Στις 4 Αυγούστου 1865, σαράντα δύο χρόνια μετά τη συγγραφή του και οκτώ χρόνια μετά τον θάνατο του δημιουργού του, ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» καθιερώθηκε επισήμως ως Εθνικός Ύμνος της Ελλάδας.
Δεν ήταν ένα απλό πατριωτικό τραγούδι. Ήταν ένα ολόκληρο ποιητικό χρονικό της Ελληνικής Επανάστασης, αποτελούμενο από 158 τετράστιχες στροφές, δηλαδή 632 στίχους. Με το βασιλικό διάταγμα καθιερώθηκαν ως «επίσημον εθνικόν άσμα» οι πρώτες 24 στροφές, αν και στις τελετές, στις παρελάσεις, στις αθλητικές διοργανώσεις και κατά την έπαρση ή υποστολή της σημαίας ακούγονται μόνο οι δύο πρώτες.
Ο 25χρονος Σολωμός γράφει μέσα σε έναν μήνα 632 στίχους
Ο Διονύσιος Σολωμός έγραψε τον «Ύμνο εις την Ελευθερίαν» στη Ζάκυνθο, τον Μάιο του 1823, σε ηλικία μόλις 25 ετών. Σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, ολοκλήρωσε το ποίημα μέσα σε έναν μήνα, χρησιμοποιώντας τροχαϊκό οκτασύλλαβο και ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία.
Η αφορμή ήταν η Ελληνική Επανάσταση που είχε ξεσπάσει δύο χρόνια νωρίτερα. Ο Σολωμός ήθελε να υμνήσει τον αγώνα των Ελλήνων για ελευθερία, αλλά και να τον παρουσιάσει στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη ως δίκαιο αγώνα ενός υπόδουλου λαού για αυτοδιάθεση, πίστη και εθνική αποκατάσταση.
Η Ελευθερία εμφανίζεται προσωποποιημένη, να αναδύεται:
Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά…
Το ποίημα δεν περιορίζεται, όμως, σε έναν θριαμβευτικό ύμνο. Περιγράφει πολεμικά κατορθώματα, την Άλωση της Τριπολιτσάς, τη συντριβή του Δράμαλη, τις μάχες και τις θυσίες των επαναστατημένων Ελλήνων. Παράλληλα, ασκεί κριτική στην υποκρισία των Μεγάλων Δυνάμεων, δεν αποσιωπά τη βία της Επανάστασης και καταλήγει σε μια δραματική προειδοποίηση εναντίον της ελληνικής διχόνοιας:
Μην ειπούν στο στοχασμό τους
τα ξένα έθνη αληθινά:
Εάν μισούνται ανάμεσό τους,
δεν τους πρέπει ελευθεριά.
Ο «Ύμνος» ήταν επομένως ταυτόχρονα ποιητικό έργο, πολιτική παρέμβαση, κάλεσμα εθνικής ενότητας και μήνυμα προς την Ευρώπη.
Από το Παρίσι και το Λονδίνο στο πολιορκημένο Μεσολόγγι
Το ποίημα δεν τυπώθηκε αμέσως. Η πρώτη δημοσίευσή του έγινε το 1825 στο Παρίσι, στον δεύτερο τόμο της συλλογής ελληνικών δημοτικών τραγουδιών του Γάλλου φιλέλληνα Κλοντ Φοριέλ, μαζί με γαλλική μετάφραση του Στανισλάς Ζυλιέν.
Την ίδια χρονιά μεταφράστηκε στα αγγλικά από τον Τσαρλς Μπρίνσλεϊ Σέρινταν και κυκλοφόρησε στο Λονδίνο. Ο Σέρινταν πίστευε ότι η διάδοση του έργου θα ενίσχυε την ευρωπαϊκή υποστήριξη προς την Ελληνική Επανάσταση.
Ακολούθησε μια ιστορική τρίτη έκδοση, τυπωμένη μέσα στο πολιορκημένο Μεσολόγγι, με ιταλική μετάφραση του Γκαετάνο Γκρασέτι. Το πρωτότυπο χειρόγραφο του ποιήματος δεν έχει διασωθεί· υπάρχουν μόνο διάσπαρτες επεξεργασίες στίχων σε χειρόγραφα του ποιητή.
Διονύσιος Σολωμός: Ο ποιητής που έμαθε τα ελληνικά για να τα αλλάξει
Ο Διονύσιος Σολωμός γεννήθηκε στις 8 Απριλίου 1798 στη Ζάκυνθο. Πατέρας του ήταν ο κόντες Νικόλαος Σολωμός και μητέρα του η Αγγελική Νίκλη, νεαρή υπηρέτρια στο σπίτι του κόντε. Γεννήθηκε εκτός γάμου, αλλά ο πατέρας του φρόντισε για τη μόρφωση και την οικονομική του εξασφάλιση.
