Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Υπάρχουν αθλητικές νίκες και υπάρχουν στιγμές που χαράσσονται για πάντα στη συλλογική μνήμη ενός λαού. Η 6η Αυγούστου 1992 ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία. Στο Ολυμπιακό Στάδιο της Βαρκελώνης, μια αθλήτρια που ελάχιστοι συγκατέλεγαν στα φαβορί έγραψε ιστορία. Η Βούλα Πατουλίδου έγινε η πρώτη Ελληνίδα που κατέκτησε χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο στον στίβο και η φωνή της, λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, έγινε η φωνή όλων των Ελλήνων.

Το χρυσό που άλλαξε την ιστορία

Advertisement
Advertisement

Η Πατουλίδου είχε ήδη πραγματοποιήσει εξαιρετικές εμφανίσεις στα προκριματικά και στους ημιτελικούς των 100 μέτρων με εμπόδια, όμως απέναντί της βρισκόταν η μεγάλη Αμερικανίδα αντίπαλος Γκέιλ Ντίβερς, το απόλυτο φαβορί.

Στα τελευταία μέτρα της κούρσας συνέβη το απίστευτο. Η Ντίβερς χτύπησε στο τελευταίο εμπόδιο, έχασε την ισορροπία της και η Ελληνίδα πρωταθλήτρια πέρασε πρώτη τη γραμμή του τερματισμού σε 12.64, επίδοση που παραμένει μέχρι σήμερα πανελλήνιο ρεκόρ.

«Για την Ελλάδα, ρε γαμώτο!»

Λίγα δευτερόλεπτα μετά τον τερματισμό, ξέσπασε μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες με τη φράση που έμελλε να γίνει ιστορική:

«Για την Ελλάδα, ρε γαμώτο!»

Δεν ήταν μια προετοιμασμένη δήλωση. Ήταν η αυθόρμητη κραυγή μιας γυναίκας που μόλις είχε προσφέρει στη χώρα της μία από τις μεγαλύτερες στιγμές του ελληνικού αθλητισμού. Μέχρι σήμερα θεωρείται ίσως η πιο χαρακτηριστική ατάκα Έλληνα Ολυμπιονίκη.

Advertisement

Από τη Φλώρινα στην κορυφή του κόσμου

Η Παρασκευή (Βούλα) Πατουλίδου γεννήθηκε στις 29 Μαρτίου 1965 στο Τριπόταμο Φλώρινας και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στο ΤΕΦΑΑ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου.

Ξεκίνησε ως αθλήτρια του μήκους, στη συνέχεια αφιερώθηκε στα 100 μέτρα με εμπόδια και αργότερα επέστρεψε ξανά στο μήκος, αποδεικνύοντας τη σπάνια πολυμορφία της.

Advertisement

Συμμετείχε συνολικά σε πέντε Ολυμπιακούς Αγώνες (1988, 1992, 1996, 2000 και 2004), ενώ το 1996 στην Ατλάντα αγωνίστηκε στον τελικό του μήκους. Το 2004, στην Αθήνα, ήταν μία από τις πέντε μεγάλες μορφές του ελληνικού αθλητισμού που μετέφεραν την Ολυμπιακή Φλόγα πριν την είσοδό της στο στάδιο της τελετής έναρξης.

Η πολιτική διαδρομή

Μετά το τέλος της αθλητικής της καριέρας στράφηκε στην αυτοδιοίκηση.

Advertisement

Το 2014 εξελέγη Αντιπεριφερειάρχης Μητροπολιτικής Ενότητας Θεσσαλονίκης στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, θέση στην οποία παρέμεινε επί μία δεκαετία, αναπτύσσοντας έντονη δραστηριότητα στους τομείς του αθλητισμού, του τουρισμού και της εξωστρέφειας της Θεσσαλονίκης.

Οι δηλώσεις που ξεχώρισαν

Η Βούλα Πατουλίδου δεν δίσταζε ποτέ να εκφράζει δημόσια τις απόψεις της.

Advertisement

Έχει μιλήσει πολλές φορές για:

Advertisement
  • την αξία της προσπάθειας και της επιμονής,
  • την ανάγκη να στηρίζονται οι νέοι αθλητές,
  • τη μάχη απέναντι στη βία στα γήπεδα,
  • τη σημασία της παιδείας και του αθλητισμού ως μέσων διαμόρφωσης χαρακτήρων.

Σε δημόσιες ομιλίες της επαναλαμβάνει συχνά το μήνυμα:

«Μην σκεφτείτε ποτέ να τα παρατήσετε.»

Η προσωπική ζωή

Advertisement

Είναι παντρεμένη με τον παλαίμαχο αρσιβαρίστα Δημήτρη Ζαρζαβατσίδη και απέκτησαν έναν γιο. Δεν έχει κρύψει τις δυσκολίες που πέρασε η οικογένειά της, μιλώντας πολλές φορές με συγκίνηση για τις δοκιμασίες που αντιμετώπισαν, αλλά και για το πόσο καθοριστική ήταν η στήριξη του συζύγου της στην αθλητική της πορεία.

Τι κάνει σήμερα

Τα τελευταία χρόνια συνεχίζει να είναι ιδιαίτερα δραστήρια. Συμμετέχει σε ημερίδες, εκπαιδευτικές εκδηλώσεις και συνέδρια, μιλά σε μαθητές και νέους αθλητές για τη δύναμη της θέλησης, ενώ παραμένει μία από τις πιο αγαπητές προσωπικότητες του ελληνικού αθλητισμού και πρέσβειρα των αξιών του Ολυμπισμού. Παράλληλα, εξακολουθεί να έχει ενεργό παρουσία σε πρωτοβουλίες για την προβολή της Θεσσαλονίκης και του ελληνικού τουρισμού.

Τριάντα τέσσερα χρόνια μετά τη Βαρκελώνη, η εικόνα της Βούλας Πατουλίδου να σηκώνει ψηλά την ελληνική σημαία παραμένει μία από τις πιο δυνατές στιγμές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Ένα χρυσό μετάλλιο, μια αυθόρμητη κραυγή και μια φράση που δεν ξεχάστηκε ποτέ: «Για την Ελλάδα, ρε γαμώτο!»