγική ευφυΐα είχε υφάνει ο Καγκελάριος. Στην περίοδο 1890 - 1907 το οικοδόμημα καταρρέει σε τρεις φάσεις: 1) 1891-92 με τη Γαλλο - ρωσική στρατιωτική Συμμαχία 2) το 1902 με το μυστικό Ιταλο - Γαλλικό σύμφωνο, που εξασφάλιζε την ουδετερότητα της Ιταλίας κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις και 3) με την Αγγλο - Γαλλική συμφωνία το 1904 η οποία και αποτέλεσε τη βάση της Entente Cordiale της ολοκληρωθείσας το 1907 με ένα Αγγλο - Γαλλο - Ρωσικό σύμφωνο, σχετικό με τα ασιατικά ζητήματα, και το οποίο δεν είχε την αναμενόμενη από τη Ρωσία αποτελεσματικότητα, καθιστώντας ουσιαστικά την Entente Cordiale άνευ ουσίας. Η Ρωσία, δυσαρεστημένη, χαράσσει από το 1909 και εντεύθεν τη δική της πολιτική στην Κεντρική Ευρώπη και τη Μ. Ασία.

Η κατάσταση, λοιπόν, για τη Γερμανία αντιστρέφεται και έρχεται η δική της σειρά να εγκλωβιστεί σ' ένα ισχυρό συμμαχικό δακτύλιο, για τη διάσπαση του οποίου δεν φείδεται κόπων και προσπαθειών από το 1905 μέχρι το 1918. Η αφύπνιση όμως της Αγίας Ρωσίας το 1912, μετά από την προσωρινή ύφεση που της προκάλεσε η ήττα της στον Ρωσο-Ιαπωνικό Πόλεμο του 1905, οδηγεί στην έκρηξη των Βαλκανίων, η οποία αναμειγνύει σύντομα στη δίνη της, την ενδιαφερόμενη για τα εδάφη της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης Αυτοκρατορία των Αψβούργων. Συνέβη δηλαδή αυτό ακριβώς το οποίο εφοβείτο και απεύχετο περισσότερο ο Βίσμαρκ.

Τα γεγονότα όμως που λαμβάνουν χώρα εκείνη την περίοδο στα ρωσοτουρκικά σύνορα μας πλησιάζουν περισσότερο στην καρδιά του προβλήματος: Η κήρυξη του πολέμου μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας την 13η/4/1877, βασισμένη από ρωσικής πλευράς στο μυστικό πρωτόκολλο μεταξύ Αυστρο-Ουγγαρίας και Ρωσίας, το οποίο και προέβλεπε παραχώρηση των εδαφών της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης εις τη Διπλή Μοναρχία, ενόχλησε ιδιαιτέρως τη Γηραιά Αλβυώνα, η οποία φοβουμένη την κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως και τον έλεγχο των Δαρδανελλίων από τις προελαύνουσες ρωσικές δυνάμεις απέστειλε τον Βρετανικό Βασιλικό Στόλο στις 29 /1 /1878 στα Δαρδανέλλια.

H Μεγάλη Βρετανία δεν παραλείπει να πιέζει την Αυστρο-Ουγγαρία για να επέμβει και αυτή κατασταλτικά εναντίον των ρωσικών βλέψεων, πράγμα, όμως, που δεν επιτυγχάνει, διότι η Διπλή Μοναρχία προσβλέπει -έστω και με κάποια ανησυχία-στα οφέλη του μυστικού της συμφώνου με τη Ρωσία, που δεν είναι άλλα από τα εδάφη της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης.

H προοπτική όμως μιας Αγγλο-Ρωσικής συρράξεως, αλλά και η θέσις ισχύος εις την οποία ευρίσκετο εκείνη τη στιγμή η Ρωσία, οδηγούν τον Τσάρο να προσυπογράψει την ευνοϊκότατη γι' αυτόν Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου στις 3/3/1878.

