Η Έλενα Κρεμλίδου περιέγραψε, με λόγια που συμπυκνώνουν το βάρος μιας πολυετούς κακοποίησης, τι σημαίνει να ζεις γνωρίζοντας ότι προσωπικές σου φωτογραφίες μπορεί να βρίσκονται ακόμη σε κινητά, συνομιλίες και ιστοσελίδες. «Δεκατέσσερα χρόνια μετά, συνεχίζω να ψάχνω ποιοι έχουν τις γυμνές μου φωτογραφίες», είπε, επαναφέροντας στο προσκήνιο μια συζήτηση που στην Ελλάδα άργησε πολύ να πάρει το πραγματικό της όνομα: revenge porn.

Η Έλενα Κρεμλίδου μίλησε στον Σταύρο Θεοδωράκη και στους «Πρωταγωνιστές» για την υπόθεση revenge porn που κατήγγειλε, περιγράφοντας όχι μόνο τη διαρροή προσωπικού υλικού της, αλλά και τον εκβιασμό, τον φόβο, την αίσθηση απώλειας ελέγχου πάνω στο ίδιο της το σώμα και τη ζωή της.

Advertisement
Advertisement

Όπως ανέφερε, οι φωτογραφίες είχαν τραβηχτεί όταν ήταν ανήλικη, σε μια ηλικία που, όπως είπε, το σώμα και η σεξουαλικότητα βρίσκονται ακόμη σε φάση ανακάλυψης. Το υλικό, όμως, χρόνια αργότερα μετατράπηκε σε εργαλείο απειλής. Η ίδια περιέγραψε ότι δέχθηκε μήνυμα από ψεύτικο προφίλ στα social media, το οποίο της έστειλε μία από τις φωτογραφίες και την απείλησε πως, αν δεν έστελνε καινούργια, η εικόνα θα κυκλοφορούσε.

«Πάγωσα», είπε. Και αυτή η λέξη είναι ίσως η πιο ακριβής περιγραφή του πρώτου σοκ που βιώνουν πολλά θύματα μη συναινετικής διακίνησης προσωπικού υλικού: η στιγμή που αντιλαμβάνονται ότι κάτι βαθιά ιδιωτικό βρίσκεται στα χέρια αγνώστων.

Η Κρεμλίδου δεν στάθηκε μόνο στη δική της εμπειρία. Μίλησε και για όσους διακίνησαν ή κράτησαν τις φωτογραφίες, σημειώνοντας ότι ανάμεσά τους υπήρχαν άνθρωποι που είχαν κοινωνική εμπιστοσύνη, ακόμη και άνθρωποι στους οποίους άλλοι εμπιστεύονταν τα παιδιά τους. «Πολλοί το έκαναν από ανοησία πέρα από κακία. Πολλοί είχαν άγνοια και δεν γνώριζαν τι σημαίνει παίρνω μια φωτογραφία και τη μοιράζομαι», ανέφερε.

Η υπόθεσή της είχε ήδη φτάσει στη Δικαιοσύνη. Πριν από λίγους μήνες, αστυνομικός που είχε κατηγορηθεί ότι διέρρευσε φωτογραφία της καταδικάστηκε σε δύο χρόνια φυλάκιση με αναστολή και πρόστιμο 5.000 ευρώ, χωρίς να του αναγνωριστούν ελαφρυντικά. Σύμφωνα με το ίδιο ρεπορτάζ, η Κρεμλίδου έχει καταθέσει και αγωγή ύψους 50.000 ευρώ για ηθική βλάβη, ποσό που έχει δηλώσει ότι σκοπεύει να διαθέσει σε σωματείο για κακοποιημένες γυναίκες στην Πάτρα. 

Η φράση της, «είναι ένα τραύμα», βάζει την υπόθεση στη σωστή της διάσταση. Το revenge porn δεν τελειώνει τη στιγμή που ανεβαίνει μια φωτογραφία ή ένα βίντεο. Συνεχίζεται κάθε φορά που κάποιος το αποθηκεύει, το προωθεί, το σχολιάζει, το αναζητά ή το χρησιμοποιεί για να εξευτελίσει το θύμα. Η διαρροή γίνεται ένας μηχανισμός διαρκούς απειλής.

