Υπάρχουν καλλιτέχνες που, ακόμη κι όταν σωπαίνουν, συνεχίζουν να ακούγονται. Ο Νότης Σφακιανάκης είναι μία από αυτές τις περιπτώσεις. Μπορεί να απέχει χρόνια από τις πίστες και τη δισκογραφία. Μπορεί να έχει επιλέξει μια σχεδόν απόλυτη απόσταση από τη δημόσια ζωή. Όμως αρκεί μία φωτογραφία του σε ένα αεροδρόμιο για να ξανανοίξει όλη η συζήτηση γύρω από το όνομά του.
Όχι επειδή ο ίδιος την αναζήτησε. Αλλά επειδή ο Νότης, όσο κι αν θέλει να χαθεί από τα φώτα, δεν μπορεί να φύγει από το μυαλό των ανθρώπων που αγάπησαν τη φωνή του, τα τραγούδια του, τις νύχτες του, την ιδιότυπη σκηνική του παρουσία. Και, όπως φαίνεται, δεν μπορεί να ξεφύγει ούτε από τον φωτογραφικό φακό, που τον εντόπισε στο αεροδρόμιο, προφανώς για να πετάξει κάπου. Όπως πετάει και ο δικός του «Αετός», ένα από τα πιο συγκλονιστικά τραγούδια που έχουν γραφτεί και ερμηνευτεί στη σύγχρονη λαϊκή μουσική.
Ο Νότης Σφακιανάκης δεν υπήρξε ποτέ ένας «εύκολος» καλλιτέχνης. Ούτε για τους θαυμαστές του, ούτε για τους επικριτές του. Οι πολιτικές του τοποθετήσεις, συχνά δεξιά της δεξιάς, δημιούργησαν μεγάλες αντιδράσεις και άνοιξαν έντονες συζητήσεις. Κανείς όμως, όσο αυστηρά κι αν κρίνει τις απόψεις του, δεν μπορεί να παραγνωρίσει το καλλιτεχνικό του μέγεθος.
Γιατί ο Νότης είναι, πάνω απ’ όλα, φωνή. Μια φωνή με βάρος, με αναγνωρίσιμη χροιά, με τρόπο. Από εκείνες που δεν μπερδεύονται. Από εκείνες που έφτιαξαν ολόκληρη εποχή.
Γεννημένος στο Ηράκλειο της Κρήτης στις 2 Νοεμβρίου 1959, ως Παναγιώτης Σφακιανάκης, μεγάλωσε κυρίως στην Κω, το νησί που καθόρισε πολλά στη ζωή και στην ιδιοσυγκρασία του. Εκεί, κοντά στη θάλασσα, διαμορφώθηκε ένας χαρακτήρας που πάντα έδειχνε να κουβαλά κάτι από την αλμύρα, την απομόνωση και την ελευθερία του νησιώτη.
Η θάλασσα δεν ήταν ποτέ για εκείνον απλώς ένα τοπίο. Ήταν τρόπος ζωής. Ήταν διαφυγή. Ήταν, ίσως, και το φυσικό του καταφύγιο. Κι αυτό εξηγεί πολλά για έναν άνθρωπο που δεν έμοιαζε ποτέ να ανήκει ολοκληρωτικά ούτε στη νύχτα ούτε στη δημοσιότητα, παρότι τις σημάδεψε και τις δύο.
Πριν γίνει ο Νότης των μεγάλων μαγαζιών, των sold out εμφανίσεων και των δίσκων που πουλούσαν σε αριθμούς άλλης εποχής, εργάστηκε ως DJ στην Κω. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 έως τα μέσα της δεκαετίας του ’80 έζησε μέσα στη μουσική από άλλη θέση: όχι ακόμη ως πρωταγωνιστής, αλλά ως άνθρωπος που άκουγε, διάλεγε, ένιωθε τον παλμό του κόσμου. Το 1985 τραγούδησε επαγγελματικά για πρώτη φορά και από εκεί άρχισε η διαδρομή που θα τον οδηγούσε στην κορυφή.
Η δισκογραφική του πορεία ξεκίνησε το 1991 με τον δίσκο «Πρώτη Φορά». Από τότε, ο Νότης Σφακιανάκης έγινε ένα από τα πιο εμπορικά και επιδραστικά ονόματα του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού. Οι πωλήσεις των δίσκων του έχουν καταγραφεί σε εκατομμύρια αντίτυπα, ενώ για πολλά χρόνια κυριάρχησε στη φυσική δισκογραφία, σε μια εποχή που το CD και ο δίσκος ήταν ακόμη το απόλυτο μέτρο επιτυχίας.
Δεν είναι, βέβαια, τραγουδοποιός με την κλασική έννοια. Ο Νότης είναι πρωτίστως ερμηνευτής. Του έγραψαν τραγούδια μεγάλοι δημιουργοί, εκείνος όμως τους έδωσε το δικό του βάρος. Και σε πολλές περιπτώσεις, τα έκανε σχεδόν αδιαχώριστα από τη φωνή του.