Στη συνθήκη αυτή, αφ' ενός αμείβεται η υπομονή της Αυστρο-Ουγγαρίας με τα εδάφη της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, τα οποία της παραχωρούνται, αφ' ετέρου η Ρωσία δημιουργεί τη γνωστή μας Μεγάλη Βουλγαρία με τα νότια σύνορά της να βρέχονται στα νερά -επιτέλους- του Αιγαίου, κερδίζοντας τα εδάφη του Καρς στην Ασία, του Βατούμ στη Μαύρη Θάλασσα, και των Β/Α επαρχιών της Μ. Ασίας με δεύτερη έτσι ουσιαστικά δίοδο στο Αιγαίο, μέσω του λιμένος της Αλεξανδρέτας. Στο άρθρο 16 της Συνθήκης αυτής, όμως, εμφανίζονται σημαντικές προβλέψεις σε ό,τι αφορά τον αρμενικό λαό, τις ελευθερίες και τα δικαιώματά του.

Εδώ αξίζει να σημειώσουμε ότι ανεξαρτήτως των βουλήσεων του Αρμενικού λαού, η Ρωσία εκμεταλλευόμενη τα φιλορωσικά του συναισθήματα τα προερχόμενα από την αντικειμενικά καλύτερη μεταχείριση που έτυχαν οι πληθυσμοί αυτοί στις αρμενικές επαρχίες εντός των ρωσικών εδαφών και τη θρησκευτική ομοδοξία των δύο εθνών, θέλησε να χρησιμοποιήσει το αρμενικό έθνος ως προγεφύρωμα στα εδάφη της Μ. Ασίας, εφ' όσον έπρεπε να εμφανιστεί ότι προβαίνει σε κάποιες παραχωρήσεις καλής πίστεως που θα συμβάδιζαν με το πνεύμα της αυτοδιάθεσης των λαών, πνεύμα της γαλλικής επαναστάσεως, που χαρακτήριζε τις εξεγέρσεις των βαλκανικών εθνοτήτων.

Από την άλλη πλευρά, λόγοι αντικειμενικότητας μας επιβάλλουν να υπογραμμίσουμε ότι ήδη τα προβλεπόμενα στο άρθρο 16 υπέρ του Αρμένικου λαού ήσαν -μετριοπαθώς- τα λιγότερα δυνατά που οι προσυπογράφοντες τη Συνθήκη ηδύναντο να προσφέρουν.

Φυσικά, δεν συζητώ για τα καταστροφικά για τον Ελληνισμό αποτελέσματα της Συνθήκης αυτής.

Χάρτης 1: Τα σύνορα της Μεγάλης Βουλγαρίας, 1878

Είναι ευνόητο, όμως, ότι η Γηραιά Αλβυών, βλέποντας τα συμφέροντά της στο Σουέζ, στον Περσικό, στο δρόμο δηλαδή προς τις Ινδίες ο οποίος διέσχιζε τα Αρμενικά και Αφγανικά εδάφη, όπως και στη Ν/Α Μεσόγειο να διακυβεύονται, ενοχλείται σφόδρα και τελικώς, με το Αγγλο - Ρωσικό σύμφωνο της 1/6/1878 αποσπά από τον Τσάρο την υπόσχεση ότι θα σταματήσει την προέλαση των στρατευμάτων του στο ρωσο - τουρκικό μέτωπο και ότι δεν θα προχωρήσει περισσότερο στο εσωτερικό της Μ. Ασίας. Επίσης εκμεταλλευομένη το καλό κλίμα των σχέσεών της με το Σουλτάνο λόγω των υπηρεσιών που μέχρι τότε του είχε αδιαλείπτως προσφέρει βάσει του δόγματος Ντισραέλι, καταφέρνει να της παραχωρηθεί η Κύπρος, ώστε να δύναται να ελέγχει την έξοδο της Ρωσίας στη θερμή θάλασσα από την Αλεξανδρέτα αλλά και το Σουέζ.

