ΤΟ BLOG
01/10/2016 06:50 EEST | Updated 02/10/2017 08:12 EEST

Κυπριακό: Πόσο κοντά βρισκόμαστε σε μια αποδεκτή λύση;

PromesaArtStudio via Getty Images

Η τριμερής συνάντηση μεταξύ του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ Μπαν Κι Μουν, του Προέδρου της Κύπρου Νίκου Αναστασιάδη και του Τουρκοκύπριου ηγέτη Μουσταφά Ακιντζί, στις 25.09.2016 μας δίνει την ευκαιρία για μια σύντομη ανασκόπηση του Κυπριακού ζητήματος και των προοπτικών του.

Κατ΄ αρχήν, με βάση τις δηλώσεις των συμμετεχόντων, διαπιστώνουμε ότι η Τουρκοκυπριακή πλευρά δεν κατάφερε να πάρει ότι επιθυμούσε, και συγκεκριμένα ένα χρονοδιάγραμμα συνομιλιών με καταληκτική ημερομηνία (δηλαδή προθεσμία ολοκλήρωσης των διαπραγματεύσεων), την επιδιαιτησία (δηλαδή το να αποφασίζει ένα τρίτο μέρος σε περίπτωση διαφωνίας των δύο συνομιλητών) και την σύγκληση πενταμερούς διάσκεψης (δηλαδή να συμμετέχουν και οι εκπρόσωποι Ελλάδας και Τουρκίας). Στόχος της παραμένει μέχρι τα τέλη του έτους να ολοκληρωθεί η συμφωνία επί των βασικών θεμάτων και μέχρι την άνοιξη να υπάρξει το τελικό σχέδιο της συμφωνίας.

Αντίστοιχα, ο Πρόεδρος Αναστασιάδης κράτησε τις ισορροπίες, λαμβάνοντας υπόψη την άποψη των Κυπριακών κομμάτων, ορισμένα από τα οποία επισημαίνουν λάθη στην μέχρι τώρα ακολουθούμενη τακτική και ουσιαστικές παραχωρήσεις προς την Τουρκοκυπριακή πλευρά, χωρίς αντάλλαγμα.

Τα επόμενα βήματα των εντατικών συνομιλιών που θα ξαναρχίσουν άμεσα, φαίνεται να είναι να ολοκληρωθούν τα συζητούμενα βασικά Κεφάλαια (όπως περιουσιακό, οικονομία, διακυβέρνηση, πρώτη ημέρα λειτουργίας του ενιαίου κράτους), στην συνέχεια να υπάρξει μια πρώτη προσέγγιση στο εδαφικό και τέλος να συγκληθεί μια πολυμερής διάσκεψη, όπου θα συζητηθούν εγγυήσεις και ασφάλεια.

Τα ανωτέρω υπονοούν ότι είναι προβλέψιμη μια ολοκληρωμένη και κοινά αποδεκτή λύση, κάτι που όμως απέχει από την πραγματικότητα. Οι λεπτομέρειες κάνουν την διαφορά, τόσο στα βασικά κεφάλαια που συζητώνται, όσο και σε βασικά θέματα που τα απομένοντα σημεία διαφωνίας ουσιαστικά δεν συζητούνται.

Ένα τέτοιο σημείο είναι το εποικιστικό ζήτημα, το οποίο δεν περιλαμβάνεται στα προαναφερθέντα «βασικά» κεφάλαια, παρότι, κατά την γνώμη μας, αποτελεί το σημαντικότερο της παρούσας διαπραγμάτευσης, ιδιαίτερα αν ιδωθεί υπό το πρίσμα της πληθυσμιακής εξέλιξης στο νησί.

Στις ελεύθερες περιοχές, σύμφωνα με την τελευταία απογραφή του 2011 (όπως διορθώθηκε το 2015), ο πληθυσμός ανερχόταν στους 856.960 κατοίκους, εκ των οποίων 170.383 ξένοι υπήκοοι (μεταξύ αυτών, 29.321 από την Ελλάδα). Η σημαντική αύξηση του πληθυσμού, κατά 23% σε σχέση με την προηγούμενη απογραφή του 2001, δεν οφείλεται στην δημογραφική αύξηση του πληθυσμού, αλλά στην μεταναστευτική ροή, που οδήγησε στον τριπλασιασμό του αριθμού των ξένων υπηκόων.

