Η τιμή της βενζίνης στην Αθήνα, με την απλή να αγγίζει τα 2,125 ευρώ και την 100άρα να φτάνει κοντά στα 2,5 ευρώ, δεν είναι ένα ελληνικό παράδοξο. Είναι τοπική εκδοχή ενός παγκόσμιου ενεργειακού σοκ. Από την Ουάσιγκτον μέχρι τις Βρυξέλλες και από τη Ρώμη μέχρι την Ασία, τα μεγάλα διεθνή μέσα περιγράφουν την ίδια εικόνα: το πετρέλαιο έχει γίνει ξανά το θερμόμετρο του πλανήτη. Και όσο το Ιράν, ο Τραμπ, οι κυρώσεις, τα Στενά του Ορμούζ και οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες μπλέκονται στο ίδιο κουβάρι, τόσο η αντλία γίνεται πολιτική κάλπη.

Υπάρχουν στιγμές που η διεθνής κρίση σταματά να είναι τίτλος ειδήσεων και γίνεται απόδειξη πληρωμής. Αυτό συμβαίνει τώρα με το πετρέλαιο.

Advertisement
Advertisement

Για τον Έλληνα οδηγό, η Μέση Ανατολή δεν είναι πια ένας μακρινός χάρτης. Είναι η τιμή στην αντλία. Είναι η επιλογή αν θα γεμίσει ή αν θα βάλει «όσο χρειάζεται». Είναι το ταξί, το φορτηγό, το ράφι του σούπερ μάρκετ, ο λογαριασμός της επιχείρησης, το κόστος μετακίνησης μιας οικογένειας. Και όταν η απλή βενζίνη στην Αθήνα φτάνει στα 2,125 ευρώ και η 100άρα κινείται προς τα δυόμισι, η κρίση παύει να είναι ενεργειακή. Γίνεται κοινωνική.

Τα διεθνή μέσα περιγράφουν ένα σκηνικό που θυμίζει τις πιο σκοτεινές ενεργειακές στιγμές των τελευταίων δεκαετιών. Το Reuters καταγράφει την άνοδο του Brent πάνω από τα 110 δολάρια, με τους επενδυτές να τιμολογούν τον κίνδυνο διαταραχής της προσφοράς λόγω Ιράν. Το Euronews διαβάζει την ίδια κίνηση μέσα από το πρίσμα των σκληρότερων μηνυμάτων του Ντόναλντ Τραμπ προς την Τεχεράνη. Ο Guardian βλέπει ήδη τη μετάδοση της κρίσης στις αγορές ομολόγων, εκεί όπου η ενέργεια μετατρέπεται σε φόβο για νέο πληθωρισμό, υψηλότερα επιτόκια και πιο ακριβό δημόσιο χρέος.

Με απλά λόγια: το πετρέλαιο δεν ανεβαίνει μόνο επειδή υπάρχει έλλειψη. Ανεβαίνει επειδή υπάρχει φόβος. Και ο φόβος, στις αγορές ενέργειας, πληρώνεται πάντα μπροστά.

Το πιο επικίνδυνο σημείο αυτής της κρίσης έχει όνομα: Στενά του Ορμούζ. Από εκεί περνά ένα τεράστιο μέρος της παγκόσμιας ροής πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου. Η αμερικανική EIA έχει καταγράψει ότι το 2024 από το συγκεκριμένο πέρασμα περνούσαν περίπου 20 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, δηλαδή περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας κατανάλωσης υγρών καυσίμων. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας σημειώνει επίσης ότι πρόκειται για ένα από τα κρισιμότερα ενεργειακά «στενά» του πλανήτη.

Γι’ αυτό και κάθε απειλή, κάθε στρατιωτική κίνηση, κάθε tweet ή δήλωση του Τραμπ, κάθε ιρανική προειδοποίηση και κάθε νέα κουβέντα για κυρώσεις μετατρέπεται αμέσως σε δολάρια στο βαρέλι και λεπτά στο λίτρο.

Το σενάριο των 130 δολαρίων το βαρέλι δεν είναι πια ακραία θεωρητική άσκηση. Είναι το σημείο στο οποίο αρχίζει ο πραγματικός τρόμος για κυβερνήσεις και νοικοκυριά. Αν το Brent περάσει και σταθεροποιηθεί εκεί, η Ευρώπη θα βρεθεί μπροστά σε ένα δεύτερο ενεργειακό κύμα, αυτή τη φορά χωρίς την πολιτική ανοχή και τα δημοσιονομικά περιθώρια που υπήρχαν στην πρώτη φάση της κρίσης μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.

Advertisement

Στην Αμερική, η συζήτηση έχει ήδη ανοίξει με όρους αγοράς και εκλογικής οικονομίας. Τα αμερικανικά οικονομικά μέσα δεν βλέπουν απλώς μια άνοδο του πετρελαίου. Βλέπουν τον κίνδυνο να ακυρωθεί το βασικό αφήγημα κάθε κυβέρνησης: ότι μπορεί να κρατήσει τον πληθωρισμό υπό έλεγχο. Όταν το καύσιμο ανεβαίνει, δεν ανεβαίνει μόνο η βενζίνη. Ανεβαίνει το κόστος μεταφοράς, παραγωγής, θέρμανσης, ηλεκτρισμού, αγροτικής παραγωγής. Δηλαδή ανεβαίνει η καθημερινότητα ολόκληρη.

Στην Ασία, τα μέσα ενημέρωσης κοιτούν την κρίση ακόμη πιο ψυχρά. Για την Κίνα, την Ινδία, την Ιαπωνία, τη Νότια Κορέα, το ζήτημα δεν είναι μόνο η τιμή. Είναι η πρόσβαση. Ποιος θα έχει πετρέλαιο, με ποιο νόμισμα, με ποια συμφωνία και υπό ποια πολιτική εγγύηση. Το Reuters σημειώνει ότι η κρίση στα Στενά του Ορμούζ δοκιμάζει ακόμη και την κυριαρχία του δολαρίου στο παγκόσμιο εμπόριο πετρελαίου, καθώς χώρες της Ασίας αναζητούν πιο αδιαφανείς, διμερείς ή εναλλακτικές συμφωνίες για να εξασφαλίσουν ενεργειακές ροές.

Αυτό είναι ίσως το βαθύτερο μήνυμα της κρίσης: δεν ανεβαίνει μόνο η τιμή του πετρελαίου. Αλλάζει και ο τρόπος με τον οποίο ο κόσμος αγοράζει πετρέλαιο.

Advertisement

Στην Ευρώπη, το ενεργειακό σοκ φτάνει σε μια στιγμή πολιτικής κόπωσης. Οι κοινωνίες έχουν ήδη ζήσει πληθωρισμό, ακριβό ρεύμα, ακριβό φυσικό αέριο, υψηλά επιτόκια και μειωμένη αγοραστική δύναμη. Οι κυβερνήσεις έχουν λιγότερα χρήματα για επιδοτήσεις. Οι Βρυξέλλες θέλουν επιστροφή στη δημοσιονομική πειθαρχία. Και οι πολίτες δεν θέλουν να ακούσουν άλλη μια φορά ότι «η κρίση είναι εισαγόμενη», όταν το ποσό στην αντλία είναι απολύτως εγχώριο.

Και Ε δώ μπαίνει η Τζόρτζια Μελόνι.

Η Ιταλίδα πρωθυπουργός άνοιξε ένα θέμα που, αργά ή γρήγορα, θα το βρουν μπροστά τους όλες οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις: αν η Ε.Ε. δέχεται δημοσιονομική ευελιξία για την άμυνα, γιατί δεν δέχεται την ίδια λογική για την ενέργεια; Με επιστολή της στην Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, ζήτησε να επεκταθεί προσωρινά η ρήτρα διαφυγής του Συμφώνου Σταθερότητας, που προβλέπεται για δαπάνες άμυνας, και στα έκτακτα μέτρα για την ενεργειακή κρίση.

Advertisement

Το ιταλικό μήνυμα είναι πολιτικά εκρηκτικό: η ασφάλεια δεν είναι μόνο στρατιωτική. Είναι και η δυνατότητα μιας οικογένειας να πληρώνει το ρεύμα. Είναι η δυνατότητα μιας επιχείρησης να παράγει. Είναι η δυνατότητα ενός κράτους να μη δει τη μεσαία τάξη του να γονατίζει από την τιμή της βενζίνης και της ενέργειας.

Η απάντηση των Βρυξελλών, όπως την αποτυπώνουν ιταλικά και ευρωπαϊκά μέσα, ήταν ψυχρή. Η Κομισιόν δεν προτίθεται, σε αυτή τη φάση, να ανοίξει νέα δημοσιονομική εξαίρεση για την ενέργεια. Η γραμμή είναι ότι υπάρχουν ήδη διαθέσιμα ευρωπαϊκά εργαλεία και χρηματοδοτήσεις, και ότι το Σύμφωνο Σταθερότητας δεν μπορεί να μετατραπεί ξανά σε λάστιχο για κάθε κρίση.