Ο Βίσμαρκ, όμως, φροντίζοντας για τη διατήρηση του συμμαχικού δακτυλίου του γύρω από τη Γερμανία διέβλεπε παραλλήλως: 1) αφ' ενός ότι μια δυσαρεστημένη και ανησυχούσα Βρετανία δεν θα έμενε αμέτοχη στις βαλκανικές εξελίξεις, πράγμα που θα έπληττε προφανώς την Αυστρο-Ουγγαρία και τα εδάφη της στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, και 2) ότι η διπλή κάθοδος των Σλάβων στη Μεσόγειο και ο έλεγχος που θα ηδύναντο να ασκήσουν στον δρόμο προς τις βρετανικές κτήσεις των Ινδιών, μέσω ενός εν δυνάμει Αρμενικού χριστιανικού κράτους, θα προκαλούσε μοιραία τη σύγκρουση μεταξύ Ρωσίας και Βρετανίας. Ο Βίσμαρκ αντελαμβάνετο ότι κάτι τέτοιο θα κατέστρεφε τις, με τόσο κόπο αποκτηθείσες, ευρωπαϊκές του ισορροπίες και συνεπώς απεφάσισε να εμφανισθεί ως μεσολαβητής μεταξύ Λονδίνου και της Πόλεως του Αγίου Πέτρου. Η μεσολάβησή του αυτή κατέληξε στο Συνέδριο του Βερολίνου, το οποίο ανέτρεψε τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, αποδίδοντας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία όλο το νότιο τμήμα της Μ. Βουλγαρίας, ώστε να ικανοποιηθεί ο βρεταννικός παράγων, και διαμορφώνοντας μια διαφορετική κατάσταση στο θέμα των δικαιωμάτων και ελευθεριών της Αρμενικής εθνότητος στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Χάρτης 2: Τα αποτελέσματα του Συνεδρίου του Βερολίνου. By Robert H. Labberton, E. Elaxton and Co. - Map from "An Historical Atlas" by Robert H. Labberton, E. Elaxton and Co., 1884., Κοινό Κτήμα, https://commons.wikimedia.org/w/index.php?curid=944831

Το άρθρο 61 της Συνθήκης αυτής παρέχει σημαντικά μειωμένο - ποιοτικά και ποσοτικά - αριθμό δικαιωμάτων και ελευθεριών προς τους Αρμενίους, οι οποίες συνίσταντο κυρίως στην από την πλευρά της Υψηλής Πύλης παροχή εγγυήσεων ασφαλείας προς τους αρμενικούς πληθυσμούς έναντι των Κιρκασίων και των Κούρδων, όπως και στην παροχή των απαραίτητων βελτιώσεων στα θέματα των τοπικών αναγκών των επαρχιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που εκατοικούντο από το αρμενικό στοιχείο. Το άρθρο όμως αυτό είχε τις εξής διπλωματικές αδυναμίες1.

α) δεν καθιστούσε την πλήρη και άμεση εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων από πλευράς της Υψηλής Πύλης, συνάρτηση της απομάκρυνσης των ρωσικών στρατευμάτων από τα, παρεχόμενα στην Τουρκία, αρμενικά εδάφη,

β) ανέθετε τον έλεγχο της εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων στο σύνολο των Δυνάμεων, καθιστώντας την ισχύ του σημείου αυτού ανενεργό, λόγω των συνεχών αντιπαραθέσεων που χαρακτήριζαν τις μεταξύ των δυνάμεων σχέσεις και

γ) μη περιορίζοντας την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων στις επαρχίες Μους, Βαν και Ερζερούμ, όπου κυριαρχούσε πληθυσμιακώς το αρμενικό στοιχείο, και με δεδομένη την εξάπλωση των αρμενικών πληθυσμών στο μεγαλύτερο τμήμα της Μ. Ασίας, επέτρεπε στην Πύλη να ισχυρίζεται ότι τυχόν εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων θα έτεθε σε κίνδυνο τη συνοχή της αυτοκρατορίας.

