Η κινηματογραφική «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν στρέφει τα βλέμματα της διεθνούς κοινότητας στη Μεσσηνία, αναδεικνύοντας σε εκατομμύρια θεατές ένα από τα πλέον εμβληματικά τοπία της Πελοποννήσου. Πίσω, όμως, από την παγκόσμια προβολή και τις εντυπωσιακές εικόνες, κάτοικοι και επιστήμονες εκφράζουν έντονο προβληματισμό για τις επιπτώσεις που θα μπορούσε να επιφέρει ένα νέο κύμα μαζικού τουρισμού σε μια περιοχή που ήδη δοκιμάζεται από σοβαρές περιβαλλοντικές πιέσεις.
Σε εκτενές φωτογραφικό οδοιπορικό, ο Guardian παρουσιάζει τη Μεσσηνία ως έναν τόπο που βρίσκεται μπροστά σε ένα κρίσιμο δίλημμα: από τη μία, η περαιτέρω τουριστική ανάπτυξη και η διεθνής αναγνωρισιμότητα· από την άλλη, η ανάγκη διαφύλαξης των φυσικών πόρων, της τοπικής παραγωγής και της ιδιαίτερης ταυτότητας των κοινοτήτων της.
Το βρετανικό μέσο ξεκινά την περιήγησή του από τη Βοϊδοκοιλιά, στη νοτιοδυτική Πελοπόννησο, όπου η διάσημη παραλία πλαισιώνεται από δύο ιστορικά σημεία αναφοράς: τον μυκηναϊκό τάφο που αποδίδεται στον Θρασυμήδη και το Παλαιόκαστρο. Την περασμένη άνοιξη, η περιοχή μετατράπηκε σε αυστηρά φυλασσόμενο κινηματογραφικό πλατό για τις ανάγκες των γυρισμάτων της «Οδύσσειας», με τη Μεσσηνία να επιλέγεται για τα κάστρα, τους αρχαιολογικούς χώρους και τα άγρια φυσικά της τοπία, που αποδίδουν την επική ατμόσφαιρα του ομηρικού έπους.
Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο Guardian, η ανησυχία των κατοίκων δεν επικεντρώνεται στα ίδια τα γυρίσματα, αλλά στις συνέπειες που ενδέχεται να ακολουθήσουν μετά την προβολή της ταινίας. Ο φόβος αφορά μια νέα, ακόμη μεγαλύτερη τουριστική εισροή σε μια περιοχή που ήδη αντιμετωπίζει προβλήματα λειψυδρίας, τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και τις πιέσεις της ταχείας τουριστικής ανάπτυξης.
Σύμφωνα με στοιχεία που παραθέτει το δημοσίευμα, η μέση θερμοκρασία στη Μεσσηνία έχει αυξηθεί κατά 1,5 βαθμό Κελσίου τα τελευταία 30 χρόνια. Όπως εξηγεί ο διευθυντής Ερευνών του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, Κώστας Λαγουβάρδος, ο συνδυασμός ολοένα θερμότερων καλοκαιριών και χειμώνων με περιορισμένες χιονοπτώσεις μειώνει σημαντικά την αναπλήρωση των υπόγειων υδροφορέων, εντείνοντας το πρόβλημα της λειψυδρίας ακριβώς την περίοδο που η ζήτηση νερού κορυφώνεται λόγω του τουρισμού.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη λιμνοθάλασσα της Γιάλοβας, προστατευόμενη περιοχή του δικτύου Natura 2000, η οποία φιλοξενεί 17 τύπους οικοτόπων και σχεδόν 100 σπάνια ή απειλούμενα είδη. Το οικοσύστημά της, σύμφωνα με το δημοσίευμα, βρίσκεται υπό αυξανόμενη πίεση, καθώς η Μεσσηνία εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από τα υπόγεια ύδατα. Η εντατική άρδευση, η αυξημένη τουριστική κατανάλωση, αλλά και η περιορισμένη παροχή γλυκού νερού οδηγούν σε αυξημένη αλατότητα, ενώ λύματα και γεωργικές απορροές ευνοούν την ανάπτυξη φυκών, περιορίζοντας το διαθέσιμο οξυγόνο για την υδρόβια ζωή.