«Ο Αετός», «Είσαι Ένα Πιστόλι», «Βήμα Μην Κάνεις Βήμα», «Κάψε», «Αγάπη Τι Δύσκολο Πράγμα», «Σήκω Και Φύγε», «Μάτια Παλάτια Μου», «Πάρτα», «Γυναίκα Μυστήριο», «Τα Κλεμμένα», «Δεν Πόνεσα», «Να Ξαναρθείς». Τραγούδια που δεν έμειναν απλώς σε πίστες και ραδιόφωνα. Πέρασαν σε παρέες, σε χωρισμούς, σε ξενύχτια, σε προσωπικές ιστορίες ανθρώπων που τα έκαναν δικά τους.
Αυτό είναι και το μυστικό του Νότη. Δεν τραγουδούσε απλώς. Έμοιαζε να δηλώνει. Να τοποθετείται. Να παίρνει θέση ακόμη και μέσα από ένα ερωτικό τραγούδι. Υπήρχε πάντα μια αίσθηση προσωπικού λόγου, ακόμη και όταν οι στίχοι δεν ήταν δικοί του.
Στην προσωπική του ζωή υπήρξε πολύ πιο χαμηλών τόνων απ’ όσο θα περίμενε κανείς από έναν καλλιτέχνη τέτοιου μεγέθους. Παντρεύτηκε τη Βρετανίδα Κίλι, την οποία γνώρισε στην Κω, και μαζί απέκτησαν δύο παιδιά, τα δίδυμα Αφροδίτη και Απόλλωνα. Τα παιδιά του έμειναν, σε μεγάλο βαθμό, μακριά από τη δημοσιότητα, όπως και η οικογενειακή του ζωή.
Τα τελευταία χρόνια, όμως, ο Νότης χτυπήθηκε από μεγάλες απώλειες. Ο θάνατος της συζύγου του Κίλι τον σημάδεψε βαθιά. Λίγους μήνες αργότερα ήρθε και η απώλεια της αδελφής του Πολυάννας. Για έναν άνθρωπο που έτσι κι αλλιώς είχε αποσυρθεί, αυτά τα γεγονότα δεν μπορεί παρά να βάρυναν ακόμη περισσότερο τη σιωπή του.
Και όμως, αυτή η σιωπή δεν είναι απουσία. Είναι, ίσως, ο δικός του τρόπος να υπάρχει χωρίς να εξηγεί. Χωρίς να απολογείται. Χωρίς να συμμετέχει στο καθημερινό πανηγύρι της έκθεσης.
Γύρω από το όνομά του κυκλοφόρησαν κατά καιρούς πολλά σενάρια επιστροφής. Πότε για νέες εμφανίσεις, πότε για νέα τραγούδια, πότε για μια μεγάλη επανεμφάνιση που θα προκαλούσε αίσθηση. Μέχρι στιγμής, τίποτα από αυτά δεν έχει επιβεβαιωθεί. Και ίσως αυτό ταιριάζει στον Νότη περισσότερο απ’ όλα: να αφήνει τους άλλους να μιλούν, ενώ εκείνος επιλέγει πότε, αν και πώς θα εμφανιστεί ξανά.
Γιατί ο Σφακιανάκης υπήρξε πάντα ένας καλλιτέχνης που δεν χωρούσε εύκολα σε καλούπια. Ντόμπρος, συχνά αιχμηρός, πολλές φορές ενοχλητικός, αλλά σπάνια υποκριτικός. Μπορεί κανείς να διαφωνεί ριζικά μαζί του. Μπορεί να τον κρίνει αυστηρά για όσα είπε κατά καιρούς. Αλλά δύσκολα μπορεί να του αφαιρέσει την ευθύτητα, την πίστη στον δικό του λόγο και την άρνησή του να παίξει το παιχνίδι των δημοσίων σχέσεων όπως το απαιτεί η εποχή.
Ο Νότης δεν υπήρξε ποτέ ο καλλιτέχνης των συμβιβασμών. Ούτε ο άνθρωπος που θα άλλαζε εύκολα για να γίνει πιο βολικός. Αυτό τον έκανε αγαπητό σε πολλούς και αντιπαθή σε άλλους. Αλλά τον έκανε και αυθεντικό στα μάτια όσων τον ακολούθησαν όλα αυτά τα χρόνια.
Σήμερα, στα 66 του, έχει μπροστά του ακόμη πολλά χρόνια. Κανείς δεν ξέρει αν θα επιστρέψει στη σκηνή. Κανείς δεν ξέρει αν θέλει πραγματικά να επιστρέψει. Ίσως να μη χρειάζεται καν. Γιατί υπάρχουν καλλιτέχνες που, από ένα σημείο και μετά, δεν μετριούνται με το αν εμφανίζονται. Μετριούνται με το αν παραμένουν.
Και ο Νότης παραμένει.
Παραμένει στα τραγούδια που παίζονται ακόμη. Στις φωνές που τον μιμούνται χωρίς να τον φτάνουν. Στους ανθρώπους που μεγάλωσαν με τη φωνή του. Στα μαγαζιά που θυμούνται τι σήμαινε κάποτε «βγαίνει ο Νότης». Στον «Αετό» που εξακολουθεί να πετά πάνω από μια ολόκληρη εποχή του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού.