Ανήμερα της Παναγίας, ενώ χιλιάδες προσκυνητές είχαν κατακλύσει την Τήνο, μία ιταλική τορπίλη έσκισε το κύτος του καταδρομικού «Έλλη» και μαζί τις τελευταίες ψευδαισθήσεις ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να μείνει έξω από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ήταν 15 Αυγούστου 1940, ακριβώς 74 ημέρες πριν από το ιταλικό τελεσίγραφο και την εισβολή από την κατεχόμενη Αλβανία.
Το καλοκαίρι του ακήρυχτου πολέμου
Η Ελλάδα παρέμενε επισήμως ουδέτερη, αλλά ο κλοιός έσφιγγε. Η Ιταλία είχε καταλάβει την Αλβανία από τον Απρίλιο του 1939 και στις 10 Ιουνίου 1940 είχε εισέλθει στον πόλεμο στο πλευρό της ναζιστικής Γερμανίας.
Ιταλικά αεροσκάφη παραβίαζαν τον ελληνικό εναέριο χώρο, ενώ τον Ιούλιο είχαν βομβαρδιστεί ελληνικά πολεμικά πλοία κοντά στη Γραμβούσα και στη Ναύπακτο. Παράλληλα, ο φασιστικός Τύπος κατηγορούσε την Ελλάδα ότι βοηθούσε τους Βρετανούς και καταπίεζε αλβανικούς πληθυσμούς.
Η δολοφονία του Αλβανού ληστή Νταούτ Χότζα παρουσιάστηκε από τη ρωμαϊκή προπαγάνδα ως δολοφονία ενός «μεγάλου Αλβανού πατριώτη» από Έλληνες πράκτορες. Η Ιταλία οικοδομούσε ήδη το αφήγημα που θα χρησιμοποιούσε για την επίθεση.
Το πλοίο που προοριζόταν για την Κίνα
Το «Έλλη» ήταν εύδρομο –με τη ναυτική ορολογία του Μεσοπολέμου– ή ελαφρύ προστατευμένο καταδρομικό. Ναυπηγήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1912-1913 από τη New York Shipbuilding Corporation για λογαριασμό της κινεζικής κυβέρνησης, με το όνομα «Fei Hung». Η κινεζική παραγγελία ακυρώθηκε μετά την επανάσταση και το πλοίο αγοράστηκε από την Ελλάδα το 1914.
Πήρε το όνομα «Έλλη» προς τιμήν της νικηφόρας ναυμαχίας της Έλλης του 1912, κατά την οποία ο ελληνικός στόλος, με ναυαρχίδα το «Αβέρωφ» και αρχηγό τον Παύλο Κουντουριώτη, ανάγκασε τον οθωμανικό στόλο να επιστρέψει στα Δαρδανέλλια.
Το καταδρομικό συμμετείχε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και στη Μικρασιατική Εκστρατεία, ενώ το 1925-1927 μετασκευάστηκε ριζικά στη Γαλλία και απέκτησε δυνατότητα πόντισης ναρκών.
Τα βασικά χαρακτηριστικά του ήταν:
- Μήκος 98 μέτρα, πλάτος 12 μέτρα και βύθισμα 4,3 μέτρα.
- Εκτόπισμα 2.115 τόνων, που έφθανε περίπου τους 2.600 με πλήρες φορτίο.
- Τρεις έλικες και αρχική μέγιστη ταχύτητα 26 κόμβων, η οποία το 1940 είχε περιοριστεί περίπου στους 18.
- Οργανικό πλήρωμα περίπου 238 αξιωματικών, υπαξιωματικών και ναυτών.
- Τρία πυροβόλα των 152 χιλιοστών, δύο των 66 χιλιοστών, αντιαεροπορικά πυροβόλα των 40 χιλιοστών και δύο τορπιλοσωλήνες.
- Δυνατότητα μεταφοράς και ταχείας πόντισης 100 ναρκών.
Η άφιξη στην Τήνο
Παρά τις αντιρρήσεις του αρχηγού του Στόλου, υποναυάρχου Επαμεινώνδα Καββαδία, η κυβέρνηση αποφάσισε να στείλει το «Έλλη» στην Τήνο. Η παρουσία πολεμικού πλοίου στις εκδηλώσεις της Μεγαλόχαρης αποτελούσε παράδοση, αλλά επιδίωκε παράλληλα να ενισχύσει το αίσθημα ασφάλειας του λαού.
Με κυβερνήτη τον πλοίαρχο Άγγελο Χατζόπουλο, το καταδρομικό αγκυροβόλησε στις 06:25, περίπου μισό χιλιόμετρο από τον λιμενοβραχίονα. Ήταν σημαιοστολισμένο και το τιμητικό άγημα ετοιμαζόταν να αποβιβαστεί για να συνοδεύσει τη λιτάνευση της εικόνας.
Την ίδια ώρα, κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας παραμόνευε το ιταλικό υποβρύχιο «Delfino». Είχε αποπλεύσει το προηγούμενο βράδυ από τη βάση στο Παρθένι της Λέρου, με κυβερνήτη τον Τζουζέπε Αϊκάρντι και εντολές του φασίστα διοικητή των ιταλοκρατούμενων Δωδεκανήσων, Τσέζαρε Μαρία Ντε Βέκι.
Η έκταση της προηγούμενης ενημέρωσης της Ρώμης εξακολουθεί να συζητείται από τους ιστορικούς. Ο Ιταλός υπουργός Εξωτερικών Γκαλεάτσο Τσιάνο απέδωσε αργότερα την ενέργεια στην επιθετικότητα του Ντε Βέκι.
Ώρα 08:25 – Η τορπίλη
Στις 08:25 ο Αϊκάρντι έδωσε τη διαταγή πυρός. Η τορπίλη διένυσε περίπου 700 μέτρα και χτύπησε το «Έλλη» στη δεξιά πλευρά, ανάμεσα στις δύο καπνοδόχους, στο ύψος του λεβητοστασίου.
Η έκρηξη άνοιξε μεγάλο ρήγμα, κατέστρεψε τον ενεργό λέβητα και προκάλεσε ανάφλεξη στις δεξαμενές πετρελαίου. Μαύρος καπνός τύλιξε το σημαιοστολισμένο πλοίο, άνδρες εκσφενδονίστηκαν ή έπεσαν στη θάλασσα και το καταδρομικό άρχισε να παίρνει μεγάλη κλίση.
Το «Delfino» εκτόξευσε ακόμη δύο τορπίλες προς το εσωτερικό του λιμανιού, όπου βρίσκονταν τα επιβατηγά «Έσπερος» και «Έλση», γεμάτα προσκυνητές. Αστόχησαν και εξερράγησαν στον λιμενοβραχίονα και σε φυσικό εμπόδιο. Από τη μία έκρηξη άνοιξε ρήγμα περίπου επτά μέτρων στην προβλήτα, ενώ πέτρες και νερά εκτινάχθηκαν επάνω στο συγκεντρωμένο πλήθος.
Ο κυβερνήτης δεν ήθελε να εγκαταλείψει το πλοίο
Το πλήρωμα προσπάθησε να περιορίσει την εισροή των υδάτων και να ρυμουλκήσει το πλοίο στα ρηχά. Τα συρματόσχοινα, όμως, έσπασαν, η ηλεκτροδότηση είχε διακοπεί και η άγκυρα δεν μπορούσε να απελευθερωθεί.
Όταν το νερό έφθασε στα φινιστρίνια, ο πλοίαρχος Χατζόπουλος διέταξε την εγκατάλειψη. Ο ίδιος αρνήθηκε να φύγει και χρειάστηκε οι αξιωματικοί του να τον απομακρύνουν σχεδόν διά της βίας.
Η «Έλλη» χάθηκε σε βάθος περίπου 47 μέτρων, με τη σημαία να εξακολουθεί να κυματίζει. Οι πηγές διαφέρουν ως προς την ακριβή ώρα της ολοκληρωτικής βύθισης: άλλες αναφέρουν τις 09:45 και άλλες τις 10:20. Την προσπάθεια του πληρώματος και τις τελευταίες στιγμές του πλοίου καταγράφει αναλυτικά η ναυτική ιστορική έρευνα με μαρτυρίες επιζώντων.
Στη διάσωση βοήθησαν τα αλιευτικά «Προποντίς» και «Ελένη» του καπετάν Μιχάλη Πετυχάκη. Παρά τον κίνδυνο νέων εκρήξεων, προσέγγισαν το φλεγόμενο καταδρομικό και περισυνέλεξαν τραυματίες και ναυαγούς.
Εννέα νεκροί και 24 τραυματίες
Οι πρώτες συγκεχυμένες ανακοινώσεις έκαναν λόγο για έναν νεκρό, αγνοουμένους και 29 τραυματίες. Ο τελικός απολογισμός, όπως καταγράφεται στις επίσημες επετειακές αναφορές, ήταν εννέα νεκροί και 24 τραυματίες.
Στο μνημείο της «Έλλης» αναγράφονται τα ονόματα των Π. Κατσαΐτη, Ν. Παπανικολάου, Ι. Μαντούβαλου, Ι. Ανεστόπουλου, Μ. Πέτα, Δ. Τομαρά, Γ. Γρίβα, Ι. Μπόνου και Α. Καλία.
Οι περισσότεροι βρίσκονταν στο λεβητοστάσιο και στους χώρους των μηχανών. Κάποιοι σκοτώθηκαν ακαριαία, άλλοι υπέκυψαν αργότερα στα τραύματά τους, ενώ δύο θεωρήθηκαν αρχικά αγνοούμενοι.