Αυτό επιβεβαιώνεται από την Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία, που διαπιστώνει ότι στην ελεύθερη Κύπρο το συνολικό ποσοστό γονιμότητας παρουσιάζει μια συνεχή πτωτική τάση. Από το 2,5 που ήταν το 1982 (ψηλότερο ποσοστό), το 1995 έπεσε στο 2,1 (ελάχιστο ποσοστό για την αναπλήρωση του πληθυσμού), για να κατρακυλήσει το 2012 στο 1,4 και το 2013 στο 1,3.

Στο κατεχόμενο τμήμα, από το 1974 η Τουρκία εφαρμόζει μια συστηματική πολιτική εποικισμού και παράλληλα εκδίωξης των Τουρκοκυπρίων, μέσω διακρίσεων και πιέσεων προς αυτούς. Το 2004, σύμφωνα με αναλυτικά στοιχεία του Κυπριακού Υπουργείου Εξωτερικών, ο αριθμός των Τουρκοκυπρίων, λόγω της μετανάστευσής τους, είχε περιοριστεί στους 88.000 (αντί για 156.000 που θα προέκυπταν με μια φυσιολογική αύξηση του πληθυσμού), ενώ αντίστοιχα, οι έποικοι υπολογίζονταν σε πάνω από 160.000. Μετά την απόρριψη του Σχεδίου Ανάν, μέσα σε ένα μόνο χρόνο (από τον Δεκέμβριο του 2004 έως τον Νοέμβριο του 2005), οι έποικοι αυξήθηκαν κατά 40.000 άτομα.

Το 2006, μια πρόχειρη καταγραφή του πληθυσμού στα κατεχόμενα καταμέτρησε 264.000 άτομα, ενώ η απογραφή του 2011 ανέφερε πληθυσμό 294.000 ατόμων. Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχουν πολλές αναφορές ότι μεγάλος αριθμός κατοίκων δεν απογράφηκε. Ορισμένες πρόσφατες εκτιμήσεις αναφέρουν ότι ο πληθυσμός στα κατεχόμενα σήμερα υπερβαίνει τις 600.000.

Η τεράστια αυτή διαφορά μεταξύ «επίσημων» στοιχείων και εκτιμήσεων, κατά ένα μέρος οφείλεται στην παρουσία δύο συνεχώς ανανεούμενων πληθυσμιακών ομάδων που δεν περιλαμβάνονται στον πιο πάνω «επίσημα» καταμετρημένο πληθυσμό και συχνά τροφοδοτούν το εποικιστικό ρεύμα:

  • 40.000 Τούρκοι στρατιώτες των κατοχικών στρατιωτικών δυνάμεων,
  • 70.000 φοιτητές των 10 περίπου Πανεπιστημίων, που προέρχονται στην συντριπτική τους πλειοψηφία από την Τουρκία (55%) ή άλλες μουσουλμανικές χώρες (25%).

Για να ξεκαθαρίσει το θολό αυτό τοπίο, θα περίμενε κανείς ότι η Κυπριακή πλευρά θα ζητούσε επίσημα, μέσω του ΟΗΕ, τα αναλυτικά στοιχεία των δημοτολογίων, προκειμένου να τα μελετήσει εξονυχιστικά και να αξιολογήσει το μέγεθος του προβλήματος. Όπως έχουμε αναφέρει, ο εποικισμός αποτελεί διαρκές έγκλημα, που δεν νομιμοποιείται (εκτός αν γίνει αποδεκτός από όσους τον υφίστανται), ενώ σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο (Βαλτικές χώρες), αλλά και το διεθνές (Δυτική Σαχάρα, Παλαιστίνη), οι έποικοι και οι απόγονοί τους δεν αποκτούν δικαιώματα μέσω του παράνομου εποικισμού.