Ορθότατα, λοιπόν, ένας Γάλλος διπλωμάτης δήλωσε σχετικά ότι: «Ποτέ άλλοτε η διπλωματία, που εξ επαγγέλματος ή εξ ανάγκης τείνει προς τα ημίμετρα, δεν κατάφερε τίποτα πιο ελλιπές και πιο ολοφάνερα προσωρινό»2.

Το σημαντικό, όμως, γεωπολιτικό στοιχείο το οποίο προέκυψε από το Συνέδριο του Βερολίνου ήταν ότι η Γερμανία καταφέρνει να αποκτήσει προεξάρχουσα θέση σε ό,τι αφορά τον οικονομικό έλεγχο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, πράγμα που κατ' ουδένα λόγο ικανοποιούσε τους Βρετανούς και τους Γάλλους. Η Ρωσία πάλι, κατάφερε απλώς να επιτύχει την αναγνώριση της αυτονομίας ενός σλαβικού έθνους - του Βουλγαρικού - το οποίο θα μπορούσε να εξελιχθεί σε γέφυρα των σλαβικών συμφερόντων προς τη θερμή θάλασσα, εν τούτοις δυσαρεστήθηκε από την τελική έκβαση του Συνεδρίου και πικράθηκε από τον Βίσμαρκ, τον οποίο θεώρησε υπαίτιο γι' αυτήν. Το γεγονός αυτό άρχισε να δημιουργεί τις πρώτες σκέψεις των ιθυνόντων της Ρωσίας για τη σύναψη της Γαλλο-Ρωσικής συμμαχίας.

Με την παραίτηση του Βίσμαρκ τον Μάρτιο του 1890 αρχίζει και η αντίστροφη μέτρηση για το βισμαρκιανό σύστημα ευρωπαϊκής ισορροπίας, το οποίο έδινε μεγάλη σημασία στη Γερμανο-Ρωσική συμμαχία. Το 1893 η κατάρρευση αυτή ολο-κληρώνεται με την υπογραφή του Γαλλο-Ρωσικού συμφώνου και με τη συνειδητοποίηση από πλευράς του Τσάρου Αλεξάνδρου του Γ' ότι η Ρωσία δεν έχει πλέον την υποστήριξη της Γερμανίας.

Ο ανταγωνισμός των Δυτικών Δυνάμεων άρχιζε πάλι, με όλα τα καταστροφικά του αποτελέσματα για τον ελληνισμό και τον αρμενισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο Αβδούλ Χαμίτ ο ΙΙ, «ο Τρελλός Τύραννος του Τρόμου», όπως τον ονόμασε ο Ανατόλ Φρανς, ή «ο Μέγας Δολοφόνος», όπως τον στιγμάτισε ο Γλάδστον, ταπεινωμένος από το Συνέδριο του Βερολίνου του 1878 οξύνει τα θρησκευτικά μίση για να σταθεροποιήσει την δική του εξουσία... Μεταξύ 1894 και 1896 και ενώ οι Αρμένιοι διεκδικούν μεταρυθμίσεις και εκσυγχρονισμό των θεσμών, ο Σουλτάνος κατασφάζει 200 000 έως 250 000 αρμενίους χρησιμοποιώντας ορεσιβίους Κούρδους. Στην ίδια την Κωνσταντινούπολη δολοφονούνται Αρμένιοι στην Μεγάλη Αγορά με πλήγματα ροπάλων, κτηνωδέστατα.Τα αγαθά ενός εκατομμυρίου Αρμενίων καταληστεύονται, ενώ αρκετές χιλιάδες εξισλαμίζονται βιαίως. Εκατοντάδες εκκλησίες πυρπολούνται ή μετατρέπονται σε τεμένη. Μόνο το έτος 1896, στην περιοχή του Βαν, στην καρδιά της ιστορικής Αρμενίας, περίπου 350 χωριά διεγράφησαν ολοσχερώς από τον χάρτη. Ήδη αυτές οι οργανωμένες σφαγές ανέδιδαν την οσμή της γενοκτονίας, αλλά ο «Ερυθρός Σουλτάνος» καταφέρνει να τις αποκρύψει από την διεθνή κοινή γνώμη. Εξ άλλου, ο Αβδούλ Χαμίτ ο ΙΙ αξιοποιεί το προνόμιο του Πνευματικού Ηγέτη όλων των Μουσουλμάνων και την ιδιότητα του Χαλίφου των Πιστών και μλεσω αυτού προσεγγίζει την Γερμανία του Γουλιέλμου του ΙΙ1.