Το 1808, μετά τον θάνατο του πατέρα του, έφυγε για την Ιταλία. Φοίτησε στη Βενετία και στην Κρεμόνα και στη συνέχεια σπούδασε Νομική στο Πανεπιστήμιο της Παβίας, χωρίς ποτέ να ακολουθήσει το επάγγελμα του νομικού. Εκεί γνώρισε την ιταλική λογοτεχνία, τον νεοκλασικισμό και τον ανερχόμενο ρομαντισμό, γράφοντας τα πρώτα ποιήματά του στα ιταλικά.
Επέστρεψε στη Ζάκυνθο το 1818 και άρχισε ουσιαστικά να μαθαίνει και να καλλιεργεί τα ελληνικά ως ποιητική γλώσσα. Υπερασπίστηκε με πάθος τη δημοτική, τη γλώσσα του λαού, γράφοντας στον περίφημο «Διάλογο»:
«Μήγαρις έχω άλλο στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα;»
Το 1828 εγκαταστάθηκε οριστικά στην Κέρκυρα. Εκεί γνώρισε τον Νικόλαο Μάντζαρο και δημιούργησε ή επεξεργάστηκε μερικά από τα σημαντικότερα έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας: τον «Κρητικό», τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», τον «Πόρφυρα», τον «Λάμπρο» και τη «Γυναίκα της Ζάκυθος».
Πέθανε στην Κέρκυρα στις 9 Φεβρουαρίου 1857, έπειτα από αλλεπάλληλα εγκεφαλικά επεισόδια. Η Ελληνική Βουλή διέκοψε τις εργασίες της και κηρύχθηκε δημόσιο πένθος.
Νικόλαος Μάντζαρος: Ο Κερκυραίος θεμελιωτής της ελληνικής έντεχνης μουσικής
Ο Νικόλαος Χαλικιόπουλος Μάντζαρος γεννήθηκε στην Κέρκυρα στις 26 Οκτωβρίου 1795, σε εύπορη αριστοκρατική οικογένεια. Τα πρώτα μαθήματα μουσικής τα πήρε από τη μητέρα του και στη συνέχεια από σημαντικούς Επτανήσιους δασκάλους.
Οι πρώτες δημόσιες παρουσιάσεις έργων του έγιναν το 1815 στο ιστορικό θέατρο Σαν Τζιάκομο της Κέρκυρας. Το 1825 συνέχισε τις σπουδές του στη Νάπολη, κοντά στον σημαντικό Ιταλό συνθέτη και δάσκαλο Νικολό Τσινγκαρέλι, ο οποίος είχε διδάξει επίσης τον Μπελίνι και τον Ροσίνι.
Παρά τις δυνατότητες διεθνούς σταδιοδρομίας, ο Μάντζαρος επέστρεψε στην Κέρκυρα και αφιερώθηκε στη μουσική εκπαίδευση. Δίδασκε αφιλοκερδώς και θεωρείται ιδρυτής της Επτανησιακής Μουσικής Σχολής και θεμελιωτής της ελληνικής έντεχνης μουσικής.
Το 1840, όταν ιδρύθηκε η Φιλαρμονική Εταιρεία Κερκύρας —η περίφημη «Παλαιά Φιλαρμονική»— ανακηρύχθηκε ισόβιος πρόεδρός της και υπήρξε ο πρώτος καλλιτεχνικός διευθυντής της. Παρέμεινε στο αξίωμα μέχρι τον θάνατό του, στις 12 Απριλίου 1872.
Πόσες φορές μελοποίησε τον Ύμνο
Εδώ αρχίζει η λιγότερο γνωστή και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ιστορία. Ο Μάντζαρος δεν έγραψε μία φορά τη μουσική του «Ύμνου». Εργαζόταν επάνω στο έργο επί δεκαετίες, δοκιμάζοντας διαφορετικές μορφές, χορωδιακές γραφές, ρυθμούς και εναρμονίσεις.
Στη βιβλιογραφία συναντάμε άλλοτε τρεις βασικές μελοποιήσεις και άλλοτε τέσσερις διαφορετικές γραφές. Η διαφορά οφείλεται στο ότι ορισμένοι μελετητές θεωρούν μια εκτεταμένη αναθεώρηση ξεχωριστή μελοποίηση, ενώ άλλοι τη συμπεριλαμβάνουν στη δεύτερη δημιουργική περίοδο.
Η πρώτη μελοποίηση, 1829-1830
Η πρώτη ολοκληρωμένη μουσική απόδοση έγινε το 1829-1830, με τον ίδιο τον Σολωμό να βρίσκεται συχνά κοντά στον φίλο του και να ενθαρρύνει την προσπάθειά του.
