Μία υπόθεση που ξεκίνησε, σύμφωνα με την καταγγελία, με την επίκληση εμπιστοσύνης και κατέληξε σε οικονομική αφαίμαξη, φόβο και απειλές, περιγράφει η Σωτηρία Μπακαλάκου, πρώην αντιδήμαρχος Οικονομικών του Δήμου Καρδίτσας και συνεργάτιδα του ευρωβουλευτή Νίκου Παπανδρέου. Η ίδια δηλώνει ότι έχασε μαζί με τον πρώην σύζυγό της 143.000 ευρώ, ενώ όταν αποφάσισε να προσφύγει στις Αρχές, όπως καταγγέλλει, δέχθηκε απειλή με όπλο.
Η Σωτηρία Μπακαλάκου είναι ένα από τα πρόσωπα που περιλαμβάνονται στη δικογραφία η οποία σχηματίστηκε από το Τμήμα Δίωξης Εκβιαστών της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος και οδήγησε στη σύλληψη πέντε μελών της οικογένειας Βιλανάκη.
Η υπόθεση, όπως την περιγράφει η ίδια, δεν έχει μόνο οικονομική διάσταση. Έχει κυρίως το αποτύπωμα μιας βαθιάς ψυχολογικής συντριβής, από εκείνες που αφήνουν πίσω τους οι απάτες όταν δεν βασίζονται απλώς σε ένα ψέμα, αλλά σε μια ολόκληρη σκηνοθεσία εμπιστοσύνης.
Η γνωριμία της με τον Γιώργο Βιλανάκη, όπως λέει, δεν έγινε τυχαία. Την περίοδο 2014-2017, όταν η ίδια ήταν αντιδήμαρχος Οικονομικών στην Καρδίτσα, εκείνος εμφανιζόταν ως εκπρόσωπος της οικογένειας στις εμπορικές συναλλαγές για την ετήσια εμποροπανήγυρη της πόλης. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις του απέναντι στον Δήμο και είχε δημιουργήσει εικόνα φερεγγυότητας.
Αυτή ακριβώς η προηγούμενη σχέση, όπως υποστηρίζει, έγινε το πρώτο βήμα για να στηθεί η παγίδα. Τον Μάιο του 2021, έπειτα από περίπου δύο χρόνια χωρίς επικοινωνία, ο Γιώργος Βιλανάκης την κάλεσε στην πολυτελή κατοικία του στη Γιάννουλη Λάρισας, λέγοντάς της ότι ήθελε να συζητήσουν μια προσωπική υπόθεση.
Εκεί, σύμφωνα με την κ. Μπακαλάκου, της παρουσίασε μια ιστορία οικονομικής δυσκολίας λόγω της πανδημίας. Της είπε ότι η οικογένεια αντιμετώπιζε πρόβλημα ρευστότητας και ότι αναγκαζόταν να πουλήσει χρυσές λίρες σε τιμή χαμηλότερη της αγοράς. Για να την πείσει, όπως καταγγέλλει, της παρέδωσε πέντε λίρες για έλεγχο, προσφέροντάς τες προς 285 ευρώ τη μία, όταν η εμπορική τους αξία ήταν υψηλότερη.
Από εκεί, σύμφωνα με την ίδια, ξεκίνησε μια διαδικασία που διήρκεσε περίπου έξι μήνες. Η πρώην αντιδήμαρχος υποστηρίζει ότι μέσα σε αυτό το διάστημα ο Γιώργος Βιλανάκης και τα αδέλφια του απέσπασαν από την ίδια και τον πρώην σύζυγό της 143.000 ευρώ, χρησιμοποιώντας, όπως λέει, διαδοχικά απατηλά τεχνάσματα.
Η πιο σκοτεινή στιγμή, όπως την περιγράφει στο ΠΘ και τον Φρίξο Δρακοντίδη, ήρθε όταν κατάλαβε το μέγεθος της εξαπάτησης και ανακοίνωσε ότι θα απευθυνθεί στις διωκτικές αρχές. Τότε, σύμφωνα με την καταγγελία της, η υπόθεση πέρασε από την απάτη στην εκβίαση. Η ίδια δηλώνει ότι της επέδειξαν όπλο και την απείλησαν ευθέως πως θα κινδύνευε η ζωή της εάν προχωρούσε σε καταγγελία.
«Δεν μιλάω μόνο για τα χρήματα», είναι το νόημα της μαρτυρίας της. Για την ίδια, τα 143.000 ευρώ ήταν ό,τι είχαν. Όμως το βαρύτερο, όπως υποστηρίζει, ήταν η προσωπική διάλυση. Περιγράφει την απάτη ως έγκλημα που στρέφει το ίδιο το θύμα εναντίον του εαυτού του, επειδή ο δράστης το κάνει να πιστεύει ότι συμμετείχε άθελά του στην καταστροφή του.
Η κ. Μπακαλάκου στέκεται ιδιαίτερα στη μεθοδολογία που, όπως λέει, ακολουθήθηκε. Μιλά για ανθρώπους που «διαβάζουν» τον άλλον, εντοπίζουν τις αξίες, τις ανάγκες και τις ευαισθησίες του και στη συνέχεια γίνονται ο καθρέφτης του. Όπως υποστηρίζει, η επίδειξη πλούτου, οι πολυτελείς κατοικίες και τα ακριβά αυτοκίνητα λειτουργούσαν ως σκηνικό αξιοπιστίας: δημιουργούσαν την εντύπωση ότι απέναντί σου έχεις ανθρώπους με οικονομική επιφάνεια, άρα χωρίς λόγο να εξαπατήσουν.
Η ίδια εξηγεί ότι ο κύκλος της σιωπής έσπασε όταν περισσότερα θύματα άρχισαν να μιλούν. Το 2024, όπως αναφέρει, ήρθε σε επαφή με συγγενή άλλου θύματος και σταδιακά οι καταγγελίες αυξήθηκαν. Από δύο έγιναν πέντε, ενώ την ημέρα των συλλήψεων φέρεται να εμφανίστηκε ακόμη ένα πρόσωπο για να καταθέσει.
Σήμερα η Σωτηρία Μπακαλάκου έχει προχωρήσει σε νέες νομικές κινήσεις. Ζητά την επέκταση της ποινικής δίωξης σε νέα αδικήματα και επιπλέον πρόσωπα, καθώς και την αναβάθμιση της κατηγορίας από απόπειρα παράνομης βίας σε τετελεσμένη κακουργηματική εκβίαση. Παράλληλα ζητά να διερευνηθεί ενδεχόμενη εμπλοκή και άλλων προσώπων, καθώς και πιθανή νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
Το μήνυμά της προς άλλα πιθανά θύματα είναι σαφές: η σιωπή δεν προστατεύει εκείνον που εξαπατήθηκε. Προστατεύει εκείνους που συνεχίζουν. Και η γνώση, όπως λέει, είναι το μοναδικό πραγματικό «εμβόλιο» απέναντι στην απάτη.