Εν τω μεταξύ, το 1895, μεσούντος του λουτρού αίματος, ο Κάιζερ Γουλιέλμος ο II συμβάλλει με όλες του τις δυνάμεις ώστε να αποτύχει η προσπάθεια του Λόρδου Σώλσμπερυ, υποβολής ενός σχεδίου διαμερισμού της, βαρέως νοσούσης πλέον, Οθωμανικής Αυτοκρατορίας επιτρέποντας έτσι στον «Κόκκινο Σουλτάνο» να συνεχίσει το φρικτό έργο του. Ο Σώλσμπερυ αντιλαμβανόμενος την ανάμιξη της Γερμανίας και φοβούμενος μελλοντικές βλέψεις του Ράιχ προς τον ζωτικό χώρο της Μικράς Ασίας, δηλώνει τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους ότι ο στόλος της Α. Μ. θα επέμβει στον Βόσπορο και στα Δαρδανέλια. Η απάντηση έρχεται αμέσως από πλευράς του Τσάρου ο οποίος δηλώνει στον Σουλτάνο ότι σε περίπτωση επεμβάσεως των Βρετανών θα υποστηρίξει ο ίδιος τα Στενά. Ένα ακόμη ανάλογο επεισόδιο σημειώθηκε έναν χρόνο μετά (1896).

Η ρήξη που αναπτύσσεται μεταξύ των Άγγλων και των Ρώσων κάνει το Αρμενικό ζήτημα να περάσει σε δεύτερη μοίρα και η στάση της Γαλλίας που διαμηνύει στον Σώλσμπερυ ότι επιθυμεί κι εκείνη την ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, συμπλέοντας με τη ρωσογερμανική θέση, δυσκολεύει έτι περισσότερον τα πράγματα για τη Βρετανία και κατ' επέκταση για τον αρμενικό λαό.

Φαίνεται πλέον καθαρά ότι η Γερμανία έχει αναγορευθεί προστάτης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, γεγονός που απέδειξε περιτράνως το ταξίδι του Γουλιέλμου του 11 στην Κωνσταντινούπολη και την Ιερουσαλήμ και η ανακήρυξή του σε «Ήρωα του... Ισλάμ»! (Οκτώβριος του 1889). Προφανώς δεν πρόκειται για... αλλαγή θρησκεύματος του Γερμανού εστεμμένου, απλώς εμφανίζει την επίσημη έναρξη της γερμανικής επεμβάσεως στον οικονομικό πυλώνα ισχύος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και στον «δευτερογενή-αιτiατικό» οικονομικό της Χώρο. Η κατάσταση σε ό,τι αφορά τις βλέψεις της Γερμανίας στη Μ. Ασία διευκρινίζεται απολύτως όταν ανακοινώνεται το σύμφωνο του σιδηροδρόμου Βοσπόρου-Βαγδάτης με κεφάλαια ισχυρών οικονομικών ομίλων που υποστηρίζοντο από τη Deutsche Bank, και του οποίου το άνω άκρον θα κατέληγε στο Βερολίνο.