Ολόκληρο το ποίημα χωρίστηκε σε 24 μουσικές ενότητες. Η σύνθεση προοριζόταν για ανδρική χορωδία, στηριζόταν σε ρυθμούς και μοτίβα που παρέπεμπαν στη δημοτική μουσική και δεν είχε αρχικά τον χαρακτήρα στρατιωτικού εμβατηρίου. Από τη μελωδική ύλη αυτής της πρώτης γραφής προέρχεται η μορφή που αναγνωρίζουμε σήμερα ως Εθνικό Ύμνο.
Η δεύτερη, πολυφωνική εκδοχή του 1844
Το 1844 ο Μάντζαρος παρουσίασε μια πολύ πιο σύνθετη, φιλόδοξη και πολυφωνική μελοποίηση ολόκληρου του έργου. Την αφιέρωσε στον βασιλιά Όθωνα, ελπίζοντας ότι θα καθιερωνόταν ως εθνικό άσμα του ελληνικού κράτους.
Η παρτιτούρα στάλθηκε στη Γερμανία για να αξιολογηθεί. Ο Όθων τίμησε τον Μάντζαρο με τον Αργυρό Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρος και τον Σολωμό με τον Χρυσό Σταυρό, αλλά δεν ενέκρινε το έργο ως επίσημο εθνικό ύμνο. Το ιστορικό χειρόγραφο, με την αφιέρωση προς τον Όθωνα, φυλάσσεται στο Μουσείο Μπενάκη.
Η νεότερη επεξεργασία
Στο Δημαρχείο της Κέρκυρας διασώζεται ακόμη ένα χειρόγραφο, το οποίο περιέχει τμήματα της δεύτερης μελοποίησης μαζί με νεότερες επεξεργασίες. Η σύγχρονη μουσικολογική έρευνα το θεωρεί την πιο προχωρημένη και πιθανώς οριστική επεξεργασία του Μάντζαρου πάνω στο ποίημα.
Αυτή η γραφή είναι ο λόγος για τον οποίο αρκετοί μελετητές μιλούν συνολικά για τέσσερις μορφές του έργου και όχι για τρεις.
Η εμβατηριακή παραγγελία του 1861
Το 1861 ο υπουργός των Στρατιωτικών Δημήτριος Μπότσαρης ζήτησε από τον Μάντζαρο να συνθέσει θούρια για τον ελληνικό στρατό. Ο συνθέτης δημιούργησε μια απλούστερη, μερική και περισσότερο εμβατηριακή απόδοση τμημάτων του «Ύμνου».
Έτσι, η ασφαλέστερη απάντηση είναι ότι ο Μάντζαρος δημιούργησε τρεις βασικές μελοποιήσεις, αλλά εργάστηκε πάνω σε τουλάχιστον τέσσερις διακριτές γραφές ή φάσεις επεξεργασίας. Δύο χειρόγραφα που επί χρόνια θεωρούνταν χαμένα εντοπίστηκαν αργότερα στο Μουσείο Μπενάκη και στο οικογενειακό αρχείο του συνθέτη.
Η επίσκεψη του Γεωργίου Α΄ που άλλαξε την ιστορία
Η καθοριστική στιγμή ήρθε μετά την Ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα, το 1864. Κατά την επίσκεψη του βασιλιά Γεωργίου Α΄ στην Κέρκυρα, η μπάντα της Φιλαρμονικής Εταιρείας Κερκύρας απέδωσε τον «Ύμνο εις την Ελευθερίαν».
Η μουσική εντυπωσίασε τον βασιλιά και άνοιξε τον δρόμο για την επίσημη καθιέρωση. Με το διάταγμα της 4ης Αυγούστου 1865, το έργο χαρακτηρίστηκε «επίσημον εθνικόν άσμα» και διατάχθηκε αρχικά η εκτέλεσή του στις ναυτικές παρατάξεις του Βασιλικού Ναυτικού. Σύντομα επικράτησε σε όλες τις επίσημες κρατικές τελετές.
Η μουσική του Ύμνου τυπώθηκε το 1873 στο Λονδίνο. Από το 1966, οι δύο πρώτες στροφές αποτελούν και τον Εθνικό Ύμνο της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Οι οκτώ στίχοι που τραγουδά ο Ελληνισμός
Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη
που με βία μετράει τη γη.
Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!
Από τους 632 στίχους του ποιήματος, αυτοί οι οκτώ πέρασαν στη συλλογική μνήμη. Είναι οι λέξεις με τις οποίες η Ελλάδα τιμά τη σημαία της, τους αγώνες της και τους νεκρούς της — ένα ποίημα που γεννήθηκε μέσα στην Επανάσταση και μια μουσική που χρειάστηκε περισσότερες από τρεις δεκαετίες επεξεργασίας για να γίνει το εθνικό άκουσμα των Ελλήνων.