Το ρεπορτάζ στέκεται επίσης στη σημαντική τουριστική ανάπτυξη που έχει γνωρίσει η περιοχή γύρω από τον κόλπο του Ναβαρίνου. Οι μεγάλες επενδύσεις σε ξενοδοχειακές μονάδες, γήπεδα γκολφ, μαρίνες και άλλες υποδομές έχουν συμβάλει καθοριστικά στην ανάδειξη της Μεσσηνίας σε διεθνή προορισμό υψηλών προδιαγραφών, ενισχύοντας την τοπική οικονομία και δημιουργώντας νέες θέσεις εργασίας.
Παράλληλα, όμως, καταγράφονται οι επιφυλάξεις επιστημόνων και τοπικών φορέων σχετικά με τη βιωσιμότητα ενός μοντέλου ανάπτυξης που βασίζεται σε δραστηριότητες υψηλής κατανάλωσης νερού. Ο ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αιγαίου Γιάννης Σπιλάνης υποστηρίζει ότι η κατανάλωση φυσικών πόρων από τέτοιου είδους εγκαταστάσεις δεν συμβαδίζει με τις δυνατότητες της περιοχής, εκτιμώντας ότι η τουριστική μονοκαλλιέργεια απειλεί σταδιακά να αλλοιώσει τη φυσιογνωμία των τοπικών κοινοτήτων.
Το δημοσίευμα σημειώνει ακόμη ότι οι διεθνείς αφίξεις στο αεροδρόμιο της Καλαμάτας έχουν υπερτριπλασιαστεί μέσα στην τελευταία δεκαετία, ενώ νέα έργα οδικών υποδομών αναμένεται να διευκολύνουν περαιτέρω την πρόσβαση στις παραθαλάσσιες περιοχές, αυξάνοντας ακόμη περισσότερο την τουριστική κινητικότητα.
Από τις ακτές, ο Guardian μεταφέρει την εικόνα στην ενδοχώρα, όπου παρουσιάζει πρωτοβουλίες που προωθούν ένα διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης. Στο χωριό Δεσύλλας, εθελοντές μετέτρεψαν τμήμα της εγκαταλελειμμένης σιδηροδρομικής γραμμής σε διαδρομή περιπάτου και τον παλιό σταθμό σε χώρο πολιτισμού και συνάντησης της τοπικής κοινωνίας, ενώ προτείνουν την επαναλειτουργία του σιδηροδρομικού δικτύου ως μέσο αναζωογόνησης της ενδοχώρας.
Παράλληλα, σε οικισμούς όπως τα Βουνάρια και το Βασιλίτσι καταβάλλονται προσπάθειες αναβίωσης της παραδοσιακής αγγειοπλαστικής, της υφαντικής και της τοπικής γαστρονομίας, ενώ ο συνεταιρισμός βιολογικών ελαιοπαραγωγών «Από Καρδιάς» επιχειρεί να συνδέσει την παραγωγή ελαιολάδου με την προστασία του μεσσηνιακού τοπίου και την ενίσχυση της τοπικής οικονομίας.
Το βρετανικό μέσο καταλήγει ότι η προβολή της «Οδύσσειας» θα φέρει αναπόφευκτα τη Μεσσηνία στο επίκεντρο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος. Το πραγματικό ερώτημα, όμως, δεν είναι αν θα αυξηθεί ο τουρισμός, αλλά αν η περιοχή θα καταφέρει να διαμορφώσει ένα μοντέλο ανάπτυξης που θα συνδυάζει την οικονομική πρόοδο με την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και της πολιτιστικής της ταυτότητας, αποφεύγοντας τα φαινόμενα υπερτουρισμού που γνώρισαν άλλοι δημοφιλείς κινηματογραφικοί προορισμοί.