Η Repubblica το παρουσιάζει ως ευθεία πολιτική σύγκρουση: «η ενέργεια όπως τα όπλα». Η ANSA και η Teleborsa εστιάζουν στο αίτημα της Μελόνι να μη μετρούν οι έκτακτες ενεργειακές δαπάνες στο έλλειμμα με τον ίδιο τρόπο. Η Corriere della Sera καταγράφει τη σκληρή στάση των Βρυξελλών: η θέση της Επιτροπής δεν αλλάζει, η προτεραιότητα είναι η αξιοποίηση των υφιστάμενων πόρων.

Advertisement

Αυτή η σύγκρουση δεν αφορά μόνο την Ιταλία. Αφορά και την Ελλάδα.

Advertisement

Διότι η Ελλάδα ξέρει καλύτερα από κάθε άλλη χώρα τι σημαίνει ευρωπαϊκός κανόνας την ώρα που η κοινωνία πιέζεται. Ξέρει τι σημαίνει Σύμφωνο Σταθερότητας. Ξέρει τι σημαίνει να μην υπάρχει δημοσιονομικός χώρος. Και ξέρει επίσης ότι όταν η βενζίνη περνά τα 2 ευρώ, το κράτος δεν μπορεί να παριστάνει απλώς τον παρατηρητή των διεθνών αγορών.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι η κρίση είναι εισαγόμενη. Το πρόβλημα είναι ότι ο λογαριασμός εισάγεται μεν, αλλά πληρώνεται από συγκεκριμένες τσέπες: τον μισθωτό, τον επαγγελματία, τον αγρότη, τον οδηγό ταξί, τον μεταφορέα, την οικογένεια που χρειάζεται αυτοκίνητο για να πάει στη δουλειά, στο σχολείο, στον γιατρό.

Και εδώ υπάρχει μια ελληνική ιδιαιτερότητα που δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από το Ιράν: η φορολογία στα καύσιμα. Όσο το διεθνές πετρέλαιο ανεβαίνει, τόσο η υψηλή φορολογική επιβάρυνση πολλαπλασιάζει το τελικό σοκ στην αντλία. Δηλαδή ο Έλληνας καταναλωτής δεν πληρώνει μόνο το γεωπολιτικό ρίσκο. Πληρώνει και μια σταθερή εσωτερική αρχιτεκτονική ακρίβειας.

Advertisement

Αν το βαρέλι πάει στα 130 δολάρια, η συζήτηση για «παροδικότητα» τελειώνει. Δεν θα μιλάμε για απλή ανατίμηση. Θα μιλάμε για νέο πληθωριστικό επεισόδιο, με επίκεντρο τα καύσιμα, τις μεταφορές, τα τρόφιμα και την ενέργεια. Και τότε το ερώτημα θα είναι αμείλικτο: θα επιλέξει η Ευρώπη να προστατεύσει τους αριθμούς ή τις κοινωνίες της;

Ο Τραμπ παίζει το δικό του παιχνίδι ισχύος με το Ιράν. Η Τεχεράνη παίζει το χαρτί της γεωγραφίας και των Στενών του Ορμούζ. Οι αγορές παίζουν το χαρτί του πανικού. Η Ασία ψάχνει δρόμους ενεργειακής αυτοπροστασίας. Η Ευρώπη ψάχνει ισορροπία ανάμεσα σε κανόνες και πραγματικότητα. Και οι πολίτες, από τη Ρώμη μέχρι την Αθήνα, παίζουν το πιο σκληρό παιχνίδι απ’ όλα: πώς θα βγάλουν τον μήνα.

Το πετρέλαιο ήταν πάντα κάτι περισσότερο από εμπόρευμα. Ήταν εξουσία. Ήταν πόλεμος. Ήταν διπλωματία. Ήταν πληθωρισμός. Ήταν κοινωνική ειρήνη.

Σήμερα είναι όλα αυτά μαζί.

Και όσο η διεθνής κοινότητα συζητά αν ο Τραμπ θα σφίξει τις κυρώσεις, αν το Ιράν θα κλιμακώσει, αν το Brent θα φτάσει τα 130 δολάρια και αν η Ευρώπη θα επιτρέψει δημοσιονομικές εξαιρέσεις, ο πολίτης έχει ήδη βγάλει το δικό του συμπέρασμα μπροστά στην αντλία: η κρίση δεν έρχεται. Είναι ήδη εδώ.