Αντί γι' αυτό, όπως έγινε γνωστό από την δημοσιοποίηση των συζητήσεων στο πρόσφατο Εθνικό Συμβούλιο της Κύπρου, συμφωνήθηκε κατ' αρχήν ότι 220.000 κάτοικοι θα έχουν την Τουρκοκυπριακή ιθαγένεια, και 802.000 την Ελληνοκυπριακή. Αυτό θα σήμαινε την νομιμοποίηση τουλάχιστον 114.000 εποίκων (όσων δηλαδή προκύπτουν από την διαφορά του εκτιμώμενου αριθμού των Τουρκοκυπρίων από το συμφωνηθέν σύνολο των 220.000 κατοίκων).

Παράλληλα, η στάση αυτή της Κυπριακής πλευράς δεν οδήγησε στην αναστολή των προσπαθειών της Τουρκίας για περαιτέρω μεταβολή της πληθυσμιακής αναλογίας, αφού συνεχίστηκε η παραχώρηση «υπηκοοτήτων» σε εποίκους, με ρυθμό που εκτιμάται σε 500 άτομα κάθε μήνα.

Το πρόβλημα επιτείνεται από τη διαπίστωση ότι τα μέχρι τώρα συμφωνηθέντα δεν προνοούν για το τι θα συμβεί με συγκεκριμένες κατηγορίες εποίκων, όπως όσοι έλαβαν την Τουρκοκυπριακή υπηκοότητα χαριστικά (χωρίς ο ένας τουλάχιστον γονέας τους να είναι Τουρκοκυπριακής καταγωγής), ή όσοι δεν διαθέτουν Τουρκοκυπριακή υπηκοότητα, αλλά απλή άδεια εργασίας ή παραμονής.

Για το θέμα αυτό, ο Μουσταφά Ακιντζί έχει δηλώσει πως δεν θα επιστρέψει στην Τουρκία κανένας έποικος ή άλλος εργαζόμενος και ότι δεν τίθεται θέμα σταθεροποίησης της πληθυσμιακής αναλογίας του ομόσπονδου κράτους. Η κυπριακή πλευρά δεν έχει δημοσιοποιήσει την επίσημη θέση της. Ενημερωτικά, το Σύνταγμα του 1960 προέβλεπε περιορισμούς ώστε να μην διαταράσσεται η υπάρχουσα πληθυσμιακή αναλογία (που τότε, όπως και το 1974, ήταν 18% Τουρκοκύπριοι), ενώ το Σχέδιο Ανάν προέβλεπε την παραμονή περιορισμένου αριθμού (45.000) Τούρκων εποίκων και εφόσον αυτοί πληρούσαν συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

Η σύγχυση μεταξύ εγγεγραμμένων στα δημοτολόγια και «κατοίκων» και ο μη διαχωρισμός Τουρκοκύπριων και εποίκων θα πρέπει να λυθεί το συντομότερο. Το θέμα θα πρέπει να τεθεί άμεσα από την κυπριακή πλευρά, προκειμένου στην τελική Συμφωνία να καταγράφεται αναλυτικά ο τρόπος και ο χρόνος απομάκρυνσης των εποίκων, καθώς και ο μηχανισμός ελέγχου.

Συμπερασματικά, η βασικότερη ίσως προϋπόθεση ώστε οι διεξαγόμενες συνομιλίες να οδηγήσουν στην επανένωση του νησιού, αίροντας παράλληλα, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, τις συνέπειες της Τουρκικής εισβολής και κατοχής είναι τα ακανθώδη και δύσκολα θέματα να μην παραμένουν «κάτω από το χαλί» αλλά να αντιμετωπίζονται στις πραγματικές τους διαστάσεις.

Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης καλείται να υλοποιήσει την πρόσφατη δήλωσή του, για «ξεκάθαρη λύση, χωρίς εποικοδομητικές ασάφειες», προς το συμφέρον του Κυπριακού Ελληνισμού.