Η Ελλάδα έχει γνωρίσει και άλλες υποθέσεις που άνοιξαν, με βίαιο τρόπο, τη δημόσια συζήτηση. Η υπόθεση του Στάθη Παναγιωτόπουλου υπήρξε μία από τις πιο χαρακτηριστικές, καθώς πρώην σύντροφοί του κατήγγειλαν ότι προσωπικό τους υλικό είχε αναρτηθεί στο διαδίκτυο χωρίς συναίνεση. Ο πρώην παρουσιαστής έχει καταδικαστεί σε υποθέσεις revenge porn, με ποινές φυλάκισης, ενώ οι δίκες έγιναν σε αρκετές περιπτώσεις κεκλεισμένων των θυρών, μετά από αίτημα των καταγγελλουσών. 

Advertisement

Ανάλογες υποθέσεις έχουν καταγραφεί και εκτός του χώρου των αναγνωρίσιμων προσώπων. Στην Πάτρα, 24χρονη είχε περιγράψει ότι πρώην σύντροφός της ανέβασε βίντεο προσωπικών τους στιγμών σε πορνογραφικές ιστοσελίδες, με την ίδια να δηλώνει ότι έφτασε στο σημείο να σκεφτεί την αυτοκτονία. Η υπόθεση ανέδειξε μια λιγότερο ορατή πλευρά του φαινομένου: τα θύματα δεν αντιμετωπίζουν μόνο τη διαρροή, αλλά και το bullying, τα μηνύματα αγνώστων, την κοινωνική έκθεση, την απομόνωση. 

Στη συλλογική μνήμη παραμένει και η υπόθεση της Λίνας Κοεμτζή, της φοιτήτριας που το 2016 έπεσε στο κενό από φοιτητική εστία στη Θεσσαλονίκη. Η υπόθεση είχε συνδεθεί στη δημόσια συζήτηση με καταγγελίες και αναφορές για απειλές δημοσιοποίησης προσωπικού υλικού, φωτίζοντας πόσο καταστροφική μπορεί να γίνει η μετατροπή της ιδιωτικότητας σε όπλο εκβιασμού.

Το νομοθετικό πλαίσιο άλλαξε το 2022, όταν η εκδικητική πορνογραφία θεσπίστηκε ως αυτοτελές αδίκημα στον Ποινικό Κώδικα, με το άρθρο 346. Η διάταξη προβλέπει ποινές για όποιον κοινολογεί ή αναρτά χωρίς δικαίωμα πραγματικό, αλλοιωμένο ή σχεδιασμένο οπτικό ή οπτικοακουστικό υλικό που αφορά τη γενετήσια ζωή άλλου προσώπου. Προβλέπει επίσης αυστηρότερη αντιμετώπιση όταν η πράξη γίνεται μέσω διαδικτύου, αφορά ανήλικο ή πρώην σύντροφο, ή όταν οδηγεί το θύμα σε απόπειρα αυτοκτονίας. 

Advertisement

Ωστόσο, η ύπαρξη νόμου δεν ακυρώνει από μόνη της το τραύμα. Ούτε σβήνει το υλικό από κάθε συσκευή. Αυτό ακριβώς περιγράφει η Έλενα Κρεμλίδου όταν λέει ότι, 14 χρόνια μετά, εξακολουθεί να ψάχνει ποιοι έχουν τις φωτογραφίες της.

Το κρίσιμο μήνυμα είναι ότι η ευθύνη δεν βαραίνει το θύμα. Δεν βαραίνει εκείνον ή εκείνη που φωτογραφήθηκε, που εμπιστεύτηκε, που ερωτεύτηκε, που συναίνεσε σε μια ιδιωτική στιγμή. Το έγκλημα αρχίζει όταν αυτή η ιδιωτική στιγμή διακινείται χωρίς συναίνεση.

Και ίσως γι’ αυτό η φράση που φόρεσε η Κρεμλίδου σε μπλούζα έξω από τα δικαστήρια, «Μέχρι η ντροπή να αλλάξει μεριά», συμπυκνώνει όλη τη συζήτηση. Για χρόνια, η ντροπή φορτωνόταν στα θύματα. Σήμερα, όλο και περισσότερες γυναίκες επιμένουν να τη μεταφέρουν εκεί όπου ανήκει: σε όσους εκβιάζουν, διακινούν, αποθηκεύουν και καταναλώνουν υλικό χωρίς συναίνεση.

Advertisement