Χάρτης 3: Ο Σιδηρόδρομος Bagdadbahn.

Στις 5 Μαρτίου 1903, υπεγράφη η συμφωνία που προέβλεπε την τελική εκχώρηση του έργου στη γερμανική εταιρία για 99 χρόνια, αφού προηγουμένως απεκλείσθησαν οι ανταγωνίστριες γαλλικές εταιρίες. Εκτός βέβαια από την εκμετάλλευση του κυρίου σιδηροδρομικού άξονος, η γερμανική ανάδοχος εταιρία διαθέτει και τις δυνατότητες για προέκταση του δικτύου προς τη Β. Συρία, τον Περσικό Κόλπο, την Αρμενία, όπως και για την εκμετάλλευση των γειτονικών υπογείων κοιτασμάτων.

Αν μάλιστα λάβουμε υπόψη ότι εκτός από το γεγονός της προβλέψεως της διόδου της σιδηροδρομικής γραμμής από τα εδάφη της Αρμενίας, υπήρχαν στα ίδια αυτά εδάφη σημαντικά κοιτάσματα πετρελαίου, γνωστά στους Γερμανούς, τότε γιατί άραγε να αναρωτιέται κανείς για την κακή μοίρα του αρμενικού λαού;

Κι ας γίνουμε περισσότερο συγκεκριμένοι: Κοιτάσματα που λειτουργούν μέχρι σήμερα στα αρμενικά εδάφη της Μ. Ασίας υπάρχουν στην περιοχή προς δυσμάς του Ντιγιαρμπεκίρ και ανατολικά του Ευφράτη, στην περιοχή πλησίον των πηγών του Τίγρη και βορείως του Ντιγιαρμπεκίρ2, ακόμη στην περιοχή Β/A του Μπατμάν3 και Νότια του Μπιτλίς. Και κάτι ακόμα που καθιστά ακόμη πιο δύσκολο τον σημερινό αγώνα των Αρμενίων για τη διεκδίκηση των εδαφών τους: πρόκειται για τον πετρελαιαγωγό που εξυπηρετεί όλα τα ανωτέρω κοιτάσματα μεταξύ Κουρταλάν (Ν/Δ του Μπιτλίς) και Αλεξανδρέτας, φυσικά μεταγενέστερης κατασκευής.

Παράλληλα, η εμφάνιση του Μιντχάντ Πασά, αρχηγού του κόμματος των Νεοτούρκων, στον θώκο του Μεγάλου Βεζύρη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας Αβδούλ Χαμίτ του Β' στις 22/5/1876 συνδυάζεται με την αναγκαστική αποδοχή από μέρους του τελευταίου ενός συνταγματικού χάρτη εμπνεύσεως του Μιντχάντ, σύμφωνα με τον οποίο όλοι οι κάτοικοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αναγνωρίζονται ως Οθωμανοί και ως επίσημη θρησκεία τους το Ισλάμ.

Χάρτης 4: Το τουρκικό σιδηροδρομικό δίκτυο (1918)

Η κατάσταση, όμως, όπως θα μπορούσε να διαμορφωθεί από την εφαρμογή των ιδεών του Μιντχάντ, δεν ήταν απλή και θετική όσο φαινόταν εκ πρώτης όψεως: ο Μιντχάντ αναγνωρίζοντας τους Έλληνες και τους Αρμένιους ως ισότιμους οθωμανούς πολίτες, έδινε μεν σε όλους ίσα πολιτικά δικαιώματα αλλά ταυτόχρονα τους συγχώνευε στο Οθωμανικό πολιτειακό σύστημα.

