Δημοσιογραφική επιμέλεια Αδάμας Γεροσίδερης
Η γυναικοκτονία της Κυριακής Γρίβα δεν υπήρξε μόνο ακόμη ένα έγκλημα έμφυλης βίας. Υπήρξε και μια υπόθεση που άφησε πίσω της ένα βαρύ ερώτημα για το κράτος: τι συμβαίνει όταν μια γυναίκα φτάνει μέχρι την πόρτα ενός αστυνομικού τμήματος για να σωθεί και τελικά δολοφονείται έξω από αυτό;
Η υπόθεση της Κυριακής Γρίβα επιστρέφει στο δικαστικό προσκήνιο, καθώς ο αρμόδιος εισαγγελέας ζητά την παραπομπή σε δίκη τεσσάρων αστυνομικών που εμπλέκονται στους χειρισμούς της μοιραίας νύχτας της 1ης Απριλίου 2024, έξω από το Αστυνομικό Τμήμα Αγίων Αναργύρων.
Σύμφωνα με την εισαγγελική πρόταση, ζητείται να παραπεμφθούν για το κακούργημα της θανατηφόρου έκθεσης από υπόχρεο διά παραλείψεως. Τον τελικό λόγο έχει πλέον το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο, το οποίο θα αποφασίσει με βούλευμα αν οι τέσσερις θα καθίσουν στο εδώλιο. Πρόκειται για την επόπτρια του τμήματος, την αξιωματικό υπηρεσίας, τον τηλεφωνητή της Άμεσης Δράσης και τον φρουρό του Α.Τ. Αγίων Αναργύρων.
Η εξέλιξη αυτή έρχεται να προστεθεί σε μια υπόθεση που έχει ήδη σημαδέψει τη δημόσια συζήτηση για την ενδοοικογενειακή βία, την αστυνομική ανταπόκριση και την ευθύνη των κρατικών μηχανισμών απέναντι σε γυναίκες που ζητούν βοήθεια.
Η Κυριακή Γρίβα, 28 ετών, είχε πάει στο Αστυνομικό Τμήμα Αγίων Αναργύρων μαζί με φίλο της, ζητώντας προστασία από τον πρώην σύντροφό της. Είχε αναφέρει ότι φοβόταν, ότι εκείνος βρισκόταν κοντά στο σπίτι της και ότι χρειαζόταν βοήθεια για να επιστρέψει με ασφάλεια.
Αντί να υπάρξει άμεση κινητοποίηση για τη συνοδεία ή την προστασία της, η νεαρή γυναίκα βρέθηκε να καλεί την Άμεση Δράση έξω από το τμήμα. Εκεί, σύμφωνα με τα στοιχεία που έγιναν γνωστά, ακούστηκε η φράση που προκάλεσε οργή σε όλη τη χώρα: «Το περιπολικό δεν είναι ταξί».
Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, ο πρώην σύντροφός της, της επιτέθηκε με μαχαίρι και τη δολοφόνησε μπροστά στο αστυνομικό τμήμα.
Η φράση αυτή έγινε σύμβολο μιας θεσμικής αποτυχίας. Όχι επειδή από μόνη της αρκεί για να περιγράψει την υπόθεση, αλλά επειδή συμπύκνωσε με τον πιο κυνικό τρόπο το χάσμα ανάμεσα σε μια γυναίκα που ζητούσε να σωθεί και σε έναν μηχανισμό που δεν λειτούργησε όταν έπρεπε.
Ο δράστης της γυναικοκτονίας έχει ήδη καταδικαστεί. Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών τον έκρινε ομόφωνα ένοχο για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, χωρίς να του αναγνωρίσει ελαφρυντικό, και του επέβαλε ισόβια κάθειρξη και επιπλέον ποινή φυλάκισης.
Ωστόσο, η ποινική καταδίκη του γυναικοκτόνου δεν έκλεισε το άλλο μεγάλο κεφάλαιο της υπόθεσης: τις ευθύνες των αστυνομικών που είχαν ρόλο εκείνο το βράδυ.
Μετά τις απολογίες τους, τον Νοέμβριο του 2025, οι τέσσερις αστυνομικοί αφέθηκαν ελεύθεροι με τον ίδιο περιοριστικό όρο: να εμφανίζονται δύο φορές τον μήνα σε αστυνομικό τμήμα. Η σημερινή εισαγγελική πρόταση, όμως, δείχνει ότι η Δικαιοσύνη θεωρεί πως υπάρχουν επαρκή στοιχεία ώστε να εξεταστεί σε δίκη αν οι παραλείψεις τους συνδέονται με το μοιραίο αποτέλεσμα.
Ιδιαίτερο βάρος είχε εξαρχής και η περίπτωση του φρουρού του Α.Τ. Αγίων Αναργύρων. Όπως είχε γίνει γνωστό μετά τη γυναικοκτονία, ο συγκεκριμένος αστυνομικός φέρεται να είχε βεβαρημένο παρελθόν, καθώς είχε καταδικαστεί στο παρελθόν για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση και βρισκόταν σε διαδικασία απόταξης. Δημοσιεύματα της εποχής ανέφεραν ότι η υπόθεσή του είχε περάσει από πειθαρχικές διαδικασίες, με καθυστερήσεις και προσφυγές, ενώ τελικά υπηρετούσε ξανά στην ΕΛ.ΑΣ. τη νύχτα που η Κυριακή Γρίβα δολοφονήθηκε έξω από το τμήμα.
Το ζήτημα δεν είναι μόνο υπηρεσιακό. Είναι βαθιά θεσμικό. Πώς βρέθηκε σε νευραλγική θέση, στην είσοδο αστυνομικού τμήματος, ένας αστυνομικός με τέτοιο ιστορικό; Πώς αξιολογήθηκε η καταλληλότητά του; Ποιος είχε την ευθύνη για την υπηρεσιακή του τοποθέτηση; Και γιατί οι μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου δεν λειτούργησαν εγκαίρως;
Η υπόθεση Γρίβα δεν είναι μια ιστορία που μπορεί να περιοριστεί σε μία βάρδια, σε έναν τηλεφωνητή, σε έναν φρουρό ή σε μία αξιωματικό υπηρεσίας. Είναι η ιστορία μιας αλληλουχίας παραλείψεων. Μιας γυναίκας που ζήτησε προστασία. Ενός κινδύνου που δεν αξιολογήθηκε σωστά. Μιας κλήσης που δεν οδήγησε σε άμεση διάσωση. Ενός αστυνομικού τμήματος έξω από το οποίο συνέβη το αδιανόητο.
Και τώρα, δύο χρόνια μετά τη δολοφονία της, το ερώτημα επανέρχεται με ακόμη μεγαλύτερη ένταση: θα αναζητηθούν ευθύνες μόνο στον φυσικό αυτουργό ή και σε όσους, με πράξεις ή παραλείψεις, φέρονται να άφησαν την Κυριακή Γρίβα απροστάτευτη;
Για την οικογένειά της, η δικαίωση δεν μπορεί να σταματήσει στην καταδίκη του δολοφόνου. Για την κοινωνία, η υπόθεση αυτή παραμένει μια ανοιχτή πληγή. Για την Πολιτεία, είναι ένα τεστ αξιοπιστίας: αν μπορεί να αναγνωρίσει ότι η προστασία των θυμάτων έμφυλης βίας δεν είναι υπόσχεση, ούτε πρωτόκολλο στα χαρτιά. Είναι ζήτημα ζωής και θανάτου.