Πριν η σήραγγα του Αρτεμισίου και ο σύγχρονος αυτοκινητόδρομος αλλάξουν για πάντα το ταξίδι προς την Τρίπολη, τη Σπάρτη και την Καλαμάτα, υπήρχε ο Κωλοσούρτης. Ένας δρόμος στενός, ανηφορικός, κατηφορικός, δύστροπος, γεμάτος φουρκέτες, που τον θυμούνται ακόμη όσοι τον πέρασαν με βροχή, με ομίχλη, πίσω από φορτηγά και λεωφορεία, με το βλέμμα καρφωμένο στην επόμενη στροφή.
Υπήρχαν κάποτε δρόμοι στην Ελλάδα που δεν ήταν απλώς δρόμοι. Ήταν δοκιμασίες. Ήταν αναμετρήσεις με το τιμόνι, με το φρένο, με τον κινητήρα (πόσοι είχαν «ανάψει» άραγε;), με την υπομονή και πολλές φορές, με την τύχη.
Ένας από αυτούς ήταν ο Κωλοσούρτης.
Ο παλιός, θρυλικός δρόμος που ένωνε το Άργος με την Τρίπολη μέσω Αχλαδοκάμπου, στον ορεινό όγκο του Κτενιά, και που για δεκαετίες υπήρξε ένας από τους πιο κουραστικούς και επικίνδυνους δρόμους της Ελλάδας.
Για τους νεότερους οδηγούς, που σήμερα ταξιδεύουν προς την Πελοπόννησο μέσα από σήραγγες, ευθείες, μεγάλες καμπές και ασφαλές οδόστρωμα, ίσως είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτό τι σήμαινε κάποτε αυτή η διαδρομή. Για εμάς, όμως, που τη ζήσαμε, ο Κωλοσούρτης δεν ήταν μια απλή ανάβαση ή κατάβαση. Ήταν ολόκληρη εμπειρία. Και όχι πάντα ευχάριστη.
Από Αθήνα προς Τρίπολη, ο δρόμος σε έπαιρνε σιγά σιγά στην ανηφόρα. Στροφές η μία μετά την άλλη. Πολλές από αυτές κλειστές, σχεδόν φουρκέτες. Περισσότερες από 30 συνεχόμενες στροφές, με περιορισμένη ορατότητα, με στενή χάραξη, με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση και με ελάχιστα περιθώρια λάθους.
Αν πήγαινες προς Αθήνα, το ίδιο έργο παιζόταν ανάποδα. Μόνο που τότε το πρόβλημα ήταν οι κατηφόρες. Τα φρένα ζεσταίνονταν. Τα βαριά οχήματα κατέβαιναν αργά και προσεκτικά. Τα Ι.Χ. μαζεύονταν από πίσω. Και κάθε προσπέραση ήθελε θάρρος, καθαρό μυαλό και, συχνά, περισσότερη τύχη απ’ όση θα έπρεπε να χρειάζεται σε έναν εθνικό δρόμο.
Το χειρότερο ήταν ο καιρός.
Με βροχή, ο Κωλοσούρτης γινόταν άλλος δρόμος. Το οδόστρωμα γλιστρούσε, οι κλίσεις τρόμαζαν, οι στροφές έκρυβαν παγίδες. Με ομίχλη, ιδιαίτερα στα ψηλότερα σημεία, η οδήγηση γινόταν σχεδόν στα τυφλά. Έβλεπες λίγα μέτρα μπροστά σου και προσπαθούσες να μαντέψεις πού τελείωνε η επόμενη καμπή.
Και μέσα σε όλα αυτά, η κίνηση.
Φορτηγά φορτωμένα, λεωφορεία, αγροτικά, παλιά Ι.Χ., εκδρομικά πούλμαν, οικογένειες με παιδιά, οδηγοί κουρασμένοι από το ταξίδι. Ο δρόμος δεν ήταν φαρδύς. Δεν είχε την άνεση να απορροφήσει τον κυκλοφοριακό φόρτο. Ένα βαρύ όχημα μπορούσε να κρατήσει πίσω του ολόκληρη ουρά. Και η ουρά μεγάλωνε, εκνευριζόταν, πίεζε.
Έτσι γεννιούνταν οι επικίνδυνες προσπεράσεις. Έτσι γεννιούνταν τα τροχαία. Έτσι ο Κωλοσούρτης απέκτησε τη φήμη ενός δρόμου που δεν συγχωρούσε λάθη.