Μετά την πτώση και τη δολοφονία του Μιντχάντ Πασά από τον Αβδούλ Χαμίτ το 1893, το Κόμμα των Νεοτούρκων (Jön Türkler και Genç Türkler) δέχεται ένα ισχυρό πλήγμα, ανασυγκροτείται όμως ως κόμμα «Ένωση και Πρόοδος» (Ittihad ve Terraki), το 1897 στο Παρίσι και μεταφέρει την έδρα του στη Θεσσαλονίκη. Ακολουθεί το συνέδριο του κόμματος το 1907, και πάλι στο Παρίσι, στο οποίο και λαμβάνουν μέρος και οργανώσεις από διάφορες εθνότητες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μεταξύ των οποίων και το αρμενικό κόμμα Τασνακτσουτιούν. Στα πλαίσια αυτού του συνεδρίου ετέθη για πρώτη φορά το θέμα της ένοπλης επανάστασης που στόχο θα είχε την εγκατάσταση ενός καθεστώτος κατά τα συνταγματικά πρότυπα του Μιντχάντ Πασά. Ο χώρος όπου έλαβε χώρα το συνέδριο αυτό του κόμματος των νεοτούρκων «Ένωση και Πρόοδος», όπως και άλλα στοιχεία τα οποία δεν είναι του παρόντος να αναφερθούν, φανερώνουν ακόμη μια φορά και το ενδιαφέρον της Γαλλίας για τις εξελίξεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Μην λησμονούμε ότι ευρίσκετο εν εξελίξει για τη Γαλλία η Μαροκινή κρίση του 1905 η οποία διήρκεσε μέχρι το 1911, παραμονή των Βαλκανικών Πολέμων, δημιουργώντας σοβαρότατες τριβές μεταξύ της Γαλλίας και της Γερμανίας. Ήταν φυσικό ότι η Γαλλία δεν αντιμετώπιζε καθόλου ευνοϊκά τις Γερμανικές επεμβάσεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και προσπαθούσε, αν όχι να δημιουργήσει φίλα προσκείμενη προς αυτήν κυβέρνηση στην Υψηλή Πύλη, τουλάχιστον να δημιουργήσει αντιπερισπασμό στη Γερμανία που προήλαυνε οικονομικώς στη Μ. Ασία. Οι Νεότουρκοι της προσέφεραν κατά την εκτίμηση του Quai d' Orsay αυτήν την ευκαιρία. Από την άλλη πλευρά, ήδη προσέξαμε, πως δεν ήταν δυνατόν να στέρξει υπέρ ενός διαμελισμού της Αυτοκρατορίας που θα ευνοούσε αποκλειστικά τη Βρετανία, τη Ρωσία και πιθανώς τη Γερμανία, διότι η Γαλλία δεν διέθετε ακόμη ούτε τα διπλωματικά ούτε τα στρατιωτικά ερείσματα, ώστε να επωφεληθεί ουσιαστικά από τον πρόωρο αυτό διαμερισμό των ιματίων του Μ. Ασθενούς. Για το Quai d' Orsay κάτι τέτοιο θα ήταν ακόμη άκαιρο, γνώμη που φυσικά το αρμενικό έθνος δεν είχε κανέναν λόγο να συμμερίζεται. Δυστυχώς γι' αυτό, όμως, δεν ηρωτήθη.

1https://www.herodote.net/24_avril_1915-evenement-19150424.php

2 Σ.τ.Σ.: Το συνολικό αποδεδειγμένο απόθεμα στην περιοχή ανέρχεται στα 16 εκατομ. βαρέλια (2.2×106 tonnes), και η σημερινή παραγωγή του κινείται πέριξ των 250 βαρελιών/ημέρα (40 m3/d) [http://www.turkeyfinancial.com/news/2009/02/27/turkey%E2%80%99s-richest-oil-reserve-ever-found-in-diyarbakir/]

3 Σ.τ.Σ.: Τα κοιτάσματα πετρελαίου του Μπατμάν λειτουργούν από την δεκαετία του 1940. Υπάρχει επίσης αγωγός μήκους 494 km,που συνδέει τα κοιτάσματα αυτά με το λιμάνι της Αλεξανδρέτας.