Στα θύματα της ημέρας προστέθηκε μία γυναίκα αρμενικής καταγωγής, η οποία πέθανε από καρδιακή προσβολή μετά την έκρηξη στην προκυμαία. Παρά το πένθος και τον πανικό, η λιτάνευση της εικόνας πραγματοποιήθηκε, περνώντας και από τους χώρους όπου νοσηλεύονταν οι τραυματίες ναύτες.
Η Αθήνα ήξερε τον δράστη
Η επίσημη ανακοίνωση μίλησε για «υποβρύχιο αγνώστου εθνικότητος». Η κυβέρνηση Μεταξά, όμως, γνώριζε σχεδόν από την πρώτη ημέρα ότι οι δράστες ήταν Ιταλοί.
Ο ύπαρχος του «Έλλη», πλωτάρχης Κωνσταντίνος Δούσης, ανέσυρε από τον λιμενοβραχίονα θραύσματα των τορπιλών. Πάνω τους υπήρχαν ιταλικές επιγραφές, αριθμοί μητρώου και η ένδειξη «Torino». Η εξέταση από επιτροπή του Πολεμικού Ναυτικού κατέληξε ότι το πλοίο είχε βυθιστεί από ιταλικές τορπίλες, εκτοξευμένες από ιταλικό υποβρύχιο.
Το πόρισμα κρατήθηκε μυστικό και απαγορεύθηκε στον Τύπο να κατονομάσει την Ιταλία. Η Αθήνα προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο, να ολοκληρώσει την πολεμική προετοιμασία και να μη δώσει στον Μουσολίνι πρόσχημα για άμεση επίθεση. Η αλήθεια δημοσιοποιήθηκε στις 30 Οκτωβρίου 1940, όταν ο πόλεμος είχε ήδη αρχίσει.
Ο ιταλικός ισχυρισμός περί βρετανικής προβοκάτσιας δεν έπεισε κανέναν. Ο ίδιος ο Ιταλός πρεσβευτής Εμανουέλε Γκράτσι παραδέχθηκε αργότερα ότι το έγκλημα της Τήνου πέτυχε εκείνο που δεν είχαν καταφέρει οι ιταλικές απειλές: ένωσε μοναρχικούς και βενιζελικούς, οπαδούς και αντιπάλους της δικτατορίας απέναντι σε έναν κοινό εχθρό.
Ο προάγγελος της 28ης Οκτωβρίου
Ο τορπιλισμός δεν ήταν ένα μεμονωμένο επεισόδιο ούτε μια αυθαιρεσία χωρίς συνέχεια. Ήταν η κορύφωση ενός ακήρυχτου πολέμου και η πρώτη αιματηρή προειδοποίηση για όσα ετοίμαζε η φασιστική Ιταλία.
Στις 03:00 τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου, ο Γκράτσι παρέδωσε στον Ιωάννη Μεταξά το ιταλικό τελεσίγραφο. Στις 05:30, πριν ακόμη εκπνεύσει πλήρως η προθεσμία, τα ιταλικά στρατεύματα εισέβαλαν στην Ελλάδα από την Αλβανία.
Οι εννέα ναυτικοί της «Έλλης» είχαν γίνει ήδη οι πρώτοι Έλληνες πεσόντες του πολέμου. Και η τορπίλη της Τήνου είχε μετατραπεί σε μία από τις ισχυρότερες εικόνες που συνόδευσαν το ελληνικό «Όχι».
Η μνήμη του πλοίου
Το ναυάγιο ανελκύστηκε τμηματικά το 1955-1956 και πουλήθηκε ως παλιοσίδερα. Στο συγκρότημα της Ευαγγελίστριας λειτουργεί το Μαυσωλείο της «Έλλης», με το οστεοφυλάκιο των θυμάτων, τμήματα τορπίλης και αντικείμενα του πλοίου. Ένα από τα πυροβόλα του βρίσκεται δίπλα στο μνημείο στο παλιό λιμάνι.
Το «Delfino» βυθίστηκε στις 23 Μαρτίου 1943, έπειτα από σύγκρουση με ιταλική πλοηγίδα έξω από τον Τάραντα, παρασύροντας στον θάνατο 28 άνδρες. Κανένας από τους υπευθύνους για τον τορπιλισμό της «Έλλης» δεν δικάστηκε.
Στο πλαίσιο των πολεμικών επανορθώσεων, η Ιταλία παραχώρησε το 1950 στην Ελλάδα το καταδρομικό «Eugenio di Savoia». Το πλοίο μετονομάστηκε σε «Έλλη» και ύψωσε την ελληνική σημαία το 1951.
Από το 1982 το ιστορικό όνομα φέρει η φρεγάτα «Έλλη» F-450. Κάθε Δεκαπενταύγουστο στεφάνια πέφτουν στη θάλασσα της Τήνου, εκεί όπου η ειρήνη της Ελλάδας τορπιλίστηκε 74 ημέρες πριν από την ιταλική εισβολή.