Δεν ήταν λίγες οι φορές που η διαδρομή Αθήνα–Τρίπολη, ιδιαίτερα πριν ολοκληρωθούν οι μεγάλες παρακάμψεις και η σήραγγα του Αρτεμισίου, μπορούσε να γίνει υπόθεση τριών και τεσσάρων ωρών. Σε ημέρες αιχμής, με φορτηγά, λεωφορεία, κακοκαιρία ή ατύχημα, ο χρόνος μπορούσε να ξεφύγει ακόμη περισσότερο. Και δεν μιλάμε για ένα ταξίδι άνεσης. Μιλάμε για ένα ταξίδι σωματικά και ψυχολογικά κουραστικό.
Τον Κωλοσούρτη τον πέρασα πολλές φορές. Κυρίως για δημοσιογραφικές αποστολές, αλλά και για εκδρομές. Τον θυμάμαι με εκείνη τη χαρακτηριστική ένταση που είχαν τα παλιά ταξίδια. Δεν άνοιγες απλώς την πόρτα του αυτοκινήτου για να πας στην Πελοπόννησο. Ήξερες ότι μπροστά σου υπήρχε ένα δύσκολο κομμάτι. Ένας δρόμος που ήθελε υπομονή και σεβασμό.
Θυμάμαι τις ανηφόρες πηγαίνοντας από Αθήνα. Θυμάμαι τις κατηφόρες επιστρέφοντας. Θυμάμαι την αγωνία πίσω από τα φορτηγά. Θυμάμαι τα λεωφορεία να παίρνουν τις στροφές αργά, με δυσκολία. Θυμάμαι τις ομίχλες. Τις βροχές. Την κούραση. Και εκείνη τη σιωπή μέσα στο αυτοκίνητο όταν όλοι καταλάβαιναν ότι ο οδηγός έπρεπε να έχει απόλυτη συγκέντρωση.
Η μεγάλη αλλαγή ήρθε με τη σήραγγα του Αρτεμισίου. Ο πρώτος κλάδος της παραδόθηκε στην κυκλοφορία το 1989, παρακάμπτοντας ουσιαστικά τη δύσκολη ορεινή διαδρομή του Αχλαδοκάμπου. Ήταν ένα έργο που άλλαξε τον χάρτη των μετακινήσεων προς την κεντρική και νότια Πελοπόννησο. Αργότερα, με την πλήρη αναβάθμιση του αυτοκινητοδρόμου και τον δεύτερο κλάδο της σήραγγας, το ταξίδι έγινε αυτό που γνωρίζουμε σήμερα: πολύ πιο σύντομο, πολύ πιο ασφαλές, πολύ πιο προβλέψιμο.
Ήμουν παρών και στα εγκαίνια εκείνης της νέας εποχής για τον δρόμο. Στο τέλος της νέας ευθείας, εκεί όπου ο παλιός εφιάλτης των στροφών έδινε τη θέση του σε μια σύγχρονη χάραξη. Είχα πάει για ρεπορτάζ του ΑΝΤ1 με το ελικόπτερο του Μίνωα Κυριακού. Τα εγκαίνια έκανε ο τότε υπουργός Αχιλλέας Καραμανλής. Ήταν από εκείνες τις δημοσιογραφικές αποστολές που δεν ξεχνιούνται, όχι μόνο για το γεγονός, αλλά γιατί καταλάβαινες ότι έβλεπες μπροστά σου να κλείνει ένα μεγάλο κεφάλαιο της παλιάς Ελλάδας των δρόμων.
Γιατί ο Κωλοσούρτης δεν ήταν μόνο άσφαλτος και στροφές. Ήταν μια εποχή. Η εποχή που για να φτάσεις στην Τρίπολη ή να συνεχίσεις προς Σπάρτη και Καλαμάτα έπρεπε να λογαριάσεις τον δρόμο ως αντίπαλο. Η εποχή που ένα ταξίδι ξεκινούσε με προσευχή για καλό καιρό και κατέληγε με ανακούφιση όταν έβγαινες από τις τελευταίες στροφές. Η εποχή που οι οδηγοί μιλούσαν για τον Κωλοσούρτη με δέος, γιατί όλοι είχαν μια ιστορία να θυμηθούν.
Σήμερα, ο παλιός δρόμος έχει πια άλλη χρήση. Για κάποιους είναι εναλλακτική διαδρομή. Για άλλους, μια νοσταλγική ανάμνηση. Για τους φίλους της οδήγησης, ένα κομμάτι με έντονο χαρακτήρα. Για τους παλιότερους, όμως, θα παραμένει πάντα κάτι πολύ περισσότερο.
Ο δρόμος που σε κούραζε πριν καν φτάσεις.
Ο δρόμος που φόβιζε με βροχή και ομίχλη.
Ο δρόμος που γέμιζε ουρές πίσω από φορτηγά και λεωφορεία.
Ο δρόμος των 30 και πλέον στροφών.
Ο Κωλοσούρτης.
Και όσοι τον περάσαμε πολλές φορές, ξέρουμε καλά γιατί το όνομά του έμεινε θρύλος.