Η υπόθεση της μυστηριώδους οσμής που αναστάτωσε περιοχές της νότιας Αθήνας δεν είναι απλώς ένα περίεργο περιστατικό καθημερινής ταλαιπωρίας. Είναι η εικόνα ενός κράτους που κινητοποιείται, ψάχνει, αποκλείει σενάρια, αλλά σχεδόν ένα 24ωρο μετά δεν μπορεί να πει στους πολίτες με καθαρότητα από πού προήλθε αυτό που μύρισαν, φοβήθηκαν και σε ορισμένες περιπτώσεις τους ανάγκασε να εκκενώσουν χώρους εργασίας ή σχολικές μονάδες.
Η έντονη, ασυνήθιστη οσμή έγινε αισθητή σε μεγάλο τμήμα των νοτίων προαστίων και προκάλεσε δεκάδες αναφορές πολιτών, κινητοποίηση υπηρεσιών, τεχνικών συνεργείων και μηχανισμών Πολιτικής Προστασίας. Εξετάστηκαν σενάρια για διαρροή φυσικού αερίου, υδρογονάνθρακες, υγραέριο, πετρελαϊκές ενώσεις, θαλάσσια ρύπανση, ακόμη και πιθανή σύνδεση με εγκαταστάσεις όπως η Ψυττάλεια. Μέχρι στιγμής, όμως, καμία πηγή δεν έχει εντοπιστεί επισήμως.
Και εδώ αρχίζει η «ιστορία τρέλας».
Διότι δεν είναι δυνατόν σε μια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα, σε μια μητροπολιτική περιοχή εκατομμυρίων κατοίκων, να περνά σχεδόν ένα ολόκληρο 24ωρο και το τελικό μήνυμα προς τους πολίτες να είναι: «Δεν ξέρουμε». Δεν είναι δυνατόν τα αρμόδια υπουργεία, η Περιφέρεια, οι δήμοι, οι φορείς ενέργειας και οι υπηρεσίες πολιτικής προστασίας να εμφανίζονται περισσότερο ικανοί να διαψεύδουν την ευθύνη τους παρά να δώσουν μία συγκροτημένη απάντηση.
Ο ΔΕΣΦΑ φέρεται να απέκλεισε σύνδεση με τις εγκαταστάσεις του στη Ρεβυθούσα. Η Enaon EDA πραγματοποίησε ελέγχους με συνεργεία και ειδικά οχήματα ανίχνευσης, χωρίς να εντοπίσει διαρροή ή τεχνικό πρόβλημα στο δίκτυο διανομής φυσικού αερίου. Τα διυλιστήρια επίσης δεν έδωσαν ένδειξη εμπλοκής. Η ΕΥΔΑΠ, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, απέκλεισε σύνδεση με την Ψυττάλεια. Όλα αυτά είναι χρήσιμα. Αλλά δεν αρκούν.
Γιατί ο πολίτης δεν ρωτά μόνο «ποιος δεν φταίει». Ρωτά «τι συνέβη».
Ρωτά αν κινδύνευσε. Ρωτά αν υπήρξε ατμοσφαιρική επιβάρυνση. Ρωτά αν έπρεπε να κλείσει παράθυρα, να απομακρύνει παιδιά, ηλικιωμένους ή ανθρώπους με αναπνευστικά προβλήματα. Ρωτά γιατί σε περιοχές όπως η Νέα Σμύρνη, η Καλλιθέα, το Παλαιό Φάληρο, ο Άλιμος και ο Άγιος Δημήτριος υπήρξε τέτοια αναστάτωση, με αναφορές ακόμη και για εκκενώσεις σχολείων και επιχειρήσεων.
Και η απάντηση δεν μπορεί να είναι ένα διοικητικό πινγκ-πονγκ.
Δεν μπορεί ο ένας φορέας να λέει «δεν είμαστε εμείς», ο άλλος «δεν προκύπτει κάτι από εμάς», ο τρίτος «δεν έχουμε ένδειξη» και, στο τέλος, η κοινωνία να μένει με την οσμή, τον φόβο και το κενό ενημέρωσης.
Αν η υπόθεση είναι ακίνδυνη, να ειπωθεί καθαρά και τεκμηριωμένα. Αν δεν είναι, να υπάρξουν οδηγίες. Αν οι μετρήσεις συνεχίζονται, να δοθεί χρονοδιάγραμμα. Αν χρειάζεται επιστημονική διερεύνηση, να εξηγηθεί ποιος τη διενεργεί, τι μετρά, πότε θα υπάρχουν αποτελέσματα και ποιος έχει την πολιτική ευθύνη της ενημέρωσης.
Διότι η εμπιστοσύνη δεν χτίζεται με διαψεύσεις. Χτίζεται με απαντήσεις.
Η μυστηριώδης οσμή στα νότια προάστια μπορεί τελικά να αποδειχθεί ένα μεμονωμένο, παροδικό περιβαλλοντικό φαινόμενο. Μπορεί να οφείλεται σε κάτι που ακόμη δεν έχει χαρτογραφηθεί. Μπορεί να μην συνδέεται με κανένα από τα μεγάλα σενάρια που εξετάστηκαν. Όμως το πρόβλημα δεν είναι μόνο η οσμή. Είναι η αδυναμία του συστήματος να μιλήσει έγκαιρα, ενιαία και πειστικά.
Και αυτό, σε μια χώρα που έχει πληρώσει ακριβά το «δεν ξέραμε», το «δεν μας ενημέρωσαν», το «δεν ήταν δική μας αρμοδιότητα», δεν είναι λεπτομέρεια.
Είναι καμπανάκι. Και μάλιστα πολύ πιο έντονο από οποιαδήποτε